Αλέξανδρος Παπαθανασίου: Τα “Λευκά Όρη” είναι ο λαός που πολεμά και αντιστέκεται ενάντια στην καταπίεση

Ο ελληνικός εμφύλιος δε ν επιβλήθηκε άνωθεν ή έξωθεν. Ξεκίνησε από τα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας μας. Αυτή την κοινωνική, ταξική αλήθεια επαναφέρουν στο φως τα “Λευκά Όρη”, μέσα από το κεντρικό τους πρόσωπο, τον Λευτέρη Ηλιάκη.

Ο δημιουργός της ταινίας “Λευκά Όρη” μιλάει στην Κατιούσα και τη Μαρία Παρέντη. Για τη σύλληψη της αρχικής ιδέας και τη μετεξέλιξή της, τη γνωριμία με τον κομμουνιστή Λευτέρη Ηλιάκη, τις συλλογικές αξίες που συμπυκνώνει το παράδειγμά του, το μήνυμα που περνάει το ντοκιμαντέρ, τη σχέση της πολιτικής με την ιστορία. Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης, μαζί με τη δική μας θερμή προτροπή να δείτε την ταινία, ως ένα σημαντικό ντοκουμέντο για την Αντίσταση που το νήμα της διαπερνά διαχρονικά τις ιστορικές περιόδους.

-Tι σας οδήγησε στη δημιουργία αυτού του ντοκιμαντέρ, που δεν είναι απλώς ιστορικό, αλλά βαθύτατα πολιτικό;

Αυτό που με οδήγησε ήταν η συγκυρία. Αρχικά εκφράστηκε με την περιέργειά μου να γνωρίσω κάποιον εν ζωή μάρτυρα ενός μεγάλου γεγονότος και αυτό με την σειρά του με οδήγησε στην ολοκλήρωση μιας ταινίας μεγάλου μήκους. Αναμφισβήτητα δεν είναι απλώς ιστορικό ντοκιμαντέρ. Πιστεύω ότι το να διαχωρίζουμε την Πολιτική από την Ιστορία είναι μάλλον άστοχο. Δεν είμαι ιστορικός, ούτε πολιτικός, ντοκιμαντέρ έκανα. Όμως παίρνεις θέση για αυτό που υπάρχει απέναντί σου.

-Γιατί επιλέξατε να εστιάσετε στο πρόσωπο του αγωνιστή Λευτέρη Ηλιάκη;

Η γνωριμία μου με τον Λευτέρη υπήρξε συγκυριακή. Είμαστε φίλοι με έναν από τους απογόνους των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, τον Γιάννη Μποράκη. Ο Γιάννης εκδήλωσε τον καημό του που ο πατέρας του, Μιχάλης Μποράκης, μαχητής του Εμφυλίου στο ΔΣΕ  και πολιτικός κρατούμενος με εξορίες, δεν κατέγραψε τις μαρτυρίες του.

Ρώτησα εάν υπάρχει κάποιος άλλος μαχητής εν ζωή, και ο Γιάννης σκέφτηκε και πρότεινε τον Λευτέρη Ηλιάκη. Διάβασα την αυτοβιογραφία του Λευτέρη και το φθινόπωρο του 2013 κατευθύνθηκα στην Κρήτη, για να τον γνωρίσω με ιδιαίτερη περιέργεια. Αποφάσισα να κάνω μια ταινία-καταγραφή για τον Λευτέρη Ηλιάκη, γιατί γνωρίζοντάς τον συνειδητοποίησα ότι είναι φορέας συλλογικής μνήμης. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι μάλλον αυτό πήγαινε για κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ταινία μικρού μήκους που αρχικά συλλογιζόμουν.

-Η ταινία συνδέει την Αντίσταση με τον Εμφύλιο. Είναι μια συνειδητή πολιτική θέση;

Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Ο Λευτέρης Ηλιάκης είναι το παράδειγμα της καταγραφής αυτής, που επιβεβαιώνει αυτήν την κοινωνική αλήθεια. Ο καθηγητής Μαργαρίτης μάς υπενθυμίζει ότι ο ελληνικός Εμφύλιος είναι συνέχεια μια ένδοξης Αντίστασης, μιας Αντίστασης που προήλθε από τα κάτω. Οι ήρωες της Αντίστασης όμως γίνονται στην πορεία οι “παρείσακτοι” και οι “απόβλητοι” της ελληνικής κοινωνίας, ώστε η άρχουσα τάξη να καταφέρει να στεριώσει – η άρχουσα τάξη που είναι εν μέρει απούσα ή και συνεργαζόμενη με την κατακτητή. Ο ιστορικός τεκμηριώνει ότι είναι ο μεγαλύτερος πόλεμος έως και σήμερα στην Ελλάδα – ένας πόλεμος που δεν αφορά μόνο τους στρατούς και τους ενόπλους αλλά την κοινωνία ολόκληρη. Δε φτάνει να αιτιολογείται ότι συνέβη επειδή το προκάλεσαν οι πολιτικοί ηγέτες της Αριστεράς, δηλαδή το ΚΚΕ, ή ότι μας έβαλαν οι ξένοι. Αλλά αντιστρόφως, ξεκίνησε από τα σπλάχνα της ίδιας της κοινωνίας μας. Αυτή είναι μια κοινωνική και ταξική αλήθεια που η ταινία Λευκά Όρη επιθυμεί να επαναφέρει στο φως μέσα από το κεντρικό πρόσωπό της, τον Λευτέρη Ηλιάκη.

-Πόσο σημαντικό είναι το γεγονός ότι η αφήγηση ξεκινά από τα βουνά της Κρήτης και τα Λευκά Όρη; Λειτούργησαν τα βουνά ως λαϊκά οχυρά;

Συμφωνώ, τα Λευκά Όρη είναι όντως λαϊκά οχυρά, εκεί όπου οι κατατρεγμένοι (μη προνομιούχοι, γυναίκες, μετανάστες και γενικά οι «άλλοι») αγωνίζονται για κοινωνική δικαιοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο τα Λευκά Όρη είναι ο λαός ή μια μερίδα του λαού που πολεμά και αντιστέκεται ενάντια στον καταπιεστή του. Η αντιπαραβολή με το σήμερα, εκτιμώ, υπάρχει στην ταινία, γιατί η αναγκαιότητα της αντίστασης, ως έκφραση συλλογικής και οργανωμένης πάλης, είναι επίκαιρη, ίσως, όσο ποτέ.

-H ταινία αμφισβητεί την κυρίαρχη αφήγηση για τον Εμφύλιο. Έχει ακουστεί πιστεύετε η αλήθεια τελικά, ή τουλάχιστον έχει ακουστεί όσο θα έπρεπε; Ή το ευρύ κοινό έχει στρεβλή αντίληψη σχετικά με την ιστορία;

Σύμφωνα με τον καθηγητή Γιώργο Μαργαρίτη, ο Εμφύλιος παρέμεινε για πολλές δεκαετίες στην κρύπτη της Ιστορίας. Από την μια ο στρατός και η άρχουσα τάξη αρνείται ισοτιμία στον αντίπαλο και αποκαλεί τον πόλεμο ‘συμμοριτοπόλεμο’ – όρος επίσημος που υπήρξε έως και πρόσφατα σε έγγραφα. Από την άλλη η Αριστερά και συγκεκριμένα το ΚΚΕ δυσκολεύεται να μιλήσει για αυτό, λόγω του ότι ήταν ο πολιτικά ηττημένος αντίπαλος. Για πολλά χρόνια υπήρξε η ερμηνεία ότι μας έβαλαν οι ξένοι και για αυτό φαγωθήκαμε μεταξύ μας. Σήμερα ο όρος ‘συμμοριτοπόλεμος’ είναι παρωχημένος από τη μεριά του στρατού – επίσημα τουλάχιστον. Βέβαια, τις τελευταίες δεκαετίες υπάρχει η προσέγγιση της άρχουσας διανόησης ότι η Αριστερά και συγκεκριμένα το ΚΚΕ εκκίνησε αυτόν τον ολοκληρωτικό πόλεμο.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από αυτό το φιλμ είναι μάλλον αντίστροφο. Τόσο η μια όσο και άλλη ερμηνεία συσκοτίζουν τον χαρακτήρα του πολέμου ο οποίος υπήρξε εν γένει κοινωνικός και με ταξικό πρόσημο. Ήταν δηλαδή η ίδια η κοινωνία που ήθελε τον πόλεμο και όχι απλώς οι πολιτικοί ηγέτες της Αριστεράς.

-Νιώσατε ότι το έργο σας αυτό, είναι και μια πράξη ευθύνης;

Κατά μια έννοια ναι – δεν είναι εύκολο να παίρνεις θέση, κοστίζει σε πολλά επίπεδα.

– Είναι η μνήμη δύναμη για το παρόν και για το μέλλον;

Σαφώς και είναι. Ο μόνος τρόπος να καταλάβουμε την σπουδαιότητα της μνήμης είναι να σκεφτούμε αντίστροφα, δηλαδή πόσο ζημιά κάνει η λήθη.

-Ο πρωταγωνιστής σας πέρασε σχεδόν είκοσι χρόνια ως πολιτικός κρατούμενος. Πώς το προσεγγίζετε κινηματογραφικά;

Προσπάθησα να φωτίσω το αγωνιστικό πνεύμα της Αντίστασης και του Εμφυλίου, το οποίο υπήρξε διάχυτο εντός των πολιτικών φυλακών και δεν άφηνε τους κρατουμένους να κλαίνε την μοίρα τους, όπως μπορεί να συνέβαινε με τους ποινικούς. Στην καταγραφή μας για παράδειγμα οι πολιτικοί κρατούμενοι ασκούν έντονες πιέσεις στην διοίκηση, που κάνει την τοπική κοινωνία να ασκεί πιέσεις στους τοπικούς πολιτικούς παράγοντες και, παρά τις εκ διαμέτρου πολικές βλέψεις τους, αναγκάζονται να μεριμνήσουν για την στάση των κρατούμενων στις φυλακές.

Επίσης, θεώρησα ότι άξιζε μνείας το πώς ο Λευτέρης αλλά και άλλοι κρατούμενοι ανέπτυσσαν ενδιαφέροντα, όπως η μελέτη και ανάπτυξη ικανοτήτων, όπως η δημοσιογραφία, η δημιουργία
κατασκευών, τα θεατρικά δρώμενα κ.ά. Αυτό δείχνει πόση διάθεση για ζωή υπήρξε στις φυλακές αλλά και ευρηματικότητα για χειριστούν καταστάσεις.
Κάτι επιπλέον, οι φυλακές Καλαμιού καθώς και όλες οι υπόλοιπες πολιτικές φυλακές ανά την Ελλάδα, οι οποίες και έπαψαν να λειτουργούν ως τέτοιες από την Μεταπολίτευση και έπειτα, πρέπει κάποια στιγμή να γίνουν χώροι γνώσης και μνήμης ώστε γνωρίζουμε το χώμα που πατάμε.

-Η μαρτυρία του Λευτέρη Ηλιάκη σάς επηρέασε προσωπικά;

Πολύ καλή ερώτηση. Με παρότρυνε να μελετήσω γύρω από την ιστορική περίοδο που έδρασε ο Λευτέρης και συγκριμένα για την Αντίσταση και το Εμφύλιο.
Επίσης η επαφή μου με τον Λευτέρη και την ιστορία αυτή με επηρέασε σε βαθμό που δεν μπορούσα να πάρω απόσταση από το θέμα ώστε να το αποδώσω στην συνολική του διάσταση. Όποτε εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες που είχε αυτή η παραγωγή, υπήρξε και το προσωπικό στοιχείο.

Η ταινία μπόρεσε να ολοκληρωθεί μόνο αφότου συνεργάστηκα με ένα μικρό αλλά λαμπρό επιτελείο συνεργατών, όπως ο συνάδελφος και μοντέρ Γιώργος Διδιμιώτης, ο drone οπερατέρ Κωνταντίνος Γδοντάκης, ο Παύλος Χαρμπαλής στην σχεδίαση ήχου, ο Θοδωρής Ζιάρκας και Μάκης Μανιαδάκης στη μουσική, τους τεχνικούς εικόνας Simone Passoti και Carlo Gidini. Και τέλος η σύντροφός μου, Craille Maguie Gillies, στον υποτιτλισμό και τη μετάφραση του αγγλικού κειμένου. Yπήρξε πολλή δουλειά, σχεδόν αφιλοκερδώς.

-Αν συναντούσατε τον εαυτό σας, πριν ξεκινήσετε τα γυρίσματα, τι θα του λέγατε;

Mην κάνεις πίσω, απλά προετοιμάσου καλά για τις προκλήσεις που υπάρχουν.

-Πιστεύετε ότι το ντοκιμαντέρ συνομιλεί με το σήμερα;

Στο πλαίσιο των σημερινών κοινωνικών ανισοτήτων, εντάσεων και συγκρούσεων τα θέματα που αγγίζουν τα «Λευκά Όρη» αποκτούν πιστεύω μια ιδιαίτερη βαρύτητα στο σήμερα. Επέλεξα ο τίτλος της ταινίας να είναι απλώς «Λευκά Όρη», επιτρέποντας στον θεατή να περάσει αυτήν την έντονη κοινωνική αναμέτρηση της ιστορίας που καταγράφει το φιλμ στο δικό του παρόν. Η αντιπαραβολή με το σήμερα είναι σίγουρα μια θεματική της ταινίας.

-Ποιο είναι το πολιτικό μήνυμα που θέλετε να φτάσει στον θεατή;

Το “Λευκά Όρη” είναι η ιστορία ενός ανθρώπου από ένα παρελθόν ξεχασμένο. Συμβαίνει να κουβαλά στις πλάτες του ένα μεγάλο ιστορικό και κοινωνικό φορτίο. Αυτό το φορτίο μεταλαμπαδεύεται στον θεατή. Ο θεατής μπορεί να επιλέξει να το αγνοήσει ή να δει ουσία μέσα σε αυτό το φορτίο και να το επεξεργαστεί μέσα του/της. Αυτός είναι και ο σκοπός της τέχνης, ο σκοπός της ψυχαγωγίας δηλαδή. Δεν προσδοκώ ο θεατής να συμφωνήσει με την πολιτική θέση της ταινίας. Ο στόχος του ντοκιμαντέρ είναι να μη μείνει κανείς παγερά αδιάφορος στην θέασή του. Πιθανότατα κάποιους μπορεί να τους έλξει, ή άλλους να τους απωθήσει, αλλά να μη μείνει κανείς αδιάφορος.

-Τελικά, ποιο κομμάτι του εαυτού σας βγήκε πιο δυνατό από αυτήν την ταινία; Ο δημιουργός ή ο προοδευτικός άνθρωπος;

Θα έλεγα ο προοδευτικός άνθρωπος. Ο δημιουργός έπεται και είναι πιστεύω αποτέλεσμα του πρώτου.

ΤΑ “ΛΕΥΚΑ ΟΡΗ” ΘΑ ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ  ΑΠΟ 19/2 ΣΤΟΝ “ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ”

ΛΕΥΚΑ ΟΡΗ – Διανομή
Μια ταινία του Αλέξανδρου Παπαθανασίου

Παρουσιάζονται
Λευτέρης Ηλιάκης
Γιώργος Μαγαρίτης
Γιώργος Μωραΐτης

Αεροφωτογράφιση, Steadicam Φωτογράφιση:
Κωνσταντίνος Γδοντάκης

Colorist
Simone Pasotti / PrealbaFilm
Carlo Ghidini / Prealbafilm

Μουσική Επένδυση, Ενορχήστρωση, Σχεδίαση Ήχου:
Μάκης Μανιαδάκης
Θοδωρής Ζιάρκας

Σχεδίαση Ήχου – Μίξη Ήχου:
Παύλος Χάρμπαλης

Παραγωγή
Μπάμπης Κόφφας
Ειρήνη Χριστοδούλου
Αλέξανδρος Παπαθανασίου

Μοντάζ & Επιμέλεια Σεναρίου:
Γιώργος Διδιμιώτης

Υποτιτλισμός – Σύνταξη (Αγγλική Μετάφραση)
Craille Maguire Gillies

Σενάριο, Σκηνοθεσία, Γύρισμα και Αφήγηση:
Αλέξανδρος Παπαθανασίου

Παραγωγή 2024

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: