«Στον Ναυτικό ο θεατής αναγνωρίζει τον εαυτό του» – Συνέντευξη της Δανάης Γοργομύτη για την παράσταση «ο Ναυτικός»

«Ο καλλιτέχνης αν θέλει να είναι καλλιτέχνης δεν πρέπει απλά να παρατηρεί μια πραγματικότητα…πρέπει να παίρνει θέση, αλλιώς δε θα μπορέσει να έχει ταυτότητα και θα καταντήσει ένα εξάρτημα σε έναν τροχό που τον οδηγεί κάποιος άλλος.»

Τετάρτη βράδυ, έξω από το θέατρο Βαφείο εκεί που η σκιά της Κωνσταντινουπόλεως έσβηνε κάτω από την αφίσα του «Ναυτικού». 

Τρεις μορφές μιας και της ίδιας υπόστασης. Ένας αέρας ποίησης, μυστηρίου και εσωτερικότητας. 

Η πόρτα ανοίγει και οι θεατές μπαίνουμε στον χώρο της μυσταγωγίας. Χωρίς προϊδεασμούς, «γυμνοί». Στην τελευταία υπόκλιση, νιώθουμε ξαναγεννημένοι. 

Στα καμαρίνια βρίσκουμε την νεαρή και πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό, Δανάη Γοργομύτη.

Πριν κάνει το τσιγάρο της αποσυμπίεσης, η «Κατιούσα» την πιάνει ζεστή από την ένταση του έργου. Στέκεται ανάμεσα στο τώρα και σε κάτι άλλο· στο βλέμμα της υπάρχει ακόμα εκείνος ο υπόκωφος ηλεκτρισμός των ηθοποιών που βιώνουν τον ρόλο τους με μια μοναδική αισθαντικότητα. 

Εκεί κάπου αρχίζει η συζήτηση.

Το αρχικό κείμενο του Πεσσόα είναι ιδιαίτερα πεσιμιστικό και αποπνέει τον θάνατο, την θλίψη, τη ματαίωση, την άρνηση. Θέλω να μου πεις, πόσο δύσκολο ήταν για εσάς να παρέμβετε σε αυτό, ώστε να εξάγετε έναν θετικό πυρήνα, δίνοντας συνολικά μια άλλη κατεύθυνση στο έργο;

Είναι απαραίτητο μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία να λειτουργεί κανείς με καθαρή συνείδηση. Αυτό πολλές φορές παρεξηγείται καθώς πολλοί πιστεύουν πως ο ρόλος του ηθοποιού είναι εκτελεστικός. Δεν είναι έτσι, όμως, είναι δημιουργός που έρχεται να συνομιλήσει με δύο άλλους δημιουργούς. Τον σκηνοθέτη και τον συγγραφέα. Όταν τα βρίσκεις τουλάχιστον με έναν από τους δύο, είσαι το λιγότερο τυχερός, εκτός από συμπαίκτες στο ίδιο παιχνίδι με τον ίδιο στόχο. (Γέλιο) Έτσι ήταν τρεις οι παράγοντες που χρειάστηκε να εξετάσουμε για να έχουμε συνέπεια στον εαυτό μας. Ο πρώτος ήταν το κείμενο, να εμβαθύνουμε σε αυτό, να αντιληφθούμε τι θέλει να πει, να εξετάσουμε τις αποκλίσεις και τις συγκλίσεις, συνολικότερα να καταλάβουμε το περιεχόμενο και τη στόχευση. Ο δεύτερος παράγοντας ήταν οι σημερινές συνθήκες, τι έχει να προσφέρει σήμερα αυτό το κείμενο, πως ακουμπάει στον σύγχρονο άνθρωπο και ποιες είναι οι ομοιότητες του τότε και του τώρα. Και τέλος, έπρεπε να εστιάσουμε σε αυτό που εμείς θέλουμε να πούμε. Σε καμία περίπτωση δεν ήταν μια εύκολη αποστολή, ήταν μια βασανιστική διαδικασία που ακόμα και σήμερα δεν έχει τελειώσει, το θέατρο είναι ζωντανός οργανισμός, δε σταματάει όταν στηθεί το έργο, συνεχίζει να αναπνέει οπότε ακόμα και τώρα ωριμάζει και αναπτύσσεται.

Πώς προσέγγισες τον δικό σου ρόλο και ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που συναντάς όταν καλείσαι να δουλέψεις πάνω σε ένα τόσο βαθύ, πυκνό αλλά και έντονα υπαρξιακό κείμενο;

Μια πραγματικότητα είναι πως δεν έχεις ιδέα τι έχεις να αντιμετωπίσεις μέχρι να μπεις στο χορό. Εγώ με αυτήν την παράσταση συστήνομαι στο κοινό για πρώτη φορά με μια σκηνοθεσία και ένα θίασο που πραγματικά νιώθω ευλογημένη να δουλεύω μαζί τους. Δε σκέφτηκα ούτε μια στιγμή όταν αναμετρήθηκα με το κείμενο πως δε θα τα καταφέρω. Μέχρι που ξεκίνησε να παίρνει μορφή το έργο. Ξέρεις, στην Ελλάδα, ως επί το πλείστον ένα θέατρο βλέπουμε και ενα θέατρο διδασκόμαστε ως ηθοποιοί – τον ρεαλισμό. Καταλαβαίνεις πως ήταν πάρα πολύ δύσκολα τα πράγματα. Από το να ξεφορέσω μια φόρμα που είναι ριζωμένη στην ερμηνευτική μου εργαλειοθήκη, μέχρι και να κατακτήσω μια ανάλυση και μια μελέτη τόσο κειμενική όσο και ερμηνευτική. Λιγοψυχησα πάρα πολλές φορές , όμως ήμουν αποφασισμένη και πιστεύω πως πλέον κάποια πράγματα εχουν γίνει κτήμα μου. Το αποτέλεσμα, όμως δεν κρίνεται από μενα.

Στο έργο, ο θεατής βιώνει εσωτερικά μια διαρκή και κλιμακούμενη ένταση παρά το ότι δεν εκτυλίσσεται η «συμβατική» πλοκή. Τι είναι αυτό που αναγνωρίζει στον εαυτό του παρακολουθώντας την ανάπτυξη των τριών γυναικείων μορφών; Και γενικότερα, τί είναι αυτό που «μιλάει» στον νου του κοινού;

Νομίζω ότι έχει να κάνει με κάτι που αναγνωρίζει αλλά δεν προσδιορίζεται απαραίτητα. Ο ποιητικός λόγος, οι αεναες επαναλήψεις, ο καταιγιστικός συνειρμός και ο συμβολισμός που ακολουθεί ο συγγραφέας, κατατάσσει τον Ναυτικό στα δύσκολα κείμενα. Παρ όλα αυτά , θεωρώ, ότι μέσα από την παράσταση ο θεατής όχι μόνο καταλαβαίνει αλλά βγάζει και συμπεράσματα – συμπεράσματα για τη ζωή του. Πιστεύω πως αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από την αφήγηση. Γιατί εμείς δεν αποδίδουμε απλώς ένα κείμενο, χαράσσουμε την λύση και συγκρουόμαστε ακόμα ακόμα με το ίδιο το κείμενο. Στις αεναες επαναλήψεις εμείς απαντάμε με συνεχόμενη κίνηση, όπως η ιστορία που ποτέ δε μενει στάσιμη, όσο και να πιστεύουν οι άνθρωποι πως τίποτα δεν αλλάζει. Στον πεσιμισμό απαντάμε με αισιοδοξία, στην ποίηση απαντάμε με εικόνες, με κίνηση, με εικαστική παρέμβαση και στον καταιγιστικό συνειρμό απαντάμε με απόφαση, την απόφαση που ο καθένας μας πρέπει να πάρει να βγει έξω και να πάρει θέση στα πραγματα. Προσεγγίσαμε την κατεύθυνση της παράστασης ακόμα και στους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που μας καθορίζουν όσο και στην απόφαση που πρέπει να πάρει κανείς. Ποιος από μας δεν έχει βρεθεί σ αυτήν την κατάσταση λίγο ή πολύ; Να τον πνίγουν οι σκέψεις του, να προσπαθεί να καθορίσει την ύπαρξή του, να βυθίζεται στη θλίψη και στον παραλογισμό. Ζούμε σε πολύ σκληρές εποχές, που κάπως αυτές είναι αυτοματοποιημένες καταστασεις. Οπότε ναι πιστεύω πως ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από την παράσταση.

Σε φόβισε καθόλου ότι το έργο κινείται σε ένα επίπεδο υψηλού συμβολισμού;

Όπως είπα και νωρίτερα δε φοβήθηκα ούτε δευτερόλεπτο μέχρι το έργο να αρχίσει να αποκτά μορφή. Η άγνοια σώζει μερικές φορές. (γέλιο) Συνολικότερα λειτουργώ αρκετές φορές παρορμητικά και έχω αρκετές φορές άγνοια κινδύνου! Συνειδητά, είναι απόφαση αυτό! Ο Σαίξπηρ έγραφε στον Άμλετ “η συνείδηση μας κάνει όλους δειλούς”. Κι αυτό ξέρεις, είναι βαθιά ανθρώπινο – γι’ αυτό άλλωστε και ο Σαίξπηρ έχει μείνει στην ιστορία γιατί ήταν βαθιά ανθρώπινος- φοβάσαι για κάτι όταν ξέρεις ότι υπάρχει κίνδυνος. Εγώ επιλέγω μια άγνοια κινδύνου η οποία με προφυλάσσει από τη δειλία γιατί αν το σκεφτώ και το υπεραναλύσω δε θα κάνω το βήμα. Να ξέρεις, μιλάς με έναν άνθρωπο με πάρα πολλές φοβίες και υπερβολικά αναλυτική σκέψη πραγμα που με κράτησε πολλές φορές πίσω, όμως παράλληλα επειδή είμαι και πάρα πολύ πεισματάρα υιοθέτησα αυτόν τον τρόπο. Οπότε όχι δεν το σκέφτηκα ούτε δευτερόλεπτο, εκεί που ξεκίνησα να φοβάμαι ήταν όταν ένιωσα πως κρατάω πίσω την παράσταση και πάλι όμως πίσω δεν έκανα.

Ποια στιγμή του έργου ξεχωρίζεις και γιατί; Υπάρχει κάποια σκηνή που σε δυσκόλεψε και γιατί;

Όλο το έργο με δυσκόλεψε! (γέλιο) Τίποτα – τίποτα, με το που ξεκινήσαμε να σηκώνουμε το έργο έκανα baby steps, οριακά με βοηθούσαν ακόμα και να περπατήσω στα τακούνια, οπότε πάρα πολλές φορές αναμετρήθηκα με το άγνωστο, είτε αυτό αφορούσε τον τρόπο που πρέπει να υπάρχω στη σκηνή, είτε είχε να κάνει με το ίδιο το περιεχόμενο. Υπάρχουν κάποια σημεία του έργου τα οποία με αγγίζουν πραγματικά, ακριβώς επειδή έχουν να κάνουν με το ζήτημα της μοναξιάς και της απομόνωσης, δηλαδή μια θεματική που όλοι μας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχουμε νιώσει, αυτό όμως είναι σαν μια έκρηξη που δημιουργείται τη στιγμή που συνειδητοποιείς τη σύνδεση σου με το κείμενο, μετά πρέπει να απεμπλακείς . Οπότε δε μπορώ να ξεχωρίσω κάποιο συγκεκριμένο σημείο πλέον.

Το έργο όπως το παρουσιάζετε, καταλήγει να διαλύει την αντίληψη περί κενότητας και αδιεξόδων. Είναι ένα συμπέρασμα που κάνει γκελ στη σημερινή κοινωνία; Μήπως τελικά ο «Ναυτικός» χρειάζεται περισσότερο περισσότερο από όσο θα νόμιζε κανείς;

Ο Ναυτικός καταλήγει, όντως σε μια σύγκρουση με την κενότητα και τα αδιέξοδα, γιατί αυτή είναι η ταυτότητα της σκηνοθετιδος, της Δανάης Κατσαμένη – η οποία, φυσικά, έρχεται σε απόλυτη σύμπνοια και με την υπόλοιπη ομάδα. Βάζουμε στο επίκεντρο τον άνθρωπο και τη λύτρωση του. Βέβαια , η Δανάη έχει έναν αριστουργηματικό τρόπο να τοποθετεί την ταυτότητα της καλλιτεχνικά, είναι έμπνευση να υπάρχεις μαζί της. Και για αυτόν ακριβώς το λόγο πιστεύω βαθιά πως αυτή η παράσταση κάνει γκελ στη σημερινή κοινωνία . Ποιες είναι οι επιταγές από τα πάνω της καλλιτεχνικής δημιουργίας; Να τικαρεις μπουλετς σε μια ορισμένη ατζέντα. Είναι προτιμότερο να έχεις 5 από τα 10 bullets συμπληρωμένα από το να έχεις έργο, αυτό δεν είναι καλλιτεχνική δημιουργία αλλά καλλιτεχνικός ευνουχισμός, αλλά παραλληλα καλλιεργεί μια καλλιτεχνική αμάθεια και κατά τι γνώμη μου καμία σχέση δεν έχει με το αποτύπωμα που αφήνει στην κοινωνία αλλά με το αποτύπωμα που απαιτείται να αφήσει – έχει μεγάλη διαφορά. Εμείς συγκρουόμαστε με αυτή τη λογική και προσπαθούμε να υπάρχουμε ανάμεσα στον κόσμο, να πιάνουμε τον παλμό του και να κάνουμε θέατρο για αυτόν. Ο Ναυτικός της Δανάης Κατσαμένη δεν είναι ένας ύμνος στην παραίτηση και τον ατομικισμό, αλλά μια ωδή στην συνείδηση, στην διεκδίκηση και στην απόφαση και γι αυτόν ακριβώς το λόγο πιστεύω πως αυτό το θέατρο χρειαζόμαστε σήμερα.

Λίγο πιο γενικά τώρα, αν δεν έχεις αντίρρηση. Τι έχει να μας πει η Τέχνη στο σήμερα; Υπάρχει τέχνη και Τέχνη; Αν ναι, ποιά η διαφορά;

Για να απαντήσω σε αυτό, θα πρέπει πρώτα να αποσαφηνίσουμε τι είναι τέχνη, και πάλι δεν ξέρω και αν θα το απαντήσω και όπως θα πρεπε. Η τέχνη είναι μορφή κοινωνικής συνείδησης, είναι άλλη μια προσπάθεια της ανθρωπότητας να εξηγήσει τον κόσμο, είναι εδώ για να διδάξει, να αφυπνίσει, να θυμίσει, να προβληματίσει ή τέλος πάντων να μετακινήσει με οποιονδήποτε τρόπο κάτι σε αυτόν που την καταναλώνει και σίγουρα σε προοδευτική κατεύθυνση. Κατά την ταπεινή μου άποψη σήμερα υπάρχουν δύο κατευθύνσεις. Από τη μια μεριά είναι οι άνθρωποι που υπηρετούν αυτόν τον σκοπό με όποιο κόστος και από την άλλοι υπάρχουν αυτοί που κάνουν κάτι που θυμίζει τέχνη αλλά δεν είναι. Οι πρώτοι υπηρετούν κάτι μεγάλο, χωρίς απαραίτητα να το ξέρουν, χωρίς εγγυήσεις πως θα αναγνωριστούν για την αφοσίωση τους, χωρίς καμία εγγύηση πως θα καταφέρουν ακόμα ακόμα να βιοποριστούν από αυτό που παράγουν. Για μένα αυτό δεν ακουμπάει μόνο στο σήμερα αλλά απλώνεται στο επέκεινα και γίνεται κομμάτι της ιστορίας. Η τέχνη στο σήμερα είναι η ίδια τέχνη του χθες και η ίδια τέχνη που θα είναι και αύριο, όχι επειδή είναι στατική και αμετάβλητη αλλά γιατί πιστεύω ότι ένα είναι το βασικό της χαρακτηριστικό: Ακολουθεί την κίνηση των μαζών. Ακούω πολύ συχνά διαλέξεις και ανθρώπους της διανόησης που συζητούν ” πως θα σώσουμε την τέχνη σήμερα” λες και είναι στο χέρι μας να καθορίσουμε κάτι τόσο μεγάλο. Σήμερα, η κοινωνία μας , πάρα τον προοδευτικό μανδύα που φοράει, είναι βαθιά συντηρητική. Πόλεμοι, φτώχεια και εξαθλίωση με αλγόριθμους, λίστες Έπνσταϊν και ΑΙ τεχνολογία. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο , ξεπηδούν κατά καιρούς αυτοί – οι δεύτεροι – που κάνουν κάτι που κάπως θυμίζει τέχνη αλλά δεν είναι κιόλας και το κάνουν είτε επειδή θέλουν να εγκλωβίσουν είτε γιατί έχουν οι ίδιοι εγκλωβιστεί. Και για να μην το παίζω κι εγώ αφ υψηλού και εκ του ασφαλούς ινστρούχτορας και Μέγας Διανοητής – που τους σιχαίνομαι – δεν ξέρω σε ποια από τις δύο κατηγορίες βρίσκομαι ή θα βρεθώ, γιατί η ίδια η ζωή από μόνη της είναι αυτή, που η σκληρότητα της, σε εγκλωβίζει. Ξέρω σίγουρα, ότι θα ήθελα να υπηρετήσω την τέχνη.

Ο Καλλιτέχνης πρέπει να τοποθετείται πάνω στα πράγματα ή να τα βλέπει από μια απόσταση και να ασχολείται αμιγώς με την τέχνη του;

Όπως είπα και πριν πιστεύω ακράδαντα πως η τέχνη ακολουθεί τη ροή της κοινωνίας, ο καλλιτέχνης αν θέλει να είναι καλλιτέχνης δεν πρέπει απλά να παρατηρεί μια πραγματικότητα. Για μένα, πρέπει να παίρνει θέση, αλλιώς δε θα μπορέσει να έχει ταυτότητα και θα καταντήσει ένα εξάρτημα σε έναν τροχό που τον οδηγεί κάποιος άλλος. Το ασχολούμαι αμιγώς με την τέχνη μου, είναι σα να παραγγέλνεις από έναν ζωγράφο να σου κάνει το πορτρέτο ενώ δε σε σ’ έχει δει ποτέ στη ζωή του. Κανένας δε θα πιστέψει ότι ζωγράφισε εσένα. 

Κάτι που ξεχάσαμε να πούμε και που θα ήθελες να επισημάνεις;

Όχι, ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, ήταν μια υπέροχη συζήτηση.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: