Φίλε καπνιστή, δεν είναι πράξη αντίστασης να φυσάς τον καπνό μες στα μούτρα μου

Φίλε καπνιστή, η στάση της κυβέρνησης δεν είναι άλλοθι για τη δική σου στάση. Και αν φυσάς τον καπνό σου μες στα μούτρα μου, δεν κάνεις κάποια πράξη πολιτικής αντίστασης, ενάντια στην κυβέρνηση, αλλά μια πράξη εναντίον μου.

Μήπως η κυβέρνηση κόπτεται για τη δική μας υγεία; Ούτε κατά προσέγγιση. Αν ήταν έτσι, θα φρόντιζε και για το κομμάτι της πρόληψης, χτυπώντας τη ρίζα του προβλήματος. Εφόσον δεν το κάνει αυτό, οποιαδήποτε κίνηση είναι υποκριτική ή στην καλύτερη περίπτωση τρύπα στο νερό και επιδερμική.

Ένα βασικό κίνητρο των αρχών είναι ασφαλώς το εισπρακτικό. Βλέπουν το θέμα λογιστικά ως μια πηγή εσόδων, με κυνηγούς προστίμων που παίρνουν bonus κάθε φορά που “χτυπάν την παραβατικότητα και την ανομία”. Αυτό θα πει λειτούργημα… Κι όπου δε φτάνει το κνούτο της καταστολής, φτάνει η ρουφιανιά του καταδότη στο 1142 και το πνεύμα του χαφιέ ανάμεσά μας, ως -όχι και τόσο αμελητέο- παράπλευρο όφελος για την εξουσία.

Αυτά είναι γνωστά και είναι η ουσία του θέματος. Δεν τα γράφω ως πρόλογο, για να τα αναιρέσω στη συνέχεια, με “ναι μεν αλλά…”. Τα βάζω στην αρχή γιατί είναι το βασικό που πρέπει να προτάσσουμε, όταν μιλάμε για τον αντικαπνιστικό νόμο που τέθηκε σε ισχύ.

Αφού λοιπόν συμφωνήσουμε σε αυτά, έχοντας καταλήξει ότι είναι τα πιο σημαντικά, μπορούμε να πάμε παρακάτω. Φίλε καπνιστή, η στάση της κυβέρνησης δεν είναι άλλοθι για τη δική σου στάση. Και αν φυσάς τον καπνό σου μες στα μούτρα μου, δεν είναι κάποια πράξη πολιτικής αντίστασης ενάντια στην κυβέρνηση και τον νόμο της, απλώς μπορεί να με στρέψεις εναντίον σου και να μπει λάθος η διαχωριστική γραμμή.

Όταν αρχίζεις να μιλάς για το αναφαίρετο δικαίωμά σου και την ελευθερία σου να καπνίζεις σε δημόσιους κλειστούς χώρους, αφενός αγνοείς το δικό μου δικαίωμα να γυρίζω σπίτι χωρίς να βρωμοκοπάνε τα ρούχα μου και να πρέπει να τα περάσω από κλίβανο, αφετέρου δε διαφέρεις ουσιαστικά από τον αστικό ορίζοντα αυτών που θεωρητικά αντιπαλεύεις.

Όταν θεωρείς πολύ πετυχημένο το αστείο που λέει πως δεν υπάρχουν παθητικοί καπνιστές (που υποφέρουν), παρά μόνο αντιπαθητικοί αντι-καπνιστές… Ή όταν μου εξηγείς πως δεν μπορώ να μπω στη θέση σου και να σε καταλάβω, τι είναι να καπνίζεις μαζί με τον καφέ ή το ποτό σου, λες και είναι η πεμπτουσία της ζωής, αποδεικνύεις πως αδυνατείς να κάνεις μια στοιχειώδη αφαίρεση και να σκεφτείς οτιδήποτε άλλο πέρα από τον εαυτό σου.

Αλλά όσο και αν προσπαθείς να ντύσεις πολιτικά και να θεωρητικοποιήσεις αυτή τη συνήθειά σου, όσο και αν προκαλείς την κοινή νοημοσύνη -και τη δική μου μαζί- με αυτά που βαφτίζεις “επιχειρήματα”, δεν πρόκειται να με κάνεις να χάσω το δάσος και να ασχοληθώ με το δέντρο.

Έχουμε καθαρό μέτωπο και στόχευση, που δε θα θολώσει με καπνούς και φούμαρα, ούτε χρειάζονται δυο κατοστάρικα και πρόστιμα για να φυσήξεις και να φύγει από μπροστά το σύννεφο.

Κι αν μάθουμε να καταλαβαινόμαστε τώρα, δε χρειάζονται περσότερα. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα ‘μαστε στους αγώνες…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

7 Σχόλια

  • Ο/Η Άγης λέει:

    Αν αποδέκτης του κειμένου ήταν ο “φίλος καπνιστής” που σου “φυσά τον καπνό μες στα μούτρα” και που θεωρεί πετυχημένο το αστείο με τους αντιπαθητικούς αντικαπνιστές, θα μπορούσες να του το έχεις στείλει προσωπικά με ένα μέιλ. Αφού όμως το ανεβάζεις σαν “κείμενο γνώμης” με μια γενίκευση που προφανώς δεν περιορίζεται στον συγκεκριμένο φίλο σου, θέλοντας και μη έχεις ήδη αφήσει το δάσος και ασχολείσαι με το δέντρο προκαλώντας κι άλλους (όπως εμένα) ν’ ασχοληθούν μ’ αυτό.

    Η απορία μου, Βασίλη, είναι αν η ιερή δυσανεξία που εκφράζεις προηγείται του νόμου (που τότε κατά κάποιο τρόπο ήρθε σαν ανταπόκριση σε αυτήν) ή αν έπεται του νόμου και αποτελεί στην πραγματικότητα προϊόν του.
    Την απάντηση στο ερώτημα μόνο εσύ τη γνωρίζεις, ωστόσο αν είναι η δεύτερη σηκώνει αρκετό προβληματισμό. Και πόσο μάλλον σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς αυτού του είδους η δυσανεξία αποτελεί παράγωγο του συγκεκριμένου νόμου προορισμένο να διαποτίζει τις κοινωνικές σχέσεις της καθημερινότητας.
    Και σημειωτέον, η δυσανεξία είναι δυσανεξία: δεν είναι δυσανεξία για τον καπνό, είναι δυσανεξία γενικά, είναι ο διαποτισμός με την αντίληψη του πρόστιμου που επικρέμαται και του “ράμπο” που καραδοκεί (πόσο μάλλον και της θεσμοθετημένης ρουφιανιάς) για την αποκατάσταση της κάθε “ανορθογραφίας”, και είναι επίσης ο εστιασμός του βλέμματος στην κάθε “ανορθογραφία” που αν δεν έχει ακόμα το δικό της πρόστιμο και τον δικό της “ράμπο” θα πρέπει να τα αποκτήσει.

    Από αυτή την άποψη, που είναι και η ουσιαστική άποψη του νόμου, παραμένει απλή φιλολογία και η εισαγωγή του κειμένου σχετικά με την “ουσία του θέματος”, αφού όλο το παρακάτω δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η αποδοχή αυτής της ουσίας, των προστίμων και των “ράμπο”, προκειμένου να μη μυρίζουν τα ρούχα σου καπνό όταν γυρνάς από την καφετέρια ή από το μπαρ σε τελική ανάλυση.

    Επομένως, ναι μεν “πάλι σύντροφοι θα ‘μαστε στους αγώνες”, αλλά σα φίλοι για έναν καφέ δε θα κάτσουμε (και δεν εννοώ εσένα κι εμένα όπως καταλαβαίνεις), γιατί βλέπεις μέσα στο όλο “δάσος” ο νόμος αυτός ήρθε να βάλει ένα “δέντρο” και να διαταράξει “από τα πάνω” την κανονικότητα των καθημερινών κοινωνικών σχέσεων με έναν τρόπο που δεν ήταν προϊόν των σχέσεων αυτών αλλά του νόμου που τις έβαλε στο στόχαστρό του, και που συμπληρώνεται κι από πάνω με παραινέσεις για το χάσιμο του δάσους και της ενασχόλησης με το δέντρο με ένα κείμενο σαν κι αυτό που επέλεξε ν’ ασχοληθεί με το δέντρο στο όνομα της προσήλωσής του στο δάσος.

    Αυτά για την ώρα, για όσο δηλαδή η δυσανεξία παραμένει δυσανεξία και δεν έχει ολοκληρωθεί στην υποχονδριακού τύπου υστερία την αναπτυγμένη στις χώρες-πρότυπο των μέτρων που υπερασπίζεται το κείμενό σου παρ’ όλο το κενό γράμμα των τριών πρώτων παραγράφων του.

    • Ο/Η Βασίλης Κρίτσας λέει:

      Θα δυσκολευόμουν πολύ να φανταστώ, Άγη, πως ένα τόσο απογοητευτικό και κακό σχόλιο είναι δικό σου, αν δεν είχε την υπογραφή σου. Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η αδυναμία κατανόησης βασικών σημείων του κειμένου, που προφανώς δεν μπορώ να την αποδώσω σε γενικότερα ελλιπή αντιληπτική ικανότητα και το μόνο που μου μένει ως πιθανή εξήγηση είναι η κακή πίστη και η εμπάθεια, όχι προς το πρόσωπό μου, αλλά προς οποιονδήποτε επισημαίνει στοιχειωδώς ότι “δεν είναι δικαίωμα του καπνιστή να ενοχλεί τους γύρω του, σε δημόσιους κλειστούς χώρους”.

      Είναι τόσο χοντροκομμένες και ανυπόφορα διαστρεβλωτικές κάποιες κρίσεις σου, που αναρωτιέμαι αν έχει νόημα να μπω στον κόπο να τις αναιρέσω μία προς μία. Εντελώς ενδεικτικά -και ενδεχομένως μάταια, αν κρίνω από την κατανόηση του αρχικού κειμένου- σημειώνω τα εξής.
      Αναφέρθηκα ποτέ σε κάποιον συγκεκριμένο καπνιστή; Σε κάποιον που όντως γέλασε με το ανόητο αστείο για αντιπαθητικούς αντικαπνιστές πχ; Όχι. Ασφαλώς και αναφέρεται γενικά σε μία ομάδα, που έχει τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και σε αυτήν ακριβώς απευθύνεται.
      Χρειάζεται ιδιαίτερη αντιληπτική ικανότητα για να καταλάβει κανείς ποια είναι αυτή η ομάδα; Για να κατανοήσει ότι δεν μπαίνουν όλοι οι καπνιστές στο ίδιο τσουβάλι; Ότι αναφέρομαι πολύ συγκεκριμένα σε αυτούς που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους στις χρονικο-υποθετικές προτάσεις που ξεκινάν με το “όταν…”; Όταν μιλάς για το αναφαίρετο δικαίωμά σου… Όταν μου εξηγείς… Όταν θεωρείς πολύ πετυχημένο…
      Γιατί χρειάζονται επεξήγηση όλα τα παραπάνω, λες και βρισκόμαστε στο δημοτικό; Ίσως γιατί τελικά κι εσύ αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε κάποια από όλα αυτά, είναι όμως πολύ πιο βολικό να μου χρεώσεις ότι τσουβαλιάζω στο ίδιο σακί όλους όσους καπνίζουν.

      Συνεχίζουμε παρακάτω, με όσα λέει το σχόλιό σου.
      Όποιος δε θέλει να βγαίνει έξω και να μυρίζουν τα ρούχα του και τα μαλλιά του καπνό, έχει ΔΥΣΑΝΕΞΙΑ στους καπνιστές, λες και μιλάμε πχ για λακτόζη ή κάτι αντίστοιχο; Είναι δηλ δικό του πρόβλημα και όχι του καπνιστή που αρνείται να σκεφτεί τους άλλους και να βγει έξω από τα όρια του εαυτούλη του (αναγκάζομαι να διευκρινίσω πως η προηγούμενη πρόταση δεν αναφέρεται συλλήβδην σε όλους τους καπνιστές, αλλά συγκεκριμένα σε αυτούς που συμπεριφέρονται με τον συγκεκριμένο τρόπο); Ευτυχώς γνωρίζω αρκετούς συντρόφους καπνιστές, που έχουν… “δυσανεξία” σε όσους θεωρητικοποιούν αυτό που κάνουν με αντίστοιχους παραλογισμούς.

      Παραπέρα, μαθαίνουμε ότι όποιος… “έχει δυσανεξία” στο να γυρίζει από μια έξοδο μυρίζοντας σαν σταχτοδοχείο, δεν είναι απλά δυσανεκτικός -κάπως σα να λέμε δυσκοίλιος- αλλά το κάνει και επειδή έχει εσωτερικεύσει την τιμωρητική, εισπρακτική λογική του αντικαπνιστικού νόμου με τα πρόστιμα. Αν μάλιστα παίρνει σαφή αρνητική θέση απέναντι στην κυβέρνηση και την περισσή υποκρισία της, προτάσσοντας αυτό το σημείο, αναιρεί ωστόσο την αντίθεσή του, με την άρνησή του να υπομείνει αγόγγυστα το μαρτύριο του καπνού, αποκαλύπτοντας την αντιδραστική του θέση, ως προϊόν του νόμου, τον οποίο και έχει εσωτερικεύσει.

      Κάπου εδώ βλέπουμε άσπρο καπνό (άνευ τσιγάρου) για την ανάδειξη του μεγαλύτερου παραλογισμού, που χάνει κάθε επαφή με τα εγκόσμια και τους κανόνες λογικής. Αυτοί οι τελευταίοι μένουν ως ελπίδα στον πάτο του κουτιού, ενώ στον πάτο του πηγαδιού βρίσκουμε τη… συντροφική διάθεση του θεριακλή-μάγκα που ονειρεύεται ως πρότυπο την παλιά καλή οθωμανική αυτοκρατορία ενάντια στην Ευρωλάνδη που έρχεται να μας επιβάλει την απαγόρευση στο ντουμάνιασμα και ονειρεύεται την επιστροφή στην κανονικότητα (;!) σα γνήσιος αριστερός-κομμουνιστής, εντοπίζοντας ως εχθρούς αυτούς που επισημαίνουν τα αυτονόητα και βαφτίζοντάς τους δυνάμει υποχονδριακούς και υστερικούς.

      Ας μου συγχωρεθεί η ειρωνεία, αλλά είναι η μόνη δυνατή απάντηση που έχω σε τόσες μαζεμένες προσβολές -και πάνω από όλα στην προσβολή της νοημοσύνης μου, ιδίως στο σημείο που ερμηνεύει μοναδικά την ενόχλησή μου (δυσανεξία, σόρι) ως απόρροια του νόμου, γιατί πριν τα δεχόμουν όλα κανονικά και ήμουν πολύ χαρούμενος με τις συνέπειες. Τι διαβάζουμε…

      Σε κάθε περίπτωση, η ουσία όσων λέω βρίσκεται κυρίως στο τέλος του κειμένου και όχι μόνο στις τρεις πρώτες παραγράφους -των οποίων την… υποκρισία ή μάλλον το… κενό γράμμα αποκάλυψες με περισσή μαεστρία και θαυμαστές νοητικές ακροβασίες. Η ουσία λοιπόν είναι ότι όσο και αν προσπαθείτε (όχι όλοι οι καπνιστές, αλλά εσείς που σοφά αναγνωρίσατε τους εαυτούς σας σε όσα βάζει το κείμενο) να θεωρητικοποιήσετε το “δικαίωμά σας να ντουμανιάζετε τον άλλον”, να το ντύσετε με πολιτικούς όρους -ου μην και εν είδει αντίστασης- και να εκνευρίσετε με τους παραλογισμούς σας όσους δε συμφωνούν μαζί σας (ανάμεσα σε αυτούς και πολλούς καπνιστές), εμείς θα φροντίσουμε να κρατήσουμε στο βλέμμα μας το δάσος. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα είμαστε στους αγώνες -και ας μη σώσουμε να βγούμε ποτέ για καφέ, ιδίως αν είναι να φυσάς τον καπνό σου στα μούτρα των άλλων.

      Υγ: δεν περισσεύει ίσως να σημειώσω -και με αυτό κλείνω την όποια συμμετοχή μου σε έναν μη διάλογο- την χαώδη ειδοποιό διαφορά που χωρίζει τις κομματικές εργασίες οργάνων ή τις εκδηλώσεις του ΚΚΕ από αυτές άλλων χώρων με αριστερή αναφορά -εντός ή εκτός εισαγωγικών- και αρκετή αγάπη στον δικαιωματισμό. Στις πρώτες υπάρχει απεριόριστος και αυτονόητος σεβασμός προς όλους, στις δεύτερες είναι πολύ δύσκολο να σταθείς χωρίς να σε πιάσει βήχας και η εικόνα αντιστοιχεί με αυτήν ενός τεκέ. Τυχαίο; Δε θα το έλεγα…

  • Ο/Η Άγης λέει:

    Δεν το είχα καταλάβει 40 χρόνια τώρα ότι ήμουν τόσο αντικοινωνικός. Φαίνεται ότι η μέχρι χθες έλλειψη των επιτηρητών “ράμπο” και των προστίμων εμπόδιζε τις κατά καιρους παρέες μου να μου το επισημάνουν. Χρειαζόταν τελικά αυτό το νομικό υπόβαθρο για να απελευθερώσει την έκφραση τόσης αγανάκτησης συσσωρευμένης επί δεκαετίες. Αλλά αφού είναι έτσι, τουλάχιστον ας λείπει η υποκριτική καταγγελία του νομικού υπόβαθρου.

    Δυσανεξία = το να μην μπορείς να ανεχτείς. Ρώτα τον εαυτό σου αν μέχρι χθες μπορούσες να ανεχτείς κάποιον που καπνίζει στην παρέα που καθόσουν, ενώ σήμερα κατ’ εφαρμογή του νόμου αδυνατείς πλέον να τον ανεχτείς. Δεν το έχω καταλάβει ακόμα: Το θέμα σου είναι αν σου φυσά τον καπνό στα μούτρα ή τον φυσά από την άλλη μεριά;
    Η υστερία, επίσης, αποτελεί μια πραγματικότητα στις ΗΠΑ (που αυτές είναι και το πρότυπο των μέτρων αυτού του είδους), πραγματικότητα συμπληρωμένη από αντικαταθλιπτικά για ενήλικους, παιδιά και κατοικίδια, σε συνθήκες όπου κατά τα άλλα απαγορεύεται το κάπνισμα σε σπίτια από τον κανονισμό της πολυκατοικίας, και όπου (σύμφωνα με ρεπορτάζ των “Νέων”) έχει εμφανιστεί το επάγγελμα του “ανιχνευτή καπνού” μήπως τυχόν διεισδύουν από τις σωληνώσεις μόρια καπνού από τον παράνομο καπνιστή του γειτονικού διαμερίσματος προκειμένου να επιληφθούν κατόπιν τα όργανα της “τάξης” (με το οποίο βεβαίως “διαφωνείς”). Άλλο σύμπτωμα (υποχονδριακής) υστερίας, αν και κάπως πιο προχωρημένο: ο νευρικός βήχας όταν βλέπεις κάποιον να καπνίζει στην οθόνη του σινεμά π.χ.. Να το “προσέξετε” αυτό (τα εισαγωγικά αφορούν την χρήση του πληθυντικού αριθμού).

    Και, τέλος, όχι, δεν βρίσκεται η οθωμανική αυτοκρατορία στο βάθος του φαντασιακού μου. Τα ευρωπαϊκά καμπαρέ της όχθης του Σηκουάνα φαντασιώνομαι.

    Δεν χρειάζεται τόση ξινίλα. Στην τελική αυτή απλώς συγκαλύπτει την αδυναμία μιας “αλα καρτ” αποδοχής των μέτρων του νόμου, περιοριζόμενης στο “φύσημα στα μούτρα” αλλά χωρίς – δήθεν – το συμπλήρωμα των προστίμων και των “ράμπο” που βάζει στην κοινωνική ζωή.

    • Ο/Η Βασίλης Κρίτσας λέει:

      Επανέρχομαι για να διευκρινίσω αυτό που επιμένει να διαφεύγει της αντίληψής σου: ούτε πριν μου άρεσε ούτε τώρα. Αυτό που δεν ανέχομαι τώρα -γιατί τώρα εκδηλώθηκε πολύ περισσότερο- είναι αυτόν που ντύνει με πολιτικό, ριζοσπαστικό πρόσημο την άρνησή του να με σεβαστεί. Δε χρειάζεται τόση βαρβατίλα -για να απαντήσω στην προτροπή σου για λιγότερη ξινίλα. Και σίγουρα δε χρειάζεται κανένας Ράμπο, για να μπορείς να είσαι άνθρωπος -πόσο μάλλον σύντροφος- και να σκέφτεσαι τον διπλανό σου. Αν αυτό το θεωρείς υστερία, μπορείς να κάνεις σχετική παρατήρηση στην επόμενη δημόσια κομματική εκδήλωση και να τους εξηγήσεις πόσο λάθος βλέπουν το θέμα.

    • Ο/Η vassilis λέει:

      Φίλε Άγη,
      Σπούδασα στη Ρουμανία 76-82, επί Τσαουσέσκου δηλαδή. Έμενα όπως όλοι οι φοιτητές στην εστία. Ένα δωμάτιο, δύο άτομα, ίσα ίσα χωρούσαμε. Ο συγκάτοικος κάπνιζε, εγώ ελάχιστα και μόνο έξω. Ο συγκάτοικος δεν σέβονταν ούτε όταν κοιμόμουν, ούτε όταν ήμουν άρρωστος,ούτε όταν διάβαζα και έξω έκανε -10 και δεν μπορούσαμε να ανοίξουμε παράθυρο. Στα εστιατόρια, το κάπνισμα
      απαγορεύονταν, εκτός από συγκεκριμένες θέσεις. Οι “ελληνάρες” που πλήρωναν σε συνάλλαγμα, τσαμπουκά, κάπνιζαν παντού. Στου κινηματογράφους και στα θέατρα επίσης. Εκεί, δεν πήγαιναν οι “ελληνάρες” κι έτσι δεν υπήρχε πρόβλημα. Στη σχολή, το κάπνισμα απαγορεύονταν δια ροπάλου μέσα στο αμφιθέατρο,στις τάξεις και στα εργαστήρια. Μόνο έξω, στους διαδρόμους. Εκεί επίσης, οι “ελληνάρες” δεν τολμούσαν να κάνουν αλλιώς διότι έπεφτε αποβολή ακαριαία, χώρια το κράξιμο από τους συμφοιτητές μας τους Ρουμάνους, οι οποίοι και αυτοί μπορεί να κάπνιζαν. Και τέλος, το πιο ωραίο. Οι Ρουμάνοι, έμεναν πέντε άτομα στο δωμάτιο στην εστία. Και οι πέντε κάπνιζαν. Ούτε ένας όμως μέσα στο δωμάτιο.

  • Ο/Η Άγης λέει:

    Αυτό που τώρα εκδηλώθηκε, επίσης, πολύ περισσότερο και που αντικειμενικά είναι παράγωγο της νομοθεσίας, είναι η “μαχητικότητα” του είδους που διακρίνει το κείμενο αυτής της ανάρτησης, η οποία εκτός των άλλων τη μια παίζει με το γράμμα της λέξης και την άλλη με τη γενίκευση, τη μια με την λεκτική καταγγελία και την άλλη με την πρακτική αποδοχή, ώστε πράγματι δεν πιάνεται από πουθενά.
    Το παιχνίδι με τις λέξεις συνεχίζεται και στην υποτιθέμενη συζήτηση: Η δυσανεξία (αδυναμία να ανεχτείς) παραπέμπει στη λακτόζη, το τι θεωρώ και περιγράφω υστερία “ανταλλάσσεται” με το αν θεωρώ υστερία κάτι άλλο (στο απυρόβλητο λοιπόν αυτό που ε ί ν α ι υστερία δια της αντικατάστασής της με το άλλο που μήηηπως το θεωρώ), η ξινίλα ξεχειλίζει με τα θεριακλή-μάγκα και τα παρόμοια, ακονίζει την “ιδεολογική” αιχμή της στην καταγγελία της νοσταλγίας του οθωμανισμού, συμπληρώνεται με την επίθεση στον ανεμόμυλο της “κανονικότητας” (πάει η λέξη, έπεσε νεκρή), κλιμακώνεται με το φάντασμα της βαρβατίλας και κορυφώνεται με το τελειωτικό για τις “παρατηρήσεις μου στις κομματικές εκδηλώσεις”.
    Κι όλα αυτά – προσοχή στις παρεξηγήσεις – δεν είναι παράγωγα του νόμου, αλλά εκδηλώσεις και προτροπές ανθρωπιάς και συντροφικότητας.

    vassilis, θα μπορούσα κι εγώ να περιγράψω ελληνικές εμπειρίες: το κάπνισμα “εκείνα τα χρόνια” επιτρεπόταν στο φουαγιέ κλπ, ο τερματισμός του στις ουρές των δημόσιων υπηρεσιών και των τραπεζών πολύ φυσικά (και σε αντίθεση με τώρα) δεν στενοχώρησε σχεδόν κανέναν, και γενικά μιλώντας δεν ισχυρίζομαι ότι δεν παρουσιάζονται ή δεν παρουσιάζονταν μικροπροβλήματα στις καθημερινές σχέσεις ανάμεσα σε καπνίζοντες και μη, απλά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και ευκολότερα ή δυσκολότερα διευθετούνταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μέσα από τις ίδιες αυτές σχέσεις κι όχι με την μηχανική υπαγωγή των συμπεριφορών σε προκρούστειους νομικούς κανόνες, στοχευμένους (και όχι μόνο οι συγκεκριμένοι) στην εγκαθίδρυση διπολικών κοινωνικών διαχωρισμών ας μου επιτραπεί η εκτίμηση (και με την ελπίδα ότι το επίθετο “διπολικών” δεν θα χρησιμεύσει “διαθεματικά” για να πούμε κάτι άλλο από αυτό που λέμε).

    Δε νομίζω πώς έχω κάτι να προσθέσω εδώ, προτιμάω να βάλω κερί στ’ αυτιά μου και να δεθώ στο κατάρτι παρά να υποκύψω στις σειρήνες της “πρόκλησης”, και εύχομαι στο μέλλον να μάθουμε να λέμε το δέντρο δέντρο και το δάσος δάσος.

Κάντε ένα σχόλιο: