Ερωτήματα για το 1821 – Ποια ήταν η τύχη του μουσουλμανικού πληθυσμού στα επαναστατημένα εδάφη;

Με το άκουσμα των πρώτων φημών για τον ξεσηκωμό των ραγιάδων, ξεκίνησε ένα ρεύμα φυγής μουσουλμανικών οικογενειών, στο οποίο πρωτοστάτησαν οι ευπορότερες από αυτές.

Ποια ήταν η τύχη του μουσουλμανικού πληθυσμού στα επαναστατημένα εδάφη;

Την εποχή της Επανάστασης, οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν λίγο κάτω από το 10% του πληθυσμού του Μοριά, και ήταν κυρίως Τουρκαλβανοί, δηλαδή μουσουλμάνοι αρβανιτόφωνοι oι λεγόμενοι “Κονιάρηδες”, έποικοι δηλαδή από την Ανατολία, όπως υποδήλωνε και το προσωνύμιό τους (από την πόλη Ικόνιο ή Κόνια στα τούρκικα). Με λιγοστές εξαιρέσεις, οι μουσουλμάνοι αυτοί βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στις πόλεις της Πελοποννήσου, όπου ήταν τα κέντρα της οθωμανικής εξουσίας, σε ασφαλή απόσταση από την πλειοψηφικά χριστιανική ύπαιθρο. Οι πλουσιότερες μουσουλμανικές οικογένειες, παρά το μικρό τους αριθμό, συγκέντρωναν τα 2/3 της γης της χερσονήσου, συνήθως μάλιστα τις ευφορότερες εκτάσεις.

Με το άκουσμα των πρώτων φημών για τον ξεσηκωμό των ραγιάδων, ξεκίνησε ένα ρεύμα φυγής μουσουλμανικών οικογενειών, στο οποίο πρωτοστάτησαν οι ευπορότερες από αυτές, γεγονός που στη συνέχεια παρακινούσε και τους φτωχότερους μουσουλμάνους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Αρχικά οι ροές ήταν ανοργάνωτες, αλλά στη συνέχεια απέκτησαν πιο συστηματικό χαρακτήρα, ειδικότερα όταν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί έπρεπε να περάσουν από περιοχές στις οποίες ήταν ευάλωτοι σε επιθέσεις.

Το γεγονός ότι μέσα σύντομο χρονικό διάστημα ακόμα και ισχυροί μουσουλμανικοί θύλακες, εγκατεστημένοι επί τούτου από την κεντρική εξουσία σε στρατηγικά σημεία του Μοριά, διαλύθηκαν τόσο γρήγορα, δημιουργούσε ένα αποτέλεσμα ντόμινο στο σύνολο των ομοθρήσκών τους. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως στην Αχαΐα και ειδικότερα τη Βοστίτσα (Αίγιο), οι μουσουλμάνοι πέρασαν με βάρκες απέναντι στη Φωκίδα, συνήθως όμως κατέφευγαν στις πόλεις και κυρίως στα οχυρά σημεία τους. Σημεία συγκέντρωσης έγιναν ο Ακροκόρινθος, το Ναύπλιο όπου κατέφυγαν οι μουσουλμάνοι του Άργους, οι οχυρώσεις της Πάτρας, το Ρίο, το Νεόκαστρο, η Κορώνη, η Μεθώνη, η Πύλος, η Επίδαυρος, ενώ περίπου ο μισός μουσουλμανικός πληθυσμός συγκεντρώθηκε στην πρωτεύουσα του Μοριά, την Τρίπολη ή Τριπολιτσά όπως λεγόταν τότε.

Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως εκείνες της Πάτρας και της Κορίνθου, οι πολιορκούμενοι προέβαλαν μεγάλη αντίσταση, πετυχαίνοντας αρχικά την εκδίωξη των επαναστατών. Έτσι έγινε στην Πάτρα, όπου μετά από κανονικές μάχες μέσα στην πόλη, οι χριστιανικοί πληθυσμοί κατέφυγαν στα Επτάνησα ή τη γύρω ύπαιθρο, αντιμετωπίζοντας μάλιστα εξορμήσεις μουσουλμάνων από την πόλη, που έσφαζαν και λεηλατούσαν. Δραματική ήταν και η τύχη των χριστιανών κατά την πρώτη απόπειρα πολιορκίας της Κορίνθου, όπου πρωτοστάτησε ο Παπαφλέσσας, καθώς οι Τουρκαλβανοί του κεχαγιάμπεη Μουσταφά της Τριπολιτσάς διέλυσαν τις ελπίδες των πολιορκητών για μια εύκολη επικράτηση στην πόλη.

Σε γενικές γραμμές όμως, η εξέλιξη για τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς διαγραφόταν δυσοίωνη, καθώς γύρω από τις πόλεις όπου κατέφευγαν άρχισαν να δημιουργούνται στρατόπεδα επαναστατημένων Ελλήνων, οι οποίοι επίσης επιτίθονταν συχνά στα καραβάνια των φυγάδων ευελπιστώντας σε προσπορισμό τιμαλφών. Αλλά και μέσα στα φρούρια των πόλεων η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη, καθώς οι πολιορκημένοι για την τροφοδοσία τους διέθεταν κυρίως κοπάδια, με τη συντήρηση του κρέατος να είναι δύσκολη όμως λόγω έλλειψης αλατιού. Με το πέρασμα των εβδομάδων η κατάσταση γινόταν τόσο ασφυκτική, που άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για κατανάλωση απόβλητων, ακόμα και περιστατικά ανθρωποφαγίας μεταξύ των πολιορκημένων. Η βιαστική και πρόχειρη ταφή των εκατοντάδων νεκρών οδήγησε σε ξέσπασμα επιδημίας τύφου, που εξαπλώθηκε και στο ελληνικό στρατόπεδο κι αργότερα σε ολόκληρο το Μοριά, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στον πληθυσμό.

Ιδιαίτερη απελπιστική ήταν η κατάσταση στην Τριπολιτσά, όπου γυναίκες της πόλης έφτασαν να κάνουν ένα είδος διαμαρτυρίας μπροστά από το σαράι του Χουρσίτ πασά, ζητώντας πρακτικά το συμβιβασμό και την παράδοση. Ο λόγος που μπορούσαν να το πράξουν αυτό ήταν λόγω της κατώτερης κοινωνικής και νομικής τους θέσης, που τους παρείχε αυτό που θα λέγαμε σήμερα ένα είδος “ακαταλόγιστου”. Όπως είχε συμβεί και σε άλλες πολιορκίες, οι πλουσιότεροι από τους πολιορκημένους προσπαθούσαν να διαπραγματευτούν με το αντίπαλο στρατόπεδο, παρέχοντας περιουσιακά στοιχεία ή έστω την υπόσχεση απόκτησής τους.

Η εισβολή των επαναστατών στην Τριπολιτσά πραγματοποιήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, έξι μήνες μετά την έναρξη της πολιορκίας και σε αυτήν πρωτοστάτησαν μικροί οπλαρχηγοί υπό τον Εμμανουήλ Δούνια, που είχαν απηυδήσει με τη στάση αναμονής των ισχυρότερων οπλαρχηγών, όπως ο Κολοκοτρώνης. Η σφαγή που ακολούθησε επί τρεις ημέρες ήταν αποκαλυπτικών διαστάσεων, χωρίς διακρίσεις φύλου και ηλικιών, με τους νεκρούς μουσουλμάνους και εβραίους να ανέρχονται σε αρκετές χιλιάδες, χωρίς να υπάρχει κάποιος αριθμός που να θεωρείται πιο αξιόπιστος ως προς τον τελικό απολογισμό του αίματος. Πρακτικά, οι μόνοι που κατάφεραν να γλιτώσουν ήταν οι Τουρκαλβανοί του Ελμάζ μπέη που είχαν από πριν ειδική συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη, όπως και τα χαρέμια του Χουρσίτ και άλλων ισχυρών Οθωμανών που τέθηκαν υπό την προστασία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Η τύχη των νεαρών γυναικών και κοριτσιών που δε θανατώθηκαν στη σφαγή δεν ήταν καθόλου αξιοζήλευτη, αφού διαμοιράστηκαν μεταξύ οπλαρχηγών και φιλελλήνων, θανατώθηκαν όταν γίνονταν αντικείμενο ερωτικής έριδας ή έμεναν έγκυες ή στην καλύτερη περίπτωση τα περίμενε μια ζωή όχι καλύτερη από εκείνη ενός δούλου.

Πολλά έχουν γραφτεί για τα αίτια αυτού του αιματηρού μένους των επαναστατών κατά των αμάχων της Τριπολιτσάς. Ο σημαντικός ιστορικός της Επανάστασης, Σπυρίδων Τρικούπης, στη μνημειώδη του “Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως” αποδίδει την έκταση της σφαγής στην εκτόνωση της μακραίωνης καταπίεσης των Ελλήνων. Η εξήγηση αυτή είναι λιγότερο απλοϊκή απ’ ό,τι φαίνεται, καθώς απαντάται πολλές φορές στην ιστορία, και μάλιστα όχι μόνο μεταξύ ατάκτων, όπως ήταν οι πολιορκητές της Κωνσταντινούπολης, αλλά και σε τακτικούς στρατούς εξοικειωμένους με τους άτυπους κι αργότερα θεσμοθετημένους κανόνες του πολεμικού δικαίου. Από την άλλη, η εκδίκηση και το τυφλό μίσος κατά του οθωμανού κυρίαρχου παραμένει ανεπαρκής εξήγηση για τα όσα διαδραματίστηκαν. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο ανταγωνισμός μεταξύ των πιο “ταπεινών” ενόπλων και των ισχυρών ηγετών της πολιορκίας, που μέσω διαπραγματεύσεων με τους ισχυρούς οθωμανικούς παράγοντες σχεδίαζαν ή ήδη είχαν εγκολπωθεί στη διάρκεια αυτών των μηνών σημαντικά περιουσιακά στοιχεία. Η άλωση της Τριπολιτσάς με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε, σήμανε την παρεμπόδιση αυτών των σχεδίων, από πλευρά των “μικρών’ οπλαρχηγών και των ανδρών τους και τη διασφάλιση ότι θα έπαιρναν ό,τι θεωρούσαν οι ίδιοι ως δίκαιη μοιρασιά στα λάφυρα, άσχετα από το γεγονός πως τελικά το αποτέλεσμα της σφαγής δεν έφερε κανενός είδους ανατροπή στην κοινωνική και πολιτική ιεραρχία εντός του στρατοπέδου των επαναστατών. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή όταν η σφαγή της Τριπολιτσάς χρησιμοποιείται από μερίδα της αστικής ιστοριογραφίας και διανόησης για την προβολή μιας ιδιότυπης θεωρίας των δύο άκρων, μέσω της εξίσωσης της βίας του καταπιεζόμενου με εκείνη του καταπιεστή.

Δείτε εδώ όλα τα “Ερωτήματα για το 1821”

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: