Ο «άλλος Γοργοπόταμος» – Έγκλημα χωρίς τιμωρία
Ένα ξεχασμένο έγκλημα που συγκάλυψε το κράτος, στοχοποιώντας την πλευρά των θυμάτων. Γιατί όταν δεν αντλούμε διδάγματα από την ιστορία, είμαστε καταδικασμένοι να την ξαναζήσουμε ως φάρσα και τραγωδία…
Στο άκουσμα του Γοργοπόταμου, πολλοί σκέφτονται την αντιστασιακή ενέργεια που ανέκοψε για κάποιες βδομάδες τον εφοδιασμό του ναζιστικού στρατού στο μέτωπο της Αφρικής, και άλλοι αρχίζουν συνειρμικά να τραγουδούν αντάρτικα («ο Γοργοπόταμος στην Αλαμάνα» ή «και φωτιά στον Γοργοπόταμο»…). Λίγοι θα σκεφτούν όμως τη νάρκη που στις 29 Νοέμβρη του ’64 άφησε στον τόπο 13 άτομα από τους προσκυνητές που είχαν συρρεύσει κατά χιλιάδες για να τιμήσουν την επέτειο της ανατίναξης της γέφυρας από τις δυνάμεις της Αντίστασης.
Μπορεί τα θύματα να ανήκαν στην Αριστερά, που είχε πληρώσει βαρύτατο φόρο αίματος, ακόμα και τη μεταπολεμική περίοδο, καθώς βρισκόταν συνεχώς στο στόχαστρο των αντιπάλων της, αλλά αυτό ουδόλως δικαιολογεί την περιορισμένη έκταση που έλαβε ως ιστορικό γεγονός και την οργανωμένη αποσιώπησή του τα επόμενα χρόνια, που το καθιστά μια σχετικά άγνωστη σελίδα της σύγχρονης ιστορίας του τόπου. Μια μελανή σελίδα, της οποίας η μελέτη μπορεί να μας οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες επισημάνσεις και συμπεράσματα.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα τιμούνταν η επέτειος. Είχαν προηγηθεί τα αντίστοιχα λαϊκά προσκυνήματα το φθινόπωρο του ’62 και του ’63. Ήταν όμως η πρώτη φορά που οι εκδηλώσεις τιμής θα γίνονταν υπό την αιγίδα του κράτους, με πρωτοβουλία αρχικά του Δήμου Λαμιέων και εν συνεχεία της Νομαρχίας και της κυβέρνησης Παπανδρέου. Μπορεί αυτό να έδωσε το έναυσμα στην ΕΡΕ να βάλει μπρος το γνωστό τροπάρι περί «συνοδοιπορίας», στην πραγματικότητα όμως η επιδίωξη της Ένωσης Κέντρου ήταν να καπελώσει τη γιορτή, να ελέγξει το περιεχόμενο και να αφαιρέσει κάθε επικίνδυνη αιχμή ή συμβολισμό.
Στην πράξη, ωστόσο, η πίεση του λαϊκού παράγοντα ανέτρεψε τον αρχικό σχεδιασμό. Ο κόσμος της Αντίστασης και του Αγώνα έδωσε τον τόνο, δίνοντας βροντερό παρών κατά δεκάδες χιλιάδες στον Γοργοπόταμο, όπου δημιουργήθηκε συνωστισμός και οι επίσημοι κόλλησαν για αρκετή ώρα στο μποτιλιάρισμα. Το συγκεντρωμένο πλήθος φώναζε συνθήματα, αποδοκίμασε ελαφρά κάποιους κρατούντες και πίεζε για να καταθέσουν στεφάνι οι αντιστασιακές οργανώσεις (πέρα από τη λίστα με τους εγκεκριμένους φορείς), εκφράζοντας τον διακαή πόθο του για την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.
Παρά την πολύνεκρη τραγωδία που ακολούθησε, κύκλοι των δύο κομμάτων εξουσίας εστίασαν σε αυτήν την εικόνα για να την διαστρεβλώσουν κατάφωρα και να παρουσιάσουν μια κατάσταση «οχλοκρατίας», ακόμα και «κατάλυσης του κράτους» -μολονότι και ένας βουλευτής της ΕΚ αναγνώριζε πως «δε μύριζε μπαρούτι η ατμόσφαιρα αλλά μάλλον καθαρόν αέρα…»! Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ η έκρηξη της νάρκης θεωρήθηκε επισήμως ατύχημα και δεν ασκήθηκε καμία δίωξη κατά παντός υπευθύνου, είχαμε μια σειρά δίκες και φυλακίσεις για τους… πρωταίτιους των επεισοδίων στον Γοργοπόταμο! Μάλιστα ανάμεσα στους καταδικασθέντες ήταν συγγενείς των θυμάτων, καθώς και ένας αξιωματικός του ΕΛΑΣ που είχε πάρει μέρος στην επιχείρηση για την ανατίναξη της γέφυρας το 1942…
Η νάρκη ενεργοποιήθηκε και εξερράγη αμέσως μετά την εσπευσμένη αναχώρηση των περισσότερων επισήμων. Οι εμπειρογνώμονες που έσπευσαν στο σημείο έβγαλαν ένα βιαστικό πόρισμα που έκανε λόγο για ατύχημα, μιλούσε αόριστα για την παλαιότητα της νάρκης, χωρίς να την προσδιορίζει χρονικά με επιστημονικά τεκμήρια, για να καταλήξει στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι βρισκόταν εκεί «ξεχασμένη» από τα χρόνια του εμφυλίου. Απέτυχαν όμως να δώσουν πειστικές απαντήσεις σε μια σειρά εύλογα ερωτήματα: Γιατί η συγκεκριμένη νάρκη δεν ενεργοποιήθηκε στο ενδιάμεσο -πχ στις αντίστοιχες τιμητικές εκδηλώσεις των περασμένων χρόνων; Ποιος την απασφάλισε; Πώς είναι δυνατόν να διέφυγε της προσοχής των μονάδων που προχώρησαν στην αποναρκοθέτηση του χώρου, το 1957; Και γιατί δεν αποδόθηκαν ευθύνες, αν επρόκειτο όντως για τέτοια ασυγχώρητη αμέλεια;
Η κυβέρνηση επέμεινε με ζήλο στην εκδοχή του ατυχήματος, προκαλώντας προφανείς συνειρμούς με τη δική μας εποχή και ένα τελείως διαφορετικό έγκλημα, που παραμένει ατιμώρητο. Ο Τύπος της Δεξιάς έκανε λόγο για… προβοκάτσια της Αριστεράς, που επιδίωκε την αποσταθεροποίηση για να επωφεληθεί πολιτικά (και προφανώς το πετύχαινε, οδηγώντας τα μέλη της σε εκατόμβες αίματος)…
Παρά τις δευτερεύουσες μεταξύ τους διενέξεις, οι δύο παρατάξεις ομονοούσαν πλήρως στα βασικά και πρωτίστως στον αντικομμουνιστικό τους ζήλο, που εξέφρασαν γλαφυρά και με αυτήν την αφορμή. Ο Παπανδρέου (που τον αποκάλεσαν μάλιστα και… «Γέρο της Δημοκρατίας») αποφάνθηκε ότι «ο αγώνας του ΕΑΜ ήτο ολίγες σελίδες δόξης και πολλές σελίδες εγκλήματος», και σύμφωνα με μια γραπτή μαρτυρία «αναφερόμενος στους δικαζόμενους κομμουνιστές, έλεγε σε στενούς του συνεργάτες: τσακίστε τους».
Ενώ ο πρόεδρος της ΕΡΕ, ο Π. Κανελλόπουλος (που μεταπολιτευτικά θα κέρδιζε εγκώμια για το νηφάλιο ύφος του και τον διαχωρισμό της θέσης του από την άρνηση της ΝΔ και του Αβέρωφ να αναγνωρίσουν την Εθνική Αντίσταση) πρόσθετε πως οι βέβηλοι κομμουνιστές «συνηγωνίσθησαν τους κατακτητάς εις πράξεις βίας και σφαγάς». Ενώ στη Βουλή διέκοπτε τον Ηλιού της ΕΔΑ, με προκλητικά σχόλια: «Είσθε αρχηγός παρατάξεως δολοφόνων και σφαγέων» και «Μόνον χάρις εις την γενναιοφροσύνην μας σαν ηνέχθημεν μέχρι τούδε»…
Αντιθέτως, η στάση της Αριστεράς δεν ήταν ενιαία. Η βάση μπορεί να έβραζε από οργή για το έγκλημα και τις διώξεις που στράφηκαν ενάντια στην πλευρά των θυμάτων, αλλά η ηγεσία της ΕΔΑ επέλεξε να τηρήσει «υπεύθυνη στάση» και να μην πυροδοτήσει μαζικές διαδηλώσεις (πχ στις κηδείες των νεκρών), για να μην κατηγορηθεί πως τροφοδοτεί την ανωμαλία, ενώ αρνήθηκε να υιοθετήσει την εκδοχή της εγκληματικής ενέργειας, χωρίς ακλόνητες αποδείξεις.
Τρεισήμισι δεκαετίες μετά από αυτά τα γεγονότα, ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Γιάννης Ράγκος ξετυλίγει το νήμα τους σε μια ουσιαστική έρευνα -αυτήν που θα έπρεπε να είχε διενεργήσει το κράτος, σε αναζήτηση της αλήθειας, αλλά αμέλησε να την κάνει. Συλλέγει ακούραστα στοιχεία, αποσπάσματα βιβλίων, παλιά και νεότερα δημοσιεύματα, δημόσια έγγραφα, αδημοσίευτα ντοκουμέντα, τα πορίσματα των αρχών και των εμπειρογνωμόνων, ενώ συγκεντρώνει επίμονα με συνεντεύξεις προφορικές μαρτυρίες των πρωταγωνιστών, ακόμα και όταν βρίσκει τοίχο και την άρνηση κάποιων αρμόδιων να μιλήσουν για όσα έγιναν. Παράλληλα παραθέτει αναλυτικά στοιχεία για το πολιτικό κλίμα της εποχής, τις εξελίξεις και την ουσία της αντιπαράθεσης στη Βουλή, τις επόμενες μέρες.
Την έρευνά του διακρίνουν δύο βασικές αρετές που αλληλοσυμπληρώνονται. Δίνει αντικειμενικά, σχεδόν ειδησεογραφικά τις πιθανές εκδοχές όλων των εμπλεκόμενων, με τρόπο που θυμίζει αστυνομικό ρεπορτάζ και προαναγγέλλει ίσως τη δική του μετάβαση στο είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα όμως δε μένει ουδέτερος, χωρίς δική του γνώμη. Σχολιάζει τα κενά των επίσημων πορισμάτων, ερευνά κάθε στοιχείο και τεκμηριώνει το συμπέρασμά του πως η επίμαχη νάρκη τοποθετήθηκε επί τούτου στο πλαίσιο μιας στρατιωτικής άσκησης και της μυστικής δράσης δυο πρακτόρων της CIA, για να ενεργοποιηθεί τελικά 14 μήνες αργότερα και να οδηγήσει σε πολιτική αποσταθεροποίηση. Περισσότερα θα βρει ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου.
Το βασικό πλεονέκτημα είναι πως δεν αφήνει τη λήθη του χρόνου να σκεπάσει τα γεγονότα και τις ευθύνες των αρμόδιων, για ένα «ξεχασμένο» έγκλημα, όπου τα θύματα δε βρήκαν ποτέ νομική και πολιτική δικαίωση.
Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Εντός» πριν από ένα τέταρτο του αιώνα, αλλά παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο και σημείο αναφοράς για όποιον θέλει να εντρυφήσει στα γεγονότα και την ατμόσφαιρα της εποχής.
