Νάσος Χαλκίδης: Αυτό που θέλω είναι το έργο να μην απευθύνεται μόνο στο μάτι, αλλά και στο μυαλό
«Από τη μία είναι «ο κυρίαρχος πολιτισμός, που φέρει όλο το κενό…Και από την άλλη είναι ο πολιτισμός που φέρει ένα αξιακό σύστημα λαϊκό. Η αλληλεγγύη, η προσπάθεια να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον κόντρα στην ατομικότητα, τον ανταγωνισμό…»
Ο Νάσος Χαλκίδης μιλά στον «Ριζοσπάστη» για την έκθεση «Παρακμιακοί Παράδεισοι» που φιλοξενείται στην Πινακοθήκη του δήμου Αθηναίων
«Παρακμιακοί Παράδεισοι» είναι ο τίτλος της έκθεσης του Νάσου Χαλκίδη, η οποία φιλοξενείται στην Πινακοθήκη του δήμου Αθηναίων (κτήριο Α – Γερμανικού και Μυλέρου στο Μεταξουργείο) έως τις 26 Απρίλη.
Πρόκειται για μια έκθεση που αξίζει κανείς να επισκεφθεί. Μεγάλα έργα, πολύχρωμα που κατακτούν με τη μία τις αισθήσεις του θεατή. Σύγχρονα θέματα της πραγματικότητας είναι παρόντα. Οπως παρών είναι και ο άνθρωπος, οι συμπεριφορές του.
Οι συσχετίσεις με τη σημερινή πραγματικότητα είναι υπαρκτές, όχι όμως πάντα εύκολα αντιληπτές. Ο Νάσος Χαλκίδης κατορθώνει μέσα από το έργο του να ενεργοποιήσει τη σκέψη και τη φαντασία του κοινού. Να παραδώσει μια τέχνη που μας καλεί να σκεφτούμε ή όπως γράφει η ιστορικός Τέχνης Μυρτώ Πετάση στο σημείωμά της: «”Οι Παρακμιακοί Παράδεισοι” δεν αναπαριστούν τα κοινωνικά προβλήματα που διατρέχουν τη θεματολογία τους. Επεξεργάζονται εκφράσεις τους, φανερώνουν πτυχώσεις τους, δεικνύουν αιτίες τους. Γι’ αυτό και πετυχαίνουν να μην αφορμώνται μόνο από την πραγματικότητα αλλά, κιόλας, να εφορμούν σ’ αυτήν».
Εμείς είχαμε τη χαρά να συναντήσουμε τον δημιουργό στην Πινακοθήκη, να μας ξεναγήσει και να συζητήσουμε γύρω από την έκθεση, τον τρόπο που δημιουργεί και άλλα πολλά.

Του επισημαίνουμε ότι στα έργα του, πέρα από τις μεγάλες διαστάσεις που αιχμαλωτίζουν το μάτι του θεατή, μας κάνουν εντύπωση και τα τόσα φωτεινά χρώματα που χρησιμοποιεί. «Και το χρώμα η Αθήνα μού το έβγαλε», μας λέει γελώντας, σημειώνοντας ότι για πολλά χρόνια τα έργα του ήταν ασπρόμαυρα. «Η Αθήνα μού έδωσε με αποκαλυπτικότερο τρόπο τις αντιθέσεις. Οι αντιθέσεις φαίνονται πολύ περισσότερο. Και από τη θέση μου στο Επιμελητήριο (σ.σ. ο Νάσος Χαλκίδης είναι πρόεδρος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας). Το χρώμα είναι το μέσο για να δείξω το πρόβλημα… Μπορείς να αναδείξεις και με το χρώμα πολύ “δύσκολα” θέματα με pop διάθεση. Το χρώμα είναι και αυτό ένα εργαλείο, όπως και όλα τα άλλα, για να κατασκευαστεί μια εικόνα».
Οπως «εργαλείο» είναι και η αφαίρεση. «Η αφαίρεση μας βοηθά να μη γινόμαστε φλύαροι, να αποφεύγουμε τα περιττά, να επικεντρώσουμε στο ουσιαστικό». Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο του «Ο δεύτερος Πολιτισμός». Σε αυτό το έργο απεικονίζονται και κυριαρχούν στη σύνθεση ένα τραπέζι με ένα γεράνι και μια βάση ενός «κενού» μνημείου και στο βάθος οι φλόγες του πολέμου. Από τη μία είναι «ο κυρίαρχος πολιτισμός, που φέρει όλο το κενό. Στόχος του να αναπαράγει αυτό που ζούμε και να το αποδεχτούμε, να ενσωματώσουμε τα προτάγματα της κυρίαρχης τάξης. Να μας κάνει παρατηρητές της ίδιας της ζωής μας. Και από την άλλη είναι ο πολιτισμός που φέρει ένα αξιακό σύστημα λαϊκό. Η αλληλεγγύη, η προσπάθεια να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον κόντρα στην ατομικότητα, τον ανταγωνισμό…».
Συζητώντας μαζί του για τα έργα του, στεκόμαστε στους συμβολισμούς που χρησιμοποιεί για να θίξει θέματα και συμπεριφορές. Τέτοια είναι το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης στο έργο του «Το τέλος των πλασματικών ευδαιμονιών», τα μοτίβα που φανερώνουν το πέρασμα διαφόρων εποχών στο έργο «Deja Vu», το χαλί με το σχέδιο του δολαρίου στο έργο «Ασφάλεια Υγείας» και άλλα πολλά. «Πράγματι, όλα αυτά τα σύμβολα χρησιμοποιούνται για να προσδιορίσουν τον χώρο, στον οποίο συμβαίνουν. Και όταν λέω χώρο, εννοώ τον νοητό, τον ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό κ.λπ. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται και για το συναισθηματικό κομμάτι. Αλλοτε χρησιμοποιείται και για να “συνομιλήσεις” με τον θεατή.
Αυτό που θέλω είναι το έργο να μην απευθύνεται μόνο στο μάτι, αλλά και στο μυαλό. Να δημιουργεί τον χώρο, για να σκεφτείς».
Πάνω σε αυτό ο Νάσος Χαλκίδης στέκεται στην ανάγκη επικοινωνίας του εικαστικού δημιουργού με το κοινό. «Μας ενδιαφέρει ο θεατής και η επικοινωνία, για να επιτελέσει τον κοινωνικό της ρόλο η δουλειά μας. Η ανάγκη για επικοινωνία μέσω του έργου μας είναι τεράστια και σε αυτό πάνω πατάνε και μας εκβιάζουν σαν δημιουργούς, μας κάνουν να το πληρώνουμε. Πληρώνουμε εκθεσιακούς χώρους για να μπορέσουμε να δείξουμε τη δουλειά μας. Δεν έχει να κάνει με κάποια ματαιοδοξία. Το κύριο είναι η επικοινωνία μέσα από το έργο μας, και αυτό στις σημερινές συνθήκες βρίσκει πολλά εμπόδια και πολλές κλειστές πόρτες».
Είναι πολλές οι στιγμές που όταν μιλάμε με τον Ν. Χαλκίδη η κουβέντα μας οδηγείται στον τόπο δημιουργίας των έργων, στο εργαστήριό του.
«Για να φτιαχτεί ένα έργο, είναι καταρχήν θέμα προετοιμασίας, δηλαδή συγκέντρωσης του υλικού. Εγώ προσωπικά διαβάζω, συλλέγω καθετί που μου κάνει εντύπωση, αναζητώ τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκαν το ίδιο θέμα ή άλλες πλευρές του δημιουργοί προηγούμενων χρόνων.
Κρατάω σημειώσεις στο τελάρο, για να θυμάμαι πού θέλω να φτάσω. Ξεκινάω από μια εικόνα που έχω στο κεφάλι μου και αυτή η εικόνα με “οδηγεί” στο τι να προσθέσω ή τι να αφαιρέσω στην προσπάθειά μου να κρατήσω, να αναδείξω την ουσία».
Η έκθεση έχει μεγάλη επισκεψιμότητα. Ανθρωποι όλων των ηλικιών περνούν τις πύλες της. Οπως μας λέει ο δημιουργός, «δεν είναι απαραίτητο να φύγουν όλοι με το ίδιο συναίσθημα… Το δικό μου ενδιαφέρον επικεντρώνεται να δει ο άλλος τον εαυτό του μέσα σε αυτό που κάνω. Είτε σε κοινωνικό – πολιτικό επίπεδο, είτε σε επίπεδο συμπεριφοράς».
Την έκθεση έχουν επισκεφθεί και σχολεία. «Τα παιδιά είναι πιο αυθόρμητα. Και επίσης έχουν όνειρα. Οταν αντιληφθούν ότι αυτά τους τα όνειρα κόβονται, τότε υπάρχει ρήξη», μας λέει, ενώ παράλληλα αναφέρεται στις σκέψεις που κάνουν γύρω από το έργο «Καλώς ήρθατε στην αρένα».
Λίγο πριν τον αποχαιρετήσουμε, του επισημαίνουμε πόσο συγκλονιστικά είναι τα «πορτρέτα από το πολεμικό μέτωπο της καθημερινότητας», όλα καμωμένα από κόκκινο μελάνι.
«Αυτά είναι πορτρέτα από εικόνες που με έχουν στοιχειώσει. Ενα μεγάλο κομμάτι στο ζήτημα του πολέμου είναι η καταγραφή της βίας. Αυτή η προβολή του πολέμου στα έργα δεν είναι σε μια κατεύθυνση, έτσι πιστεύω εγώ τουλάχιστον, που βοηθά τον θεατή. Ο πολλαπλασιασμός της προβολής της βίας οδηγεί σε περισσότερο αποδοχή και συνήθεια, αλλά και αδρανοποίηση. Εγώ επιλέγω να δείξω τον τρόπο που στέκονται, τον τρόπο που μας κοιτάνε…».
