«Δυστυχώς Βρίζω / I Swear» του Κερκ Τζόουνς (Μ. Βρετανία, 2025)
Μια ταινία που ορατοποιεί τη μειονότητα ανθρώπων με σύνδρομο Τουρέτ, αλλά υποχωρεί απέναντι σε μια βαθύτερη ανάλυση του κοινωνικού προβλήματος του στιγματισμού ανθρώπων που απλώς διαφέρουν.
«Δεν χρειάζεται να ζητάς συγγνώμη για κάτι που δεν μπορείς να ελέγξεις». Ίσως αυτή να είναι η πιο σημαντική φράση που άκουσε ποτέ ο Τζον Ντέιβιντσον- στην ιστορία του οποίου βασίστηκε η ταινία- ο οποίος πάσχει από το σύνδρομο Τουρέτ. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, στη ζωή του κυριαρχεί ένα έντονο αίσθημα ενοχής για μια νευρολογική πάθηση που του δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητά του: τα συνεχόμενα τικ που δεν μπορεί να ελέγξει, αλλά και η βωμολοχία, που αποτελεί επίσης σύμπτωμα της νόσου. Τα στοιχεία αυτά τον οδηγούν σε κοινωνική απομόνωση, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπως η δεκαετία του ’80, στη Βρετανία, όπου το σύνδρομο Τουρέτ, ήταν ελάχιστα γνωστό και κυριαρχούσε η άγνοια. Έτσι, οι περισσότεροι κατέφευγαν εύκολα στην ερμηνεία της συμπεριφοράς του ως αντικοινωνικής. Η αντιμετώπιση αυτή μοιάζει παράδοξη, καθώς ο Τζον, πριν εμφανιστούν τα συμπτώματα της νόσου, παρουσιάζεται ως ένα χαρισματικό παιδί, υπάκουο και πειθαρχημένο, μεγαλωμένο σε μια μικροαστική οικογένεια στη Σκωτία. Η κοινότητα τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, γιατί αποτελούσε το”πρότυπο” παιδιού: υπάκουο, εργατικό, σεβαστικό, με άριστες επιδόσεις στα μαθήματα και τον αθλητισμό. Είναι η ίδια η κοινότητα που αλλάζει πολύ εύκολα στάση όταν εμφανίζεται το σύνδρομο και ανατρέπεται όλη η δομημένη εικόνα του Τζον.

Το μεγαλύτερο, όμως, πλήγμα ο Τζον το δέχεται από την ίδια του την οικογένεια. Μια οικογένεια που βασίζεται στην αυστηρή πειθαρχία, προκειμένου όλα να εξελίσσονται με τον τρόπο που έχουν στο μυαλό τους οι γονείς του, με μια μητέρα αυστηρή, τυπική, διαρκώς κουρασμένη και απογοητευμένη-μια μορφή που ενσαρκώνει τη γυναίκα εκείνη που θυσιάζεται για την οικογένεια, χωρίς όμως να έχει προσδιορίσει ξεκάθαρα το νόημα αυτών των θυσιών. Για την ακρίβεια, δείχνει σαν η φροντίδα της οικογένειας να αποτελεί μεγάλο βάρος και ταυτόχρονα ύψιστο καθήκον για την ίδια, ένα καθήκον που αποτελείται από χιλιάδες «πρέπει», από πάμπολλους κανόνες- των οποίων κάθε παράβασή τους συνοδεύεται από τιμωρία- ένα καθήκον που την αποστασιοποιεί συναισθηματικά από τον οικογενειακό της περίγυρο και της προσθέτει περισσότερη ακαμψία, μονολιθικότητα και έλλειψη κατανόησης. Και από έναν πατέρα, που όταν αρχίζουν τα δύσκολα, εξαφανίζεται…

Ένα από τα σημαντικά, κατά τη γνώμη μου, ερωτήματα στα οποία οφείλει να απαντά ένας σκηνοθέτης είναι: «τι πραγματεύεται η ταινία του;». Και εδώ η απάντηση δεν είναι και τόσο ικανοποιητική. Από τη μία, φαίνεται ξεκάθαρα ότι στόχος του είναι η αφήγηση της ιστορίας του Τζον Ντέιβιντσον, του ανθρώπου που έδωσε τιτάνιο αγώνα να αποδείξει ότι οι αντικοινωνικές του παρορμήσεις ήταν αποτέλεσμα της διαταραχής του και όχι εκούσιες αντιδράσεις. Έδωσε τεράστιο αγώνα να αντέξει και να αρχίσει να ελέγχει το άγχος που του δημιουργούσε η ασθένειά του, ένα άγχος που επιδείνωνε, σε έναν φαύλο κύκλο, τα συμπτώματα και τις βίαιες αντιδράσεις του και ανατροφοδοτούσε τα ξεσπάσματα των «υγιών», που δεν μπορούσαν να ανεχτούν τις προσβλητικές του συμπεριφορές. Το βάρος αυτής της αφήγησης πέφτει στις πλάτες του εξαιρετικού Ρόμπερτ Αραμάγιο, που πολύ δικαίως απέσπασε το βραβείο Α΄ Ανδρικής Ερμηνείας BAFTA. Ο σκηνοθέτης, Κερκ Τζόουνς καταγράφει, με λεπτομέρεια, τις πράξεις και τις συμπεριφορές του Τζον και έτσι απαντά εν μέρει στο ερώτημα του τι πραγματεύεται η ταινία. Ωστόσο,και εδώ βρίσκονται οι ενστάσεις μου ,αποφεύγει να δημιουργήσει στο μυαλό του θεατή μια παράλληλη υποϊστορία που να αναζητά τα βαθύτερα αίτια αυτού του συνεχούς «πολέμου» που δέχεται ο Τζον. Της ακαμψίας της οικογένειας και του κοινωνικού περίγυρου να εντάξουν στους κόλπους τους ανθρώπους που διαφέρουν. Αυτή η βαθιά υποκρισία της κοινωνίας αντανακλάται στις βρισιές του Τζον, που μοιάζουν να λειτουργούν ως εκτόνωση της συσσωρευμένης καταπίεσης που νιώθει μέσα του- και ίσως ως καθρέφτης μιας βαθιά υποκριτικής κοινωνίας που δομείται στο ψέμα, και τα στερεότυπα. Άραγε, η βράβευση του έργου του Τζον-που αφιέρωσε τη ζωή του στην ενημέρωση και τη στήριξη ανθρώπων με την ίδια διαταραχή-από τη βασίλισσα Ελισάβετ Β’, δεν αποτελεί μέρος αυτής της υποκρισίας; Εδώ αναδεικνύεται και η βασική αντίφαση της ταινίας που μοιάζει, για κάποιον λόγο, να υποχωρεί απέναντι σε μια βαθύτερη ανάλυση ενός κοινωνικού προβλήματος, καταφεύγοντας στην ευκολία του διδακτισμού και των εύκολων μηνυμάτων-συνθημάτων περί αποδοχής της διαφορετικότητας. Και ενώ περιγράφονται οι μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι με το σύνδρομο Τουρέτ-αλλά και, κατ’ επέκταση, όλοι όσοι διαφέρουν και δυσκολεύονται να ενσωματωθούν- από την άλλη δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η νοοτροπία μιας κοινωνίας καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον ρόλο των θεσμών, καθώς και από τον τρόπο με τον οποίο αυτοί επιβάλλουν την εξουσία τους. Κατά συνέπεια, η μη αποδοχή του διαφορετικού συνδέεται με τον φόβο προς οτιδήποτε ξένο, που λογίζεται ως απειλή της περιφρουρημένης, κλειστής ελεγχόμενης ζωής, στην οποία εγκλωβίζονται άνθρωποι και συνειδήσεις. Εκτός αν δεχθούμε ότι η ισονομία, η αποδοχή και η παροχή ευκαιριών καλλιεργούνται σε καθεστώτα όπου η βασίλισσα τιμάται ως σχεδόν ιερό πρόσωπο ή ότι ο «καλός» αστυνομικός μεταμελείται για τη βία που έχει ασκήσει και αλλάζει στάση απλώς και μόνο επειδή πλέον «κατανοεί» το σύνδρομο Τουρέτ, στην προκειμένη περίπτωση. Ωραίες αυτές οι εκδοχές, αλλά μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο σε έναν ιδεατό, σχεδόν εξιδανικευμένο κόσμο, που απέχει σημαντικά από την πραγματικότητα.

Παρ’ όλα αυτά όμως, πρόκειται για μια ταινία που αξίζει να δει κανείς, έστω και μόνο γιατί ορατοποιεί τη μειονότητα ανθρώπων με σύνδρομο Τουρέτ και γιατί προβάλλει όχι μόνο τον αγώνα του Τζον Ντέιβιντσον, αλλά και των λιγοστών ανθρώπων που πίστεψαν σε αυτόν και του έδωσαν τη δύναμη και το κουράγιο να συνεχίσει, συμβάλλοντας παράλληλα στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης γύρω από το σύνδρομο Τουρέτ.
Η ταινία προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες.
