“Η Γεύση του Κερασιού / Taste of Cherry”, του Αμπάς Κιαροστάμι (Ιράν, 1997)
Ο Αμπάς Κιαροστάμι ξέρει πολύ καλά να γυρίζει απλές ιστορίες, αντλώντας από την καθημερινότητα των ανθρώπων της πατρίδας του, για να μιλήσει για πανανθρώπινα θέματα, μέσα από μια αισθητική που αγκαλιάζει μια σύγχρονη εκδοχή του νεορεαλισμού με ποιητικά στοιχεία.
Ο κύριος Μπαντί είναι ένας μελλοντικός αυτόχειρας, ο οποίος οδηγεί το 4×4 τζιπ του σε δύσβατους, ερημικούς χωματόδρομους, σε βουνά γυμνά από βλάστηση, μέσα σε ένα άνυδρο τοπίο όπου η σκόνη, το χώμα και ο ήχος της κίνησης του αυτοκινήτου αποτελούν τα μόνα σημάδια ζωής. Μια αέναη, κυκλική κίνηση που δεν οδηγεί πουθενά, αλλά που αποπνέει την αίσθηση της επαναληπτικότητας, σαν να αποτυπώνει με τον τρόπο αυτό τον εγκλωβισμό του ήρωα σε μια ζωή που τον βαραίνει και από την οποία αναζητά απόδραση.
Χώμα, σκόνη και στριφογυριστοί δρόμοι που κάνουν κύκλους γύρω από το βουνό – ένα βουνό που θα μπορούσε να συμβολίζει τη ζωή του καθενός. Το πώς την κοιτάζεις, η οπτική της θέασής της, καθορίζει και την πορεία σου μέσα σε αυτήν. Κοιτώντας το βουνό από κάτω προς τα πάνω, φαντάζει δύσβατο, σχεδόν σαν Γολγοθάς. Αν όμως αντικρίσεις τη θέα από ψηλά, όλα μοιάζουν διαφορετικά. Η θέση και η ματιά παίζουν καθοριστικό ρόλο στη στάση μας απέναντι στη ζωή.
Ο κύριος Μπαντί έχει διαμορφώσει τη δική του στάση. Τίποτα δεν γνωρίζουμε για το πώς οδηγήθηκε σε αυτή. Μπορούμε, όμως, να κατανοήσουμε την αγωνία του στην προσπάθειά του να βρει έναν άνθρωπο που θα θέσει σε εφαρμογή το-παράλογο για εμάς, αλλά όχι για τον ίδιο- σχέδιό του: να αναλάβει τον ενταφιασμό του. Ο λάκκος έχει ήδη σκαφτεί από τον ίδιο. Ο τρόπος της αυτοκτονίας έχει αποφασιστεί. Το μόνο που απομένει είναι να βρεθεί ένας συνεργός, ο οποίος – εφόσον η απόπειρα πετύχει – θα τον θάψει, έναντι μιας ικανοποιητικής αμοιβής.
Το θέμα της αυτοκτονίας τίθεται εδώ σε ένα υπαρξιακό επίπεδο, καθώς και το δικαίωμα του ανθρώπου να επιλέγει τη μοίρα του. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές, και η διαχείριση ενός τόσο ευαίσθητου ζητήματος απαιτεί προσεκτική προσέγγιση. Διότι το ζήτημα δεν είναι μόνο το δικαίωμα στην επιλογή του πώς και πότε θα πεθάνει κανείς, αλλά – κυρίως – το πώς ελήφθη αυτή η απόφαση και αν, με την παρέμβαση ή τη βοήθεια τρίτων, θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτραπεί.
Μια σειρά ερωτημάτων ανακύπτουν, όπως και μια σειρά επιχειρημάτων που ξεδιπλώνονται μέσα από τις τυχαίες συναντήσεις του Μπαντί, κατά τη διάρκεια της αναζήτησης του κατάλληλου προσώπου: με έναν στρατιώτη από το Κουρδιστάν, έναν συλλέκτη πλαστικών από τη χωματερή, έναν φύλακα, έναν φοιτητή θεολογίας από το Αφγανιστάν, και έναν ταριχευτή πουλιών που εργάζεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Ο Μπαντί, πριν τους αποκαλύψει την πρόθεσή του, φροντίζει να τους κάνει πολλές ερωτήσεις γύρω από την προσωπική τους ζωή, επιδιώκοντας να διαπιστώσει αν πράγματι είναι πρόθυμοι και ικανοί να φέρουν εις πέρας, με απόλυτη συνέπεια, αυτό που τους ζητά. Αναζητά, δηλαδή, ανθρώπους που να μπορεί να εμπιστευτεί. Πρόσωπα που δεν θα τον κρίνουν, δεν θα τον οικτίρουν, δεν θα προσπαθήσουν να τον αποτρέψουν επικαλούμενοι θρησκευτικές πεποιθήσεις ή ηθικούς φραγμούς, αλλά θα τον αντιμετωπίσουν με κατανόηση και διακριτικότητα. Αυτό που κυρίως αναζητά-σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης- δεν είναι απλώς ένας συνεργός, αλλά ένας συνοδοιπόρος στην απόφασή του να θέσει τέλος στη ζωή του.
Οι διάλογοι του Μπαντί με τους ανθρώπους που συναντά αναπτύσσονται με ντοκιμαντερίστικο ύφος, το οποίο ενσωματώνει ποιητικά στοιχεία, προβάλλοντας την ιδέα ότι κάθε άνθρωπος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει για τη μοίρα του. Ωστόσο, αναδεικνύεται παράλληλα το γεγονός ότι πολλές φορές τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονται μέσα σε ένα καθεστώς βαθιάς μοναξιάς – μιας απομόνωσης που τυλίγει την ψυχή και καθιστά αδύνατη την αντιμετώπιση και διαχείριση της εσωτερικής οδύνης. «Κατανοείτε τον πόνο μου, αλλά δεν τον νιώθετε», λέει χαρακτηριστικά ο Μπαντί σε έναν από τους διαλόγους του.
Κι όμως, οι άνθρωποι που συναντά, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ανοίγουν μια χαραμάδα φωτός. Τείνουν χέρι βοηθείας, προσπαθούν να αγγίξουν εκείνες τις χορδές της ψυχής του που θα μπορούσαν να αφυπνίσουν ξανά τη διάθεση για ζωή. Γιατί, μέσα στο δυστοπικό τοπίο που κινείται ο ήρωας μας – το οποίο αντανακλά τα σκοτάδια της ψυχής του – ο Κιαροστάμι φροντίζει να αναδείξει, με λεπτότητα, τη σιωπηλή ομορφιά της ζωής.
Το καταφέρνει μέσα από πλάνα μεγάλης διάρκειας, τα οποία προσφέρουν έναν αργό ρυθμό εξέλιξης. Έναν ρυθμό που αποδίδει τόσο τη μεγαλοπρέπεια που αξίζει στον ήρωά μας, όσο και την ηρεμία που εκείνος αναζητά- κυρίως μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις, ακόμη κι αν δηλώνει πως όλα έχουν πλέον χαθεί. Όμως τίποτα δεν χάνεται, όσο υπάρχει κίνηση, όσο υπάρχει εναλλαγή. Το αν ο ίδιος θα το δεχτεί ή όχι, ίσως εκεί βρίσκεται και η ουσία της υπαρξιακής του ελευθερίας.
Η χρήση της αντίστιξης μεταξύ μουσικής και εικόνας στο τελευταίο πλάνο της ταινίας είναι εξαιρετική. Η μουσική προέρχεται από το κομμάτι «St. James Infirmary», το οποίο εκφράζει τη θλίψη ενός άνδρα που καταρρέει εσωτερικά λόγω της απώλειας της αγαπημένης του. Παρά τη μεγάλη του δυστυχία, η αξιοπρέπεια και η ψυχραιμία του παραμένουν ακέραιες. Καθώς ακούμε αυτή τη ζεστή, μελαγχολική τζαζ μουσική, ερχόμαστε πιο κοντά στον ήρωα, τον Μπαντί, ενώ ταυτόχρονα οι εικόνες των φαντάρων που απολαμβάνουν τις απλές στιγμές της ζωής τους-με τις «ελαφρές» συζητήσεις, τα αστεία τους, και τη συντροφικότητα τους- αναδεικνύουν την ομορφιά των απλών καθημερινών στιγμών που αποτελούν και τα πραγματικά δώρα της ζωής. Δώρα απλά που τα απολαμβάνουμε όπως απολαμβάνουμε τη γλυκιά γεύση του κερασιού που σηματοδοτεί τον ερχομό της άνοιξης, της αναγέννησης της φύσης, της ελπίδας, της ομορφιάς που φέρουν μέσα τους το πολυτιμότερο όλων των δώρων: Την ίδια τη ζωή.
Η ταινία απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, και χαρακτηρίστηκε (συμφωνώ με τον χαρακτηρισμό) ως μία από τις καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του ’90.
Προβάλλεται στους κινηματογράφους.