«Σλάντεκ», του Έντεν Φον Χόρβατ
Προτείνω ανεπιφύλακτα αυτή τη συγκλονιστική παράσταση και ας σπεύσουν οι ενδιαφερόμενοι να παρακολουθήσουν μία από τις δύο τελευταίες παραστάσεις, που θα δοθούν στην Αθήνα, την προσεχή Δευτέρα και Τρίτη, αλλά αργότερα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
Ο Σλάντεκ (υπαρκτό ιστορικά πρόσωπο) είναι ο πρωταγωνιστικός ήρωας της τραγωδίας, που έγραψε τόσο ρεαλιστικά ο ουγγρο-αυστριακός θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος Έντεν Φον Χόρβατ (1901-1937). Ένα ιστορικο-πολιτικό θεατρικό έργο, ένα δράμα και τραγωδία συνάμα, «μπουνιά στο στομάχι» του αποσβολωμένου και έκπληκτου θεατή καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της «εκρηκτικής» παράστασης. Μιας παράστασης γεμάτη με ένταση, κραυγές, πάθος από εξαιρετικούς ηθοποιούς, που λες και ζούσαν στον Μεσοπόλεμο, στην περίοδο της περιβόητης «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», η οποία, όπως είναι γνωστό, προετοίμασε την έλευση της Ναζιστικής Δικτατορίας του Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος, με Καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ, το 1933, η οποία αιματοκύλησε την Ευρώπη κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, παραμένοντας στην εξουσία μέχρι το 1945.

Μια παράσταση, η οποία πριν ακόμη ν’ αρχίσει, προϊδέαζε και «φόβιζε» τον θεατή, διότι μπαίνοντας στη θεατρική αίθουσα ο θεατής έβλεπε κοντά και δίπλα του φιγούρες ναζί, με ξυρισμένα κεφάλια, με άγριο και περίεργα ύποπτο ύφος. Ο ένας μάλιστα κυκλοφορούσε με μια έπαρση, μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο και μ’ ένα ειρωνικό υφάκι, που προκαλούσε τουλάχιστο απέχθεια στους θεατές.
Η παράσταση αρχίζει και οι θεατές ακούσια γίνονται μέρος μιας συνέλευσης του σκοτεινού και απάνθρωπου, παράνομου, παρακρατικού μηχανισμού, του «Μαύρου Στρατού», όπου οι ναζί τους απευθύνουν με αγενή και σκληρό τρόπο τον λόγο. Επικρατεί αμηχανία και όταν ο Σλάντεκ, αναγκάζεται απ’ αυτή την παρακρατική στρατιωτική οργάνωση να κάνει ένα αγριόσκυλο, υπακούει χωρίς να διαθέτει κάποια προσωπικότητα με αξιοπρέπεια και κριτική σκέψη, πλησιάζει απειλητικά τους θεατές, κάποιοι από τους οποίους αιφνιδιάζονται…
Η παράσταση διαθέτει έναν άγριο και ωμό ρεαλισμό, αδεία του σκηνοθέτη, ώστε οι θεατές να βιώσουν, κατά κάποιο τρόπο, τι σημαίνει φασισμός και ναζισμός, που φυσικά δεν έχει πεθάνει, απ’ όσο γνωρίζουμε και βλέπουμε στη χώρα μας, στην Ευρώπη και διεθνώς.

Ο δραματουργός Έντεν Φον Χόρβατ μάς έχει δώσει ένα θεατρικό έργο, γραμμένο στα 1929, για την περίοδο της «Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», όπου «αλώνιζαν» στην κυριολεξία οι καπιταλιστές, με κυβερνήσεις του χεριού τους, ώστε να αυξάνουν τα υπερκέρδη τους σε βάρος της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων των λαϊκών κοινωνικών στρωμάτων και της μεσαίας τάξης. Η αστική τάξη βασίλευε, αφού γκρέμισε από τον θρόνο τους φεουδάρχες και βασιλείς, υποστηριζόμενη και συνεργαζόμενη όχι μόνο με δεξιούς και φασίστες, αλλά και με τους σοσιαλδημοκράτες/οπορτουνιστές του SPD, αυτούς τους ανέκαθεν ύπουλους «θεομπαίχτες», που θεό τους έχουν την εξουσία και το χρήμα – όπως άλλωστε και οι δεξιές κυβερνήσεις, οι δήθεν εχθροί τους, αυτούς που συνεργάζονται, υποκρινόμενοι τους αριστερούς, με τους κεφαλαιοκράτες, εκφράζοντας χολή και μίσος στον Σοσιαλισμό/Κομμουνισμό και στους κομμουνιστές, δρώντας πολιτικά ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των εργαζόμενων γενικότερα.[1]
Πυρήνας της ουσίας του έργου αποτελούν οι πολιτικές εξελίξεις στη Γερμανία του Μεσοπόλεμου από το 1918 έως το 1929, οπότε γράφτηκε το συγκεκριμένο θεατρικό έργο. Οι εξελίξεις της ίδρυσης της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι συνέπειές τους στη διαμόρφωση κυρίως αρρωστημένων, παραπλανημένων και συγκεχυμένων συνειδήσεων, μέχρι το 1933, οπότε ανέλαβε την εξουσία ο Χίτλερ και το ναζιστικό κόμμα του. Οι οπορτουνιστές σοσιαλδημοκράτες (με το κόμμα τους, το SPD), οι δήθεν σοσιαλιστές, ανέλαβαν την κυβερνητική εξουσία, με τη στήριξη της αστικής τάξης των βιομηχάνων και τραπεζιτών της Γερμανίας, και κυβέρνησαν παραπλανώντας την εργατική τάξη και τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα ότι ασκούσαν δήθεν φιλολαϊκή πολιτική, ακόμη και όταν βρέθηκαν στην αντιπολίτευση. Τα «Ελεύθερα σώματα» («Φράικορπς[2]» – «Freikorps», παραστρατιωτικές οργανώσεις) εκδίωξαν όσους συμμετείχαν σε απεργίες και σε συλλαλητήρια, φυλάκισαν και δολοφόνησαν εργάτες και τους ηγέτες σοσιαλιστές επαναστάτες (τους «σπαρτακιστές» Καρλ Λίμπκνεχτ και Ρόζα Λούξεμπουργκ), εξόντωσαν πολλούς κομμουνιστές και κυνήγησαν το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας (KPD)[3], ενώ συγχρόνως ασκούσαν εχθρική εξωτερική πολιτική απέναντι στην ΕΣΣΔ.[4]

Ο πρωταγωνιστής του έργου, Σλάντεκ, είναι μια τραγική φιγούρα, που κατασκεύασε η αστική καπιταλιστική κοινωνία – και φυσικά δεν είναι ο μόνος. Ένας καλοκάγαθος μικροαστός, που βίωσε ως στρατιώτης στον Μεγάλο πόλεμο την οδύνη, τον φόβο, τον τρόμο. Οι νεκροί και οι τραυματίες τραυμάτισαν την ψυχή του, θόλωσαν το μυαλό του. Ήταν προϊόν του παραλογισμού, της φρίκης και της εξαθλίωσης του πολέμου. Αντιπροσωπεύει τη νεολαία του πολέμου. Είναι βαθιά απαισιόδοξος, πιστεύει ότι μπορεί να σκέφτεται αυτόνομα, μπαίνει στις τάξεις του «Μαύρου στρατού», συνεχίζει να συμπεριφέρεται σαν άβουλος και υποτακτικός στρατιώτης, συμμετέχει στη δολοφονία της σπιτονοικοκυράς του, η οποία τον εκμεταλλεύεται σεξουαλικά, αν και προσπαθεί να τη σώσει τελευταία στιγμή χωρίς να τα καταφέρει, κατηγορείται στο δικαστήριο για φόνο και τελικά αθωώνεται. Δεν έχει σταθερές αξίες, παραπέει συναισθηματικά, γίνεται αμφισβητίας των πράξεών του, «έρμαιο της φτώχειας και της μιζέριας του φασισμού» κλέβει χρήματα από την ερωμένη σπιτονοικοκυρά του για να πάει στο καπηλειό «Παλιά Αγάπη», όπου θέλει να δει γυμνή μια γυναίκα που διασκεδάζει τους στρατιώτες, της δίνει τα χρήματα, εκείνη όμως τον εξαπατά, δεν γδύνεται, προφασιζόμενη το κρύο.
Ο δραματουργός σημειώνει τα εξής: «[..] προσπάθησα, στο πλαίσιο αυτής της ιστορικής εικόνας, να αποδώσω την αιώνια μάχη ανάμεσα στον ατομισμό και τη συλλογικότητα, τον εγωισμό και τον αλτρουισμό, τον διεθνισμό και τον εθνικισμό-τον νεκροθάφτη των λαών».[5]
Γράφει εύστοχα, μεταξύ άλλων, ο μεταφραστής του έργου, Γιώργος Κωνσταντίνου Μιχαηλίδης: «(Ο Σλάντεκ είναι) ένας άνθρωπος χαμένος, ένας άνθρωπος που βρέθηκε στα υπόγεια, στα άγρια παιδιά της λούμπεν πραγματικότητας, ένας άνθρωπος που έγινε έρμαιο της φτώχειας και της μιζέριας του φασισμού, ένας άνθρωπος που ’θελε ν’ αγαπήσει μα δεν ήξερε πώς, ένας άνθρωπος που ρίχτηκε στον κόσμο χωρίς καμία μόρφ ωση και ψάχνει διακαώς να βρει τον εαυτό του, ένας άνθρωπος που διερωτάται για το Είναι του, ένας άνθρωπος. […]»[6]
Ενώ, η Πηνελόπη Χατζηδημητρίου, η οποία επιχείρησε με επιτυχία τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, γράφει, μεταξύ άλλων ενδιαφερουσών πληροφοριών, κρίσεων και παρατηρήσεων, που διατυπώνει εύστοχα: «[…] Αυτή η συγκεκριμένη κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η οποία διεισδύει σε ένα θεατρικό είδος που συμβατικά ήθελε να κάνει τους θεατές να αποδράσουν από αυτήν και πρόσκαιρα έστω (όσο διαρκεί μια παράσταση) να την ξεχάσουν, όπως και η αποκάλυψη των χαρακτήρων είναι η πρωτοτυπία του συγγραφέα. Η αποκάλυψη της συνείδησης επιτυγχάνεται χάρη στον τρόπο με τον οποίο αναπαρίσταται αυτή η πραγματικότητα, αλλιώς από μόνη της δεν θα μαρτυρούσε τίποτα. […]»[7]
Την παράσταση προτείνω να δουν πολλοί περισσότεροι θεατές και κυρίως έφηβοι, για να προβληματιστούν πάνω στη μάστιγα του Φασισμού/Ναζισμού, αφού οι νεοναζί – εδώ και χρόνια κυκλοφορούν επικίνδυνα ανάμεσά μας. Ο νέοι, αλλά και όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει να πληροφορηθούν, να μορφωθούν και να δράσουν οργανωμένα ενάντια στον νεοναζισμό, να τον πατήσουν σαν ένα δηλητηριώδες φίδι, που σκορπά με απάνθρωπες, εγκληματικές πράξεις το δηλητήριό του στην κοινωνία Αυτή η παράσταση έχει τη δύναμη να ευαισθητοποιήσει και να ενεργοποιήσει θετικά κάθε θεατή και να τον προβληματίσει προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ο ταλαντούχος και έμπειρος σκηνοθέτης Θάνος Νίκας, ο οποίος διαθέτει ένα πλούσιο και αξιόλογο βιογραφικό, κατόρθωσε να μεταφέρει το κλίμα εκείνης της τραγικής ιστορικής περιόδου στη Γερμανία του Μεσοπόλεμου, όπως θα επιθυμούσε προφανώς ο δραματουργός του έργου, εντός της χωρίς σκηνικά θεατρικής αίθουσας, με σκληρό ρεαλισμό και παραστατικότητα. Είναι μαέστρος στις σκηνοθετικές οδηγίες του, που απ’ ό,τι φαίνεται έδωσε στους ταλαντούχους ηθοποιούς και στη σκηνοθετική ευρηματικότητά του. Κατόρθωσε να συντονίσει μέσα στην άδεια αίθουσα τη θαυμάσια κινησιολογία και την εκφραστικότητα των ηθοποιών, οι οποίοι απέδωσαν υπέροχα τους ρόλους τους: η Δανάη Κλάδη ως Άννα Στραμ, σπιτονοικοκυρά και ερωμένη του Σλάντεκ, ο Αλέξης Κότσυφας ως λοχαγός και μέλος του «Μαύρου Στρατού», η Ευγενία Κουζέλη ως Πατριώτισσα και ως Δεσποινίς στην ταβέρνα, ο Πάνος Αναγνωστόπουλος ως Ειρηνιστής (Πασιφιστής), ως Φρανς, αποδίδοντας θαυμάσια τον ρόλο του. Ο ίδιος ο ηθοποιός απέδωσε θαυμάσια και τον ρόλο του ενός από τους νεοναζί, πρώην λοχαγός του στρατού, βίαιος χωρίς όρια, ο Βύρων Αναγνωστόπουλος ως Ζαλμ, νεοναζί, αλλά και ως εκπρόσωπος της Ανώτατης Αρχής, ταλαντούχος και αυτός, με έντονη προσωπικότητα και κυνικότητα, απέδωσε θαυμάσια τον ρόλο του ως Δικαστής του Σλάντεκ. Τέλος, ο Θέμης Σουφτάς, ως Σλάντεκ, έδωσε ρεσιτάλ ηθοποιίας, νευρώδης, αεικίνητος, εκφραστικότατος, με σπάνια υποκριτική ικανότητα, ασυγκράτητος στη σκηνή. Είναι απορίας άξιος πώς αυτός η ηθοποιός, με τόση ένταση και πάθος επί σκηνής κατορθώνει να κάνει απορολοποίηση μετά το τέλος της παράστασης… Ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης ανθεκτικότητας και αποδίδει έναν ρόλο, με πραγματική ικανότητα και υποκριτική δεινότητα. Νομίζω ότι η ερμηνεία του θα μείνει κλασική και υποδειγματική στην Ιστορία του Θεάτρου.
Τα κοστούμια της Ευγενίας Κιρκινέ, θαυμάσια, βοηθούν τον θεατή να προσεγγίσει και να κατανοήσει καλύτερα τον κάθε ρόλο.
Υπέροχες και οι εικόνες που προβάλλονται κατά την ώρα της παράστασης και το βίντεο, που προβάλλεται στο τέλος με τις θηριωδίες του νεοναζί Νετανιάχου και της κυβέρνησης του κράτους δολοφόνου του Ισραήλ, που συνεχίζουν ακόμη και σήμερα τη γενοκτονία του πολύπαθου παλαιστινιακού λαού. Η έντονη, ρυθμική και χαρακτηριστική μουσική που ακούγεται συγχρόνως με την προβολή του βίντεο συγκλονίζει τους θεατές, οι οποίοι αναπόφευκτα αναλογίζονται πόσο μοιάζουν οι ναζί Γερμανοί με τους νεοναζί Ισραηλινούς (με την κυβέρνηση και τον στρατό της).
Προτείνω ανεπιφύλακτα αυτή τη συγκλονιστική παράσταση και ας σπεύσουν οι ενδιαφερόμενοι να παρακολουθήσουν μία από τις δύο τελευταίες παραστάσεις, που θα δοθούν στην Αθήνα, την προσεχή Δευτέρα και Τρίτη, αλλά αργότερα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.
ΕΝΤΕΝ ΦΟΝ ΧΟΡΒΑΤ
«Σλάντεκ»
Μετάφραση: Γιώργος-Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης
Δραματουργική επεξεργασία: Πηνελόπη Χατζηδημητρίου)
από την Εταιρεία Θεάτρου ARS MORIENDI
στο Θέατρο ΠΛΥΦΑ
σε σκηνοθεσία Θάνου Νίκα
[1]. Ο Σύγχρονος Δεξιός Οπορτουνισμός. Συλλογή κειμένων, Εκδ. ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Αθήνα 2008.
[2]. «Φράικορπς» (διαδίκτυο).
[3]. « “Ειρήνη σημαίνει παγκόσμια επανάσταση του προλεταριάτου” – 100 χρόνια από την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας», «ΚΑΤΙΟΥΣΑ», 30.12.2018.
[4]. «“Από τον Οπορτουνισμό στην Αστική Διακυβέρνηση”. Το Ιστορικό παράδειγμα του SPD», ΚΟΜΜΕΠ, τεύχος 4-5/2012 και εφ. «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ», 15 και 22 Σεπτ. 2013.
Τ. Ντεμπρέντ, «Το Κομμουνιστικό Κόμμα απέναντι στην άνοδο του Χιτλερισμού», ΚΟΜΜΕΠ, τεύχος 4/2013.
[5]. Αυτό αναφέρεται σ’ ένα θαυμάσιο κείμενο, το οποίο έχει συντάξει ο μεταφραστής του έργου, Γιώργος Κωνσταντίνου Μιχαηλίδης, με τίτλο «Ποιος είναι ο Σλάντεκ;»
[6]. Όπ. π.
[7]. Αυτό αναφέρεται σε πολύ αξιόλογο και ενδιαφέρον κείμενό της με τίτλο: «Odon von Horvath: Ένας συγγραφέας του καιρού μας».
