“Μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε το έργο μου” – Το πολιτικό εκκρεμές του Μίκη

Για το Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσαν να σταθούν ως αξιολογικές κρίσεις τα πάντα και τα αντίθετά τους. Ίσως γιατί έχει πει ο ίδιος κατά καιρούς τα πάντα και τα αντίθετά τους.

Για το Μίκη Θεοδωράκη θα μπορούσαν να σταθούν ως αξιολογικές κρίσεις τα πάντα και τα αντίθετά τους. Ίσως γιατί έχει πει ο ίδιος κατά καιρούς τα πάντα και τα αντίθετά τους.

Θα μπορούσες να βάλεις πχ ένα δίσκο με κάποιες συνθέσεις του και να πεις: καταλαβαινόμαστε τώρα, δε χρειάζονται περσότερα -κι ας μην είναι δική του σύνθεση αυτό.
Ή να βάλεις το Μίκυ Μάους του Σιδηρόπουλου και να τα έχεις καλύψει πάλι όλα.

Μπορείς να πεις ότι ο Μίκης είναι μεγάλο κεφάλαιο, για να το διαγράφουμε μονοκοντυλιά, με ελαφριά καρδιά. Ή να πεις πως σε διάφορες κρίσιμες ιστορικές στιγμές ήταν με το μεγάλο κεφάλαιο, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όπως όταν έλεγε “Καραμανλής ή τανκς”.

Μπορείς και πρέπει -όχι τυπικά- να καταδικάσεις τις μπογιές και τα συνθήματα στο σπίτι του ή ακόμα να αναρωτηθείς γιατί ο χώρος έχει άλλα αντανακλαστικά και δείχνει ανοχή σε παρόμοια ατοπήματα ινδαλμάτων του που βολευτήκαν στο σύστημα. Αλλά είναι αστείο συνάμα να παρουσιάζεται η είδηση ως “τρομοκρατική επίθεση” στο σπίτι του Μίκη!

Λένε πολλοί πως πρέπει να διαχωρίσουμε το Μίκη και την πολιτική κριτική που του κάνουμε από το έργο του, που υφίσταται αυτοτελώς και διαχρονικά. Κι έχουν δίκιο! Αλλά ταυτόχρονα και άδικο. Γιατί ο Μίκης έγινε πολιτική οντότητα ακριβώς μέσα από το τεράστιο έργο του, που δεν ήταν αμιγώς καλλιτεχνικό. Και είναι τρομερό να αναλογίζεσαι τη δύναμή του, τη γοητεία που άσκησε σε μια γενιά, που τον λατρεύει μέχρι σήμερα -όπως φάνηκε και στο τελευταίο Φεστιβάλ μεταξύ άλλων.

Πολιτικά μιλώντας, το πρόβλημα του Μίκη δεν ήταν αυστηρά πολιτικό. Αυτά που λέει ανήκουν σε μια γενιά που γαλουχήθηκε αντίστοιχα, με την ιδέα πως η πατρίδα είναι ο λαός και είναι το δεύτερο αγκωνάρι -το άλλο είναι το ταξικό- στο οποίο πρέπει να βασίζεται ο αγώνας μας. Η ιδέα αυτή δεν ήταν δική του, αλλά ενός ολόκληρου πολιτικού φάσματος -και βασιζόταν σε υπαρκτά, συγκεκριμένα γεγονότα.

Το πρόβλημα είναι ότι ο Μίκης θεωρούσε πάντα τον εαυτό το κεφάλαιο, υπεράνω κομμάτων, άλλων προσώπων κτλ. Πίστευε πως δεν εισακούγεται, δεν του δίνουν πρωταγωνιστικό ρόλο, κι έφευγε συνήθως χολωμένος, νιώθοντας πως τον παραμερίζουν.
Το πρόβλημα επίσης είναι ότι δικαιούταν να το πιστεύει, είχε κάποια βάση, γιατί το έργο του ήταν τεράστιο πολιτικό κεφάλαιο και θα συνεχίσει να είναι, μένοντας ως παρακαταθήκη.

Κάποιοι σύντροφοι σκέφτηκαν ίσως πως ο Μίκης ήρθε στο τελευταίο φεστιβάλ για να “συμφιλιωθεί” μαζί μας, με το κόμμα, σκεπτόμενος και την υστεροφημία του. Αλλά τώρα πηγαίνει ως βασικός ομιλητής στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, γιατί πάντα σκεφτόταν -εκτός από την τάξη και το κόμμα της- με όρους πατρίδας.

Δεν προσπαθώ να γράψω κάτι κεντριστικό, που να τα πιάνει όλα, αλλά να δείξω τις αντιφάσεις, τα αντίθετα που παλεύουν κι ενώνονται σε ένα πρόσωπο. Το οποίο πρόσωπο δεν είναι υπεράνω κριτικής -κανείς μας δεν είναι. Αλλά κανείς και καμία κριτική δεν μπορούν να αγγίξουν το έργο του. Ούτε καν ο ίδιος, όπως γράφτηκε εύστοχα.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: