Αλέκος Ξένος – «Ο Διγενής δεν πέθανε»

O Μουσικός Εκδοτικός Οίκος Panas Music ΝΑΚΑΣ – ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  παρουσιάζει τα έργα του Αλέκου Ξένου σε προσεγμένες εκδόσεις, εγκαινιάζοντας τη νέα σειρά με αφορμή τα τριάντα χρόνια από το θάνατο του επονομαζόμενου «Συνθέτη της Αντίστασης».

O Μουσικός Εκδοτικός Οίκος Panas Music ΝΑΚΑΣ – ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ  παρουσιάζει τα έργα του Αλέκου Ξένου σε προσεγμένες εκδόσεις, εγκαινιάζοντας τη νέα σειρά με αφορμή τα τριάντα χρόνια από το θάνατο του επονομαζόμενου «Συνθέτη της Αντίστασης».

O Οίκος Panas Music ΝΑΚΑΣ – ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ συνεχίζει να πρωτοπορεί στον τομέα των μουσικών εκδόσεων και ξεκινά την ολοκληρωμένη παρουσίαση των έργων του Αλέκου Ξένου.

Η αρχή έγινε με το συμφωνικό ποίημα «Ο Διγενής δεν πέθανε» που κυκλοφόρησε πρόσφατα με αφορμή τα 30 χρόνια από τον θάνατο του συνθέτη, με εισαγωγή του έγκριτου μουσικολόγου Αλέξανδρου Χαρκιολάκη, διευθυντή του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής.

Ο μουσουργός εμπνεύστηκε το έργο του αυτό από την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη.

Σύντομα θα ακολουθήσει το πλέον εμβληματικό έργο του Αλέκου Ξένου, η «Συμφωνία ν.1 της Αντίστασης», σε πρόλογο του Βύρωνα Φιδετζή και μουσικολογική επιμέλεια της Λουίζας  Αντύπα και του διακεκριμένου μαέστρου.

Στη συνέχεια, σειρά θα πάρουν τα υπόλοιπα συμφωνικά του έργα –αναμεσά τους οι «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», με αφορμή τα 200 χρόνια που συμπληρώνονται φέτος από την Έξοδο του Μεσολογγίου,  αλλά και το «Κύπρος, Ελλάδα μας».

Στόχος του Οίκου είναι το συνολικό έργο του Ξένου να αναδειχθεί και να γίνει ευκολότερα προσβάσιμο στους ερμηνευτές, σε Ελλάδα και εξωτερικό, ώστε να φτάσει στους τελικούς αποδέκτες: το κοινό.

Να θυμήσουμε πως πριν ένα χρόνο, η πρόσφατα ανακαινισμένη, μεγάλη αίθουσα εκδηλώσεων του Μουσικού Σχολείου Ζακύνθου (γενέτειρας του συνθέτη) πήρε το όνομα «Αλέκος Ξένος», ενώ το υπερσύγχρονο στούντιο ηχογραφήσεων του Σχολείου ονομάστηκε «Δημήτρης Λάγιος». Την ίδια χρονιά ένας δρόμος της πόλης της Ζακύνθου, μετονομάστηκε σε Οδό Μουσουργού Αλέκου Ξένου. Πρόσφατα, ψηφιοποιήθηκε αρχειακό υλικό που τον αφορά στο Μουσείο Σολωμού και Επιφανών Ζακυνθίων.

Το Μουσείο Μπενάκη έχει στην κατοχή του το αρχείο του συνθέτη.

 

«Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΔΕΝ ΠΕΘΑΝΕ» (1952)

To συμφωνικό αυτό ποίημα, για κάποιους το ωραιότερο έργο του Αλέκου Ξένου, αγαπήθηκε από το κοινό όπου παρουσιάστηκε -το 1957 μάλιστα παίχτηκε από τις ορχήστρες του Λένινγκραντ και της Μόσχας, με μάεστρους τον Ανδρέα Παρίδη (ο οποίος ήταν και ο πρώτος που το διηύθυνε στην Ελλάδα, με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, το 1956) και τον Οδυσσέα Δημητριάδη αντίστοιχα.

Το έργο διηύθυναν ακόμα, κατά καιρούς, οι Άκης Καβαλλιεράτος, Βύρων Φιδετζής, Ανδρέας Πυλαρινός, Άλκης Παναγιωτόπουλος και πριο πρόσφατα ο Χρήστος Κολοβός.

Ο Αλέξανδρος Χαρκιολάκης σημειώνει στον πρόλογό του:

«Ο Ξένος γράφει το «Ο Διγενής δεν πέθανε» το 1952 και αφορμή γι’ αυτό το έργο αποτελεί η εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη που λαμβάνει χώρα τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952 μέσα σε διεθνή κατακραυγή και παρά τις εκκλήσεις από μεγάλες προσωπικότητες όλου του πολιτικού φάσματος στην Ελλάδα και το εξωτερικό ώστε να μην εκτελεστεί η ποινή (…).

Παρόλο που το έργο γράφεται επ’ αφορμή ενός τραγικού γεγονότος, δηλ. της εκτέλεσης του Μπελογιάννη, ο Ξένος επιλέγει να εκφράσει την αισιόδοξη πλευρά των ανθρώπων αλλά και των ιδεών τους, οι οποίες ακόμη κι όταν το σώμα πεθαίνει αυτές παραμένουν αναλλοίωτες (…).

Το «Ο Διγενής δεν πέθανε» είναι ένα από τα έργα που έχει πολλά να προσφέρει στον ακροατή και τον μελετητή της έντεχνής μας μουσικής καθώς αποτελεί μία ακόμη σελίδα στην άνω των διακοσίων ετών ιστορία της έντεχνης νεοελληνικής μουσικής ζωής. Κομμάτι της πολιτιστικής πραγματικότητας μίας Ελλάδας που βρισκόταν στο μεταίχμιο μετάβασης προς ένα καλύτερο και περισσότερο συμπεριληπτικό μέλλον που όμως τελικά άργησε αρκετά. Αποτύπωση μίας ιστορικής στιγμής πόνου αλλά και παραδοχής για το μεγαλείο των ιδεών και του πνεύματος που δεν πεθαίνουν μαζί με τον φθαρτό σώμα του ανθρώπου. Άλλη μία σελίδα από το έργο ενός συνθέτη που αποφάσισε να πορευτεί έναν δύσκολο αλλά συνάμα συναρπαστικό δρόμο, με εμπόδια αλλά και καλλιτεχνικές κατακτήσεις που χαλυβδώνουν τον χαρακτήρα. Κάθε έργο αυτού του καλλιτέχνη φέρει ολοκληρωτικά ατόφιο το γενετικό υλικό από το οποίο προέρχεται και ο ακροατής / μελετητής μπορεί να το εντοπίσει ακόμη και από τις πρώτες θυελλώδεις νότες. Μετά, απομένει να αφεθεί να τον μαγέψει».

Μιλώντας για τον Διγενή και τον Σικελιανό, ο Αλέκος Ξένος αναφέρει στην αυτοβιογραφία του (2013, Μουσείο Μπενάκη):

«Το έργο «Ο Διγενής δεν πέθανε», κοντά στο συμφωνικό ποίημα είναι και μπαλέτο. Αυτό το συμφωνικό έργο το έγραψα με μία ευφορία ψυχής, γιατί είναι ένα έργο αισιόδοξο, […] παρ’ όλα αυτά που περάσαμε, τις κακουχίες, τους φόνους, τα κυνηγητά. Έτσι […] έχει και τις εικόνες τις τοτινές, αλλά και το καινούργιο, που θέλει να φύγουμε από τα παλιά εκείνα και να τραβήξουμε μπροστά. Ίσως αυτό είναι ρομαντικό μα υπάρχει ρομαντισμός φυγής και ρομαντισμός προχωρήματος. 
Με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό, είχαμε μια βαθιά φιλία, μια εκτίμηση μεγάλη. Τα «Χορικά – Ο Θάνατος του Διγενή», γράφτηκαν με την παρότρυνση του Σικελιανού [που] εβοήθησε πάρα πολύ, και εις τη μουσική. […] Πήγαινα συχνά στο σπίτι του Σικελιανού. Σε μια φιλική παρέα με […] τη Μιλιέξ κ.α. ακούσαμε την «Αντίσταση», το ποίημα που έχει γράψει ο Σικελιανός και έβαλα εγώ μουσική. Από κει και πέρα είχαμε πια μια πολύ βαθιά φιλία και σε συνεργασία έγραψα και τα Χορικά, γιατί «Ο θάνατος του Διγενή» είναι ένα σύμβολο που απεικόνισε γενικά την Αντίσταση.
Σε κάποια στιγμή όμως, λέω: «Γιατί δάσκαλε πρέπει να πεθάνει οπωσδήποτε, ενώ ξέρουμε ότι οι ιδέες αυτές ζουν;». Και «Εγώ», λέω, «θα γράψω ένα έργο και θα λέω τα αντίθετα: Ο Διγενής δεν πέθανε». Αυτός, με αυτήν τη φωνή τη στέρεη, εκάγχασε. Και έτσι, με την ευκαιρία αυτή, έγραψα το συμφωνικό ποίημα «Ο Διγενής δεν πέθανε». Δηλαδή, ότι μπορεί να σκοτώσεις τον άνθρωπο, αλλά να σκοτώσεις τις ιδέες δεν είναι δυνατόν».

Ο ΑΛΕΚΟΣ ΞΕΝΟΣ

Ο Αλέκος Ξένος (1912-1995), γεννήθηκε στη Ζάκυνθο και είχε δύσκολα παιδικά χρόνια καθώς ορφάνεψε νωρίς.  Ωστόσο κατάφερε να πραγματοποιήσει σημαντικές μουσικές σπουδές με δασκάλους τον Δημήτρη Μητρόπουλο, τον Φιλοκτήτη Οικονομίδη και τον Γεώργιο Σκλάβο.

Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση εναντίον των Γερμανών, μέσα από τις τάξεις του  ΕΑΜ, ενώ συνεργάστηκε με τον Βασίλη Ρώτα στην δημιουργία του Θεάτρου του Βουνού μαζί με την σύζυγό του, ηθοποιό Άννα Ξένου.

Το 1943 είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στο σαμποτάζ της μεγάλης γιορτής που ετοίμαζαν οι Γερμανοί στο θέατρο «Ολύμπια» για την άνοδο του Γ΄ Ράιχ: προέτρεψε όλα τα πνευστά της Oρχήστρας του ΕΙΡ, στην οποία εργαζόταν, να «αρρωστήσουν» εκείνο το βράδυ, με αποτέλεσμα να κυνηγηθεί από τους Ναζί και να περάσει στην παρανομία.  Συνελήφθη και δραπέτευσε δύο φορές.

Την περίοδο αυτή συνέθεσε μερικά πασίγνωστα αντιστασιακά τραγούδια όπως «Το τραγούδι του Άρη»,  το «Εμπρός» σε ποίηση Παλαμά και τραγούδια για τα Αετόπουλα, ενώ οργάνωσε φιλαρμονικές και χορωδίες  για τις ανάγκες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα.

Ιδεαλιστής μέχρι τέλους, αρνήθηκε πεισματικά να υπογράψει Δήλωση μετανοίας για τα πιστεύω του στην μετεμφυλιακή Ελλάδα, κι έχασε πέντε φορές την θέση του (ως τρομπονίστας) στις μεγαλύτερες ορχήστρες, λόγω φρονημάτων. Ορχήστρες για την ίδρυση των οποίων είχε πρωτοστατήσει καθώς συμμετείχε  ενεργά σε όλους τους καλλιτεχνικούς και συνδικαλιστικούς  αγώνες. Επί χούντας απαγορεύονται οι ραδιοφωνικές αναμεταδόσεις έργων του.

Βασισμένη στα γνωστότερα μουσικά μοτίβα από αντιστασιακά τραγούδια της εποχής, η «Συμφωνία ν.1 της Αντίστασης» (1945-1946), εμβληματικό του έργο που εν μέρει απηχεί και την τραγωδία  των Δεκεμβριανών,  υπήρξε επί δεκαετίες απαγορευμένη και κρυμμένη στο συρτάρι του δημιουργού της.  H Συμφωνία βραβεύτηκε στον διαγωνισμό του Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας που έγινε στο Βουκουρέστι το 1952. Σημαντικό ρόλο στην αναγνώριση του έργου έπαιξε ο Μάνος Χατζιδάκις,  διευθυντής τότε της ΚΟΑ και του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ. Το 1976 πρωτοστάτησε στην ηχογράφησή  του έργου στο Στούντιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας,  κι ενώ η Εθνική Αντίσταση ήταν ακόμα εκτός νόμου, υπό τη μπαγκέτα του αείμνηστου Ευθύμιου Καβαλλιεράτου, ο οποίος το πρωτοπαρουσίασε στο κοινό το 1979.

Το 2013 η αυτοβιογραφία του Αλέκου Ξένου σε επιμέλεια του μουσικολόγου Αλέξανδρου Χαρκιολάκη, ντοκουμέντο μιας ολόκληρης εποχής,  κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του Μουσείου Μπενάκη. Στο Μουσείο άλλωστε έχει περιέλθει όλο το αρχείο του συνθέτη.

Σήμερα η «Συμφωνία της Αντίστασης», ο «Διγενής δεν πέθανε»  και ο «Σπάρτακος» (από την ιστορική ηχογράφηση της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ελληνικής Ραδιοφωνίας), κυκλοφορούν σε cd μαζί με την  έκδοση του Μουσείου Μπενάκη. Το cd πρωτοκυκλοφόρησε εκτός εμπορίου το 1992 από την Ένωση Ζακυνθίων με πρωτοβουλία του αξέχαστου προέδρου της Δημήτρη Λογαρά και του Νίκια Λούντζη.

Η έκδοση περιλαμβάνει επίσης τον κατάλογο των έργων του Αλέκου Ξένου που συνέταξε ο Διονύσης Μπουκουβάλας.

O αείμνηστος Λευτέρης Ξανθόπουλος σκηνοθέτησε το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Η εποχή των Κενταύρων: ο μουσουργός Αλέκος Ξένος» για το «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: