Η εξαθλίωση δεν μπορεί παρά να είναι και πνευματική

Όσοι αναπτύσσουν λούμπεν συνείδηση μπορεί να μην είναι οικονομικά εξαθλιωμένοι. Είναι όμως ιστορικά και μαθηματικά βέβαιο πως οδεύουν ολοταχώς προς τα εκεί, προς την οικονομική εξαθλίωση, που έχει ως βασική προϋπόθεση την πνευματική.

Τι είναι το πρωτεύον: Οι υλικές συνθήκες ή το πνεύμα – η συνείδηση; Για τον διαλεκτικό υλισμό, είναι λυμένο πως η ύλη καθορίζει τη συνείδηση και όχι αντίστροφα, όπως κηρύσσουν τα διάφορα ιδεαλιστικά ρεύματα. Επειδή ακριβώς είναι διαλεκτικός όμως, και όχι χυδαίος, βλέπει τις δυο έννοιες στην αλληλοσύνδεσή τους, σε μια διαλεκτική σχέση, ορίζοντας βέβαια τον πρωτεύοντα πόλο και τον δευτερεύοντα.

Οι ιδέες μπορούν να γίνουν υλική δύναμη, επηρεάζοντας την κίνηση του υλικού γίγνεσθαι κι έχοντας έναν βαθμό σχετικής αυτονομίας από το υλικό πλαίσιο που τις δημιούργησε. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι διάφορες θρησκευτικές δοξασίες ή, για να πάρουμε ένα πιο απλό και κοντινό χρονικά παράδειγμα, η ενσωμάτωση του κοινωνικού – πολιτικού ριζοσπαστισμού της μεταπολίτευσης, που ως τάση είχε ξεκινήσει και τα προηγούμενα χρόνια -με το μικροαστικό όνειρο απόκτησης ενός λουξ διαμερίσματος με ανέσεις- για να φτάσει πιθανότατα στην κορύφωσή της τη δεκαετία του ’80 που… ο λαός μας “έφαγε ψωμί με τον Ανδρέα” και ξέχασε όλα τ’ άλλα (βάσεις, ΕΟΚ, σοσιαλισμό), ενώ θεωρητικά δεν ξεχνούσε τι σημαίνει δεξιά.

Ο εκμαυλισμός συνειδήσεων πάτησε στην αντικειμενική βάση των λαϊκών κατακτήσεων κι ενός σχετικά καλύτερου βιοτικού επιπέδου, χωρίς πάντως να υπάρχει άμεση σχέση αιτίου – αιτιατού ανάμεσά τους και χωρίς να είναι βέβαια μια αναπόφευκτη αντικειμενική εξέλιξη. Ήταν τέτοια, δηλ αντικειμενική, ως μέρος ενός συγκεκριμένου φάσματος δυνατοτήτων κι όχι ως η μόνη δυνατή και λογική εξέλιξη. Οι συνειδήσεις αυτές παρέμειναν σε λήθαργο, υπό το βάρος και της διεθνούς αντεπανάστασης, ακόμα κι όταν έπαψε να υπάρχει το προηγούμενο “ευνοϊκό” πλαίσιο που τις τροφοδότησε και άρχισε να ξηλώνεται αθόρυβα το πουλόβερ των κατακτήσεων, που πρέπει να τις θεωρούμε τέτοιες, δηλαδή κατακτήσεις, και όχι απλώς παροχές ενός γενναιόδωρου κυβερνήτη.

Όταν η σταδιακή ποσοτική υποχώρηση ξεδιπλώθηκε ταχύτερα, οδηγώντας σε μια νέα ποιότητα που την κωδικοποιήσαμε ως “μνημονιακή”, ο κόσμος κατέβηκε μεν μαζικά στους δρόμους για να αντιδράσει και να δείξει την αντίθεσή του, στάθηκε όμως πολύ μακριά από το ύψος της απαιτούμενης αντίστασης ή ακόμα και από το αγωνιστικό βάθος άλλων εποχών. Το οποίο βάθος καθορίζεται από μια σειρά υλικούς και μη παράγοντες -ή μάλλον για την ακρίβεια, από έναν συνδυασμό παραγόντων: Από το επίπεδο της πάλης και του κινήματος και την ικανότητα του τελευταίου να ανακαλεί ή να αποτρέπει απολύσεις μετά από μια απεργία, μέχρι την συνειδητοποίηση των μαζών, αλλά και την εισοδηματική τους αντοχή στις δυσκολίες ενός παρατεταμένου απεργιακού αγώνα. Σε αυτό το πλέγμα παραγόντων ο καθένας συμβάλλει στο δικό του βαθμό, χωρίς κανείς απαραίτητα να είναι καθοριστικός, δείχνοντας την πολυπλοκότητα και την αντιφατικότητα των φαινομένων.

Κοινή συνισταμένη και βασικό χαρακτηριστικό όλη της προηγούμενης περιόδου, ωστόσο, ήταν η υποχώρηση της μαζικής πάλης την θέση της οποίας πήρε η μαζική ενσωμάτωση, η “συμφιλίωση” με την κυρίαρχη πολιτική -με αναγκαίο συμπλήρωμά της το αδιέξοδο “ανάθεμα” της αγανάκτησης, που δεν άλλαξε ποτέ και πουθενά τον ρου της ιστορίας- ακόμα και όταν εξέλιπαν οι συνθήκες και το υλικό πλαίσιο εντός του οποίου ευδοκίμησε και καλλιεργήθηκε. Το οικονομικό βόλεμα μπορεί να αποτελέσει την αντικειμενική βάση ενός “ιστορικού συμβιβασμού” και ενός συνειδησιακού βολέματος -με το εποικοδόμημα να ακολουθεί τη βάση. Η εξαθλίωση όμως δε γεννά απαραίτητα ριζοσπαστικές συνειδήσεις και αυτό είναι ένα βασικό ιστορικό δίδαγμα, που πολλοί αρνούνται να δεχτούν και να αφομοιώσουν.

Αυτό το τελευταίο είναι το κλειδί της απάντησης και στον εύκολο αφορισμό για την αποτυχία των δυνάμεων που αγωνίζονται για την επαναστατική υπέρβαση του καπιταλισμού να αξιοποιήσουν για αυτόν τον σκοπό μια από τις πιο σοβαρές κρίσεις στην ιστορία του. Είτε το δούμε σύμφωνα με την αγοραία αντίληψη “στο 5% είστε κολλημένοι” που μετράει τον κοινωνικό συσχετισμό μόνο με το αποτέλεσμα της κάλπης (και δεν είναι αποκλειστικό γνώρισμα των καθαρά αστών δημοσιολόγων, αλλά και άλλων, με αριστερό προσωπείο), είτε με βάση πιο ουσιαστικούς δείκτες (όπως η οργάνωση των εργαζομένων στα συνδικάτα, ο αριθμός των συλλογικών απεργιακών αγώνων κτλ), το συμπέρασμα δεν αλλάζει ως προς τη δύναμη των κομμουνιστών. Ωστόσο οι καπιταλιστικές κρίσεις δεν ταυτίζονται απαραίτητα με την επαναστατική κρίση του εκμεταλλευτικού συστήματος -και είναι ζήτημα προς θεωρητική διερεύνηση αν και με ποιον τρόπο μπορεί η πρώτη συνθήκη να μετεξελιχθεί στη δεύτερη. Ενώ ιστορικά – εμπειρικά, οι καπιταλιστικές κρίσεις έχουν συνδεθεί μάλλον με την άνοδο του φασισμού, που απορροφά την εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, παρά με την ενίσχυση του επαναστατικού κινήματος, το οποίο κατά τον 20ό αιώνα ενισχύθηκε αποφασιστικά αξιοποιώντας τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τον κλονισμό στις συνειδήσεις και την καθημερινότητα των λαϊκών στρωμάτων που επιφέρει μια εμπόλεμη κατάσταση. Αλλά και αυτό παραμένει ζήτημα προς ειδικότερη θεωρητική διερεύνηση, προτού γενικευτεί ως συμπέρασμα.

Οι κλασικοί του μαρξισμού χρησιμοποιούσαν τον όρο “λούμπεν” για το εξαθλιωμένο κουρελοπρολεταριάτο της εποχής τους, που έδινε μια μοναχική μάχη επιβίωσης, χωρίς αγωνιστική συνείδηση και πνεύμα αλληλεγγύης. Ήταν πρόθυμο να κάνει οτιδήποτε για να διασφαλίσει αυτή την επιβίωση και μπορούσε να γίνει ακόμα και ο καλύτερος σύμμαχος της εξουσίας για ένα ξεροκόμματο, σε πλήρη αντίθεση ακόμα και με το δικό του μεσοπρόθεσμο συμφέρον.

Σήμερα δε χρειάζεται να πάει μακριά κανείς για να δει αντίστοιχες εικόνες και παραδείγματα -αρκεί μια βόλτα στις γειτονιές του κέντρου, όπου οι μετανάστες ζουν στοιβαγμένοι σε τρώγλες, ανήλιαγα υπόγεια, πολλές φορές άνεργοι, χωρίς να βάλουν μια μπουκιά ψωμί στο στόμα τους για πολλές μέρες. Ενώ το μέλλον προδιαγράφεται ακόμα χειρότερο και αυτό δεν είναι ένα θλιβερό προνόμιο για της γης τους κολασμένους, αλλά και για όσους αποκοιμήθηκαν πάνω στα δικά τους υλικά “προνόμια” και ξύπνησαν όταν προσγειώθηκαν απότομα στην πραγματικότητα, αλλά οι συνειδήσεις τους παραμένουν εν υπνώσει. Λίγοι έχουν συνειδητοποιήσει τι σημαίνει στην πράξη, ως μαζικό φαινόμενο, να βγαίνουν γενιές χωρίς βασικά δικαιώματα, χωρίς σταθερή δουλειά και αξιοπρεπή μισθό, χωρίς τη δυνατότητα να δουλεύουν παρά μόνο για μερικούς μήνες, με απολαβές σαν επιδόματα, και πάνω απ’ όλα χωρίς να θεωρούν αυτονόητο ότι δικαιούνται περισσότερα, να ζήσουν καλύτερα από τις προηγούμενες γενιές, και χωρίς να ξέρουν πώς να το διεκδικήσουν.

Νομίζω πως το λούμπεν στοιχείο, σήμερα, είναι ακόμα πιο μαζικό, χωρίς να ταυτίζεται απαραίτητα με την υλική εξαθλίωση. Πολύς κόσμος μπορεί να πασπαλίζει την οικονομική του εξαθλίωση με τα νέα επιτεύγματα της τεχνολογίας, καταναλωτικά αγαθά κτλ, χωρίς αυτό να αλλάζει στο παραμικρό την ουσία.

Λούμπεν σήμερα δεν είναι αυστηρά και μόνο οι εξαθλιωμένοι που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Λούμπεν είναι (και) οι ντεκλασέ, αυτοί που δεν έχουν ταξική συνείδηση, αυτοί που νομίζουν πως το δικό τους συμφέρον ταυτίζεται με το καλό των εκμεταλλευτών τους. Λούμπεν στοιχεία μπορεί να βρει κανείς στο γήπεδο, που έχουν αρκετά λεφτά να αγοράσουν εισιτήριο αλλά όχι αρκετό μυαλό και κρίση για να καταλάβουν πως είναι αυτοκτονικό να τα δίνουν όλα για την ομάδα τους και βασικά για τον ιδιοκτήτη της. Λούμπεν στοιχεία ή στάσεις-συμπεριφορές μπορεί να βρει κανείς πολύ εύκολα και στο διαδίκτυο, με όσους νομίζουν πως εναντίωση στο σύστημα είναι το τρολάρισμα στην κυβέρνηση ή πχ το χιούμορ του Luben και εξαντλούν κάπου εκεί τις “ριζοσπαστικές” τους διαθέσεις. Λούμπεν στοιχεία είναι ή έχουν κι όσοι είναι αδιάφοροι και αμέτοχοι, όσοι απαρνούνται την τάξη τους και το ιστορικό της καθήκον, τους αγώνες που δίνει για να βελτιώσει τη θέση της, όσοι τα θεωρούν όλα αυτά παρωχημένα και χώνουν το κεφάλι τους σε διάφορες “διεξόδους” για να αποδράσουν από την πραγματικότητα.

Όσοι αναπτύσσουν λούμπεν συνείδηση μπορεί να μην είναι οικονομικά εξαθλιωμένοι. Είναι όμως ιστορικά και μαθηματικά βέβαιο πως οδεύουν ολοταχώς προς τα εκεί, προς την οικονομική εξαθλίωση, που έχει ως βασική προϋπόθεση την πνευματική.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

  • Ο/Η M Mmm λέει:

    ” Ενώ ιστορικά – εμπειρικά, οι καπιταλιστικές κρίσεις έχουν συνδεθεί μάλλον με την άνοδο του φασισμού, που απορροφά την εκτεταμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, παρά με την ενίσχυση του επαναστατικού κινήματος”

    Αυτή ειναι μια ερμηνια. Μια αλλη ερμηνια οτι οι σχέσεις παραγωγής κ πως ειναι δομημενη αυτή δημιουργούν ενα υποβαθρο πανω στο οποιο ερμηνευουν κ αντιδρουν οι λαοί όταν έρθει η ώρα της οικονομικής κρίσης.
    Εχω την εντύπωση οτι λαοι με πρόσφατο κοινωτικο παρελθον ευννοούν τον ριζοσπαστισμο ενώ ο σύγχρονος ανθρωπος αποκομένος απο τις κοινωτικές παραδόσεις του δεκαετίες τώρα αντιδρα στις κρισεις με εκφασισμό.

Κάντε ένα σχόλιο: