«Χωρίς Έλεος / No Mercy» Σκηνοθεσία: Ίζα Βίλινγκερ

Η γυναίκα στον κινηματογράφο.
TiDF 28 – 28ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Η θέση της γυναίκας ως ηρωίδας στον κινηματογράφο εξετάζεται, σε αυτό το ντοκιμαντέρ που προβάλλεται στα πλαίσια του 28ου Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης -που ξεκίνησε στις 5/3 και θα ολοκληρωθεί στις 15/3-από την οπτική γυναικών σκηνοθετριών, οι οποίες μέσα από το έργο τους επιχείρησαν να αποκαταστήσουν την παρουσία και την εικόνα της γυναίκας στη μεγάλη οθόνη. Οι δημιουργοί αυτές προσπάθησαν να προκαλέσουν τον θεατή να αντικρίσει τη γυναίκα μέσα από ένα διαφορετικό βλέμμα από εκείνο που κυριαρχούσε στην κινηματογραφική βιομηχανία. Το κυρίαρχο αυτό βλέμμα συχνά ταυτίζεται με το λεγόμενο «ανδρικό βλέμμα», δηλαδή με έναν τρόπο κινηματογραφικής αναπαράστασης που έχει διαμορφωθεί κυρίως από άνδρες δημιουργούς και παραγωγούς. Το «ανδρικό βλέμμα» στον κινηματογράφο συνδέεται καταρχάς με το γεγονός ότι ο αριθμός των γυναικών σκηνοθετριών παραμένει αναλογικά πολύ μικρότερος από εκείνον των ανδρών. Ως αποτέλεσμα, η εικόνα της γυναίκας διαμορφώνεται συχνά μέσα από ανδρικές οπτικές. Έτσι, η γυναίκα εμφανίζεται συχνά σε ρόλους υποτακτικούς ή αντιδραστικούς, αλλά πάντοτε μέσα στα όρια ενός πατριαρχικού συστήματος αξιών που καθορίζει τη θέση της στην αφήγηση.

Μέσα από τις συνεντεύξεις γυναικών σκηνοθετριών που παρουσιάζονται στο ντοκιμαντέρ παρακολουθούμε την προσπάθειά τους, μέσα στις έξι τελευταίες δεκαετίες, να σπάσουν αυτό το πατριαρχικό πλαίσιο και να αποτυπώσουν την πολυπλοκότητα της γυναικείας προσωπικότητας. Οι δημιουργοί αυτές επιδιώκουν να υπερβούν στερεότυπα που επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες στον κινηματογράφο, όπως η ντροπή, η αδυναμία και η αντικειμενοποίηση της γυναίκας. Τα στοιχεία αυτά έχουν συχνά συμβάλλει στη δημιουργία του στερεότυπου της γυναίκας ως αντικειμένου επιθυμίας, όπου πίσω από τη λάμψη της ομορφιάς της — μια λάμψη που αποτελεί πρότυπο για πολλές γυναίκες, με τον τρόπο που επιβάλλεται συστηματικά και διαρκώς — ενσωματώνονται η αντικειμενοποίηση και η αδυναμία του γυναικείου φύλου. Η κινηματογραφική ματιά των γυναικών σκηνοθετριών επιχειρεί να ανατρέψει αυτό το πρότυπο, παρουσιάζοντας γυναικείους χαρακτήρες πιο σύνθετους, αυτόνομους και ενεργούς μέσα στην αφήγηση. 

Οι γυναίκες σκηνοθέτριες που παρουσιάζονται στο ντοκιμαντέρ αποτελούν δημιουργούς των οποίων οι ταινίες χάραξαν νέους δρόμους στην κινηματογραφική αφήγηση. Μέσα από το έργο τους επιχειρούν να υπερβούν το δίπολο του «ανδρικού» και του «γυναικείου» βλέμματος στον κινηματογράφο, απορρίπτοντας ακόμη και την έννοια ενός ενιαίου «γυναικείου βλέμματος», καθώς και αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί μια μονολιθική οπτική. Αντίθετα, στοχεύουν σε μια πιο ανοιχτή και πολυδιάστατη κινηματογραφική προσέγγιση, μέσα από την οποία αμφισβητούνται και αποδομούνται κυρίαρχες δομές εξουσίας, όπως η πατριαρχία, ο καπιταλισμός και ο ρατσισμός. Κάθε μία δημιουργός προσεγγίζει το ζήτημα αυτό με διαφορετικό τρόπο, επηρεασμένη τόσο από την εποχή μέσα στην οποία δημιουργεί όσο και από το πολιτισμικό της υπόβαθρο και τις προσωπικές της εμπειρίες. Με αυτόν τον τρόπο υφαίνεται ένα συνεχές νήμα που διατρέχει διαφορετικές γενιές σκηνοθετριών, οι οποίες μέσα από το έργο τους μιλούν ανοιχτά για τις κυρίαρχες δομές εξουσίας και εξετάζουν τη θέση όχι μόνο της γυναίκας, αλλά και του άνδρα μέσα σε αυτές. Έτσι, ο κινηματογράφος τους δεν περιορίζεται σε μια απλή αναπαράσταση της γυναικείας εμπειρίας, αλλά λειτουργεί ως χώρος κριτικής και επαναπροσδιορισμού των κοινωνικών ρόλων και σχέσεων.

Στις πρώτες κινηματογραφικές τους παρεμβάσεις, πολλές γυναίκες σκηνοθέτριες επιχείρησαν να αντιταχθούν στη σιωπή που είχε επιβληθεί γύρω από τη γυναικεία εμπειρία. Προκειμένου να ενθαρρύνουν τις γυναίκες να εκφραστούν, παρουσίασαν στις ταινίες τους χαρακτήρες που διεκδικούν τον έλεγχο της ζωής τους και παίρνουν την εξουσία στα χέρια τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή η διεκδίκηση εκφράζεται ακόμη και μέσα από τη βία, λειτουργώντας ως αντιστάθμισμα σε μια μακρά κινηματογραφική παράδοση όπου η βία παρουσιαζόταν σχεδόν αποκλειστικά ως ανδρικό χαρακτηριστικό, ενώ οι γυναίκες εμφανίζονταν ως παθητικά θύματα ή ως χαρακτήρες που αποχωρούν από τη σύγκρουση. Οι ταινίες αυτές μπορούν να ιδωθούν και ως μια μορφή συμβολικής «εκδίκησης» απέναντι στην ιστορική βία και καταπίεση που έχουν βιώσει οι γυναίκες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το έργο της Βιρζινί Ντεσπέντ και ιδιαίτερα η ταινία “Baise-moi” η οποία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και σε πολλές χώρες αντιμετώπισε λογοκρισία. Παρά την κριτική που δέχθηκε, η ίδια η δημιουργός υποστηρίζει ότι οι σκηνές βίας της ταινίας δεν είχαν σκοπό να προσβάλουν τις γυναίκες. Αντίθετα, η πρόκληση που δημιούργησε η ταινία φαίνεται να αφορούσε και να προσέβαλλε κυρίως όσους επιχείρησαν να τη λογοκρίνουν, καθώς έφερνε στο προσκήνιο μια ανατροπή των καθιερωμένων κινηματογραφικών ρόλων: θέσεις και χαρακτηριστικά που παραδοσιακά αποδίδονταν σε ανδρικούς ήρωες παρουσιάζονταν πλέον να καταλαμβάνονται από γυναικείους χαρακτήρες.

Το ντοκιμαντέρ πραγματοποιεί μια κινηματογραφική αναδρομή από το 1976 έως το 2023 όπου μέσα από αυτή την ιστορική διαδρομή γίνεται φανερό ότι ο κινηματογράφος των γυναικών δεν συγκροτεί ένα ενιαίο αισθητικό ρεύμα, αλλά ένα πολυφωνικό πεδίο δημιουργίας που επιδιώκει να διευρύνει τα όρια της κινηματογραφικής αφήγησης και να δώσει χώρο σε εμπειρίες που για πολλά χρόνια παρέμεναν στο περιθώριο. Ανάμεσα στις σκηνοθέτιδες εμφανίζονται οι εξής:

Η Απολίν Τραορέ, όπου στην ταινία «Sira» η ηρωίδα της, η Σίρα – η γυναίκα με το μωρό στην πλάτη και το όπλο μπροστά – εικονοποιεί την Αφρικανή γυναίκα που παλεύει με τη ζωή πίσω της και με τον θάνατο μπροστά της, αναδεικνύοντας την καθημερινή μάχη για επιβίωση μέσα σε συνθήκες βίας και αβεβαιότητας.

Η Σελίν Σιαμά, που με την ταινία της «Το πορτρέτο μιας γυναίκας που φλέγεται» εξερευνά τη γυναικεία επιθυμία και τη σχέση ανάμεσα στο βλέμμα και την αναπαράσταση. Μια εντελώς διαφορετική κινηματογραφική ματιά, όπου οι γυναίκες δεν αποτελούν απλώς αντικείμενα παρατήρησης αλλά είναι τα υποκείμενα που διεκδικούν το δικαίωμα να βλέπουν και να ορίζουν οι ίδιες την εικόνα τους.

Η Κατρίν Μπρεγιά, όπου ιδιαίτερα στην ταινία «A Real Young Girl» επιχειρεί να αναζητήσει και να αναδείξει τη γυναικεία σεξουαλική ταυτότητα, προβάλλοντας χωρίς ντροπή τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Η ηρωίδα της αντιμετωπίζει τη σεξουαλική της επιθυμία χωρίς φόβο και δισταγμό, με τρόπο άμεσο, προκλητικό και κυρίως φανερό.

Η Αλίς Ντιόπ όπου στο «Saint Omer», θέτει εξαιρετικά δύσκολα ερωτήματα, ανάμεσά τους και το πολύπλοκο ζήτημα της μητρότητας, και καταφέρνει να μετατρέψει τη σκληρότητα της πράξης της πρωταγωνίστριας σε μια ποιητική μορφή, ακριβώς γιατί αποδομεί τους τρόπους με τους οποίους βλέπουμε τα γεγονότα, αντιστρέφοντας την πραγματικότητα και φωτίζοντας τον υπέρμετρα πολυσύνθετο ψυχισμό μιας μαύρης γυναίκας που ζει στη Γαλλία.

Πολλές είναι οι σκηνοθέτριες που παρελαύνουν σε αυτό το ντοκιμαντέρ, καθεμία από τις οποίες αναφέρεται με τον δικό της τρόπο σε ζητήματα που αφορούν τη γυναίκα και που για πολλά χρόνια δεν ακούγονταν στην κινηματογραφική βιομηχανία. Μέσα από το έργο τους δεν έσπασαν απλώς αυτή τη σιωπή, αλλά προκάλεσαν και μεγάλη αναστάτωση στα κινηματογραφικά δρώμενα, αμφισβητώντας, ανασχηματίζοντας και αναδιαμορφώνοντας τη θέση της γυναίκας. Το έκαναν με έναν τρόπο που έσπαζε τις μονολιθικότητες, δημιουργώντας εικόνες που μιλούν πραγματικά στην καρδιά κάθε ανθρώπου που αναγνωρίζει και σέβεται τον άλλον. 

Tο ντοκιμαντέρ μπορείτε να το δείτε και on line εδώ:https://online.filmfestival.gr/film/khoris-eleos-no-mercy/ μέχρι τις 16 Μαρτίου.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: