Έβαλντ Ιλιένκοφ – Ένα μικρό αφιέρωμα σε έναν μεγάλο κομμουνιστή φιλόσοφο
Σαν σήμερα στις 21 Μαρτίου του 1979, αφήνει την τελευταία του πνοή στο διαμέρισμά του στη Μόσχα, ένας από τους κορυφαίους και πιο επιδραστικούς μαρξιστές φιλοσόφους, ο Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ.
Σαν σήμερα στις 21 Μαρτίου του 1979, αφήνει την τελευταία του πνοή στο διαμέρισμά του στη Μόσχα, ένας από τους κορυφαίους και πιο επιδραστικούς μαρξιστές φιλοσόφους, ο Έβαλντ Βασίλιεβιτς Ιλιένκοφ.
Γεννημένος το 1924 στο Σμόλενσκ, το 1932 μετακομίζει με την οικογένειά του στη Μόσχα, όπου το 1941 ξεκίνησε τις σπουδές του στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας, Λογοτεχνίας και Ιστορίας. Στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου υπηρέτησε στον Κόκκινο Στρατό, αρχικά ως αξιωματικός του πυροβολικού στο Δυτικό Μέτωπο της Λευκορωσίας, και στη συνέχεια μπήκε νικητής στο Βερολίνο.
Το 1950 ολοκλήρωσε τις σπουδές του και το 1953 κατέθεσε τη διδακτορική του διατριβή με τίτλο «Η διαλεκτική του αφηρημένου και του συγκεκριμένου στο “Κεφάλαιο” του Μαρξ», ενώ το 1968 αναγορεύτηκε σε Διδάκτορα των Φιλοσοφικών Επιστημών. Δίδαξε στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας και μέχρι το τέλος της ζωής του εργάστηκε στο Ινστιτούτο Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ. Το 1965 του απονεμήθηκε το βραβείο Τσερνισέφσκι. Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 20 γλώσσες, ενώ στα ελληνικά κυκλοφορούν μερικές από τις σπουδαιότερες μελέτες του.
Το κύριο πεδίο πάνω στο οποίο εργάστηκε ήταν η Λογική, δηλαδή η επιστήμη της νόησης. Η Λογική μελετά τους νόμους κίνησης του επιστημονικού σκέπτεσθαι, της νόησης που κατανοεί τον εαυτό της και τον κόσμο. Με άλλα λόγια, ασχολήθηκε με το να κατανοήσει το πώς το υποκείμενο συλλαμβάνει με επιστημονικό τρόπο τον αντικειμενικό κόσμο στην ολότητά του και στη διαρκή μεταβολή του, αναπαράγοντας σε κατηγορίες (έννοιες) αυτό που υπάρχει πέρα κι έξω από τη συνείδηση και τη θέλησή μας.
Ως πολυσχιδής προσωπικότητα, καταπιάστηκε -αφήνοντας σημαντική παρακαταθήκη – και με άλλα αντικείμενα, όπως η παιδαγωγική, η ψυχολογία, ακόμα και η αισθητική και η θρησκεία.
Ο Ιλιένκοφ πιάνοντας το νήμα από εκεί που το άφησαν οι κλασικοί, ανάπτυξε την μαρξιστική θεωρία της αντανάκλασης, αποδεικνύοντας πως η συνείδηση δεν είναι μόνο κατηγόρημα (ιδιότητα) του ανθρώπου, αλλά συνολικά κατηγόρημα της Φύσης, η οποία μέσω του ανθρώπου κατανοεί τον εαυτό της.
Όπως γράφει συγκεκριμένα, “είναι στον άνθρωπο, επιμένει ο Ιλιένκοφ, που η Φύση πραγματικά διεξάγει, με έναν αυτονόητο τρόπο, εκείνη ακριβώς τη δραστηριότητα που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε “σκέψη”. Στον άνθρωπο, στη μορφή του ανθρώπου, στο πρόσωπό του, η ίδια η Φύση σκέπτεται, και καθόλου κάποια ιδιαίτερη υπόσταση, πηγή, ή αρχή ενσταλαγμένη σ’ αυτόν από τα έξω. Στον άνθρωπο, επομένως, η Φύση, σκέπτεται τον εαυτό της, αποκτά επίγνωση του εαυτού της, αισθάνεται τον εαυτό της, δρα πάνω στον εαυτό της”.
Στις εργασίες του, ανέδειξε κομβικής σημασίας ζητήματα της διαλεκτικής Λογικής, όπως πχ τον αντικειμενικό χαρακτήρα του ιδεατού, την άρση της αντίθεσης υποκειμένου και αντικειμένου, αλλά και την σχέση συγκεκριμένου και αφηρημένου στην ερευνητική μεθοδολογία.
Ειδικά όσο αφορά το ιδεατό, η ουσία της σκέψης του συνοψίζεται στο ότι αυτό δεν είναι απλώς κάτι που υπάρχει «μέσα στο μυαλό», -αν και φυσικά είναι και αυτό, ως υλικό μεταφερμένο στο μυαλό-, αλλά έχει αντικειμενική κοινωνική ύπαρξη, καθώς ενσωματώνεται σε πράξεις, θεσμούς και αντικείμενα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Για παράδειγμα, η αξία του χρήματος είναι ιδεατή αλλά έχει πραγματική, αντικειμενική υπόσταση ως συμπύκνωση κοινωνικών σχέσεων.
Μεταξύ άλλων, ανέδειξε και την σχέση συνέχειας και ασυνέχειας ανάμεσα στη φιλοσοφία του Σπινόζα, τον γερμανικό ιδεαλισμό και τον μαρξισμό χαρακτηρίζοντας τα μεγάλα ρεύματα της προμαρξικής σκέψης ως βαθμίδες από τις οποίες πέρασε αναγκαστικά η φιλοσοφία για να καταλήξει στην ολοκλήρωσή της, στο έργο των Μαρξ και Ένγκελς. Από αυτή την άποψη, η προμαρξική φιλοσοφία συνεισέφερε θετικά στο προτσές της αποκάλυψης της Αλήθειας.
Εξαιρετικά κομβική ήταν και η παρέμβασή του για το φαινόμενο της Θρησκείας. «Στο πρόσωπο του θεού ο άνθρωπος γνώρισε και λάτρεψε μόνο τον εαυτό του, νομίζοντας ωστόσο ότι αναγνωρίζει ένα διαφορετικό πλάσμα, και η θρησκεία στην πραγματικότητα δεν υπήρξε τίποτα’ άλλο, παρά ένας καθρέφτης που έδειχνε στον άνθρωπο τις ίδιες του τις όψεις», έγραφε ο Ιλιένκοφ στο «Τεχνοκρατία και ανθρώπινα ιδεώδη στο Σοσιαλισμό».
Και συνεχίζει λίγο παρακάτω «ο “θεός” είναι κάθε άλλο παρά μια νατουραλιστική εικόνα του γήινου αμαρτωλού και θνητού ανθρώπου, που έχει μέσα του διαλυμένα σ’ ένα μοναδικό πρόσωπο τόσο το “θεό” όσο και το “διάβολο”. “Θεός” είναι ο άνθρωπος όπως πρέπει να είναι ή να γίνει σαν αποτέλεσμα της αυτοτελειοποίησής του και “διάβολος” είναι ο ίδιος ο άνθρωπος όπως δεν πρέπει να είναι, όπως πρέπει να πάψει να είναι σαν αποτέλεσμα της ίδιας διαδικασίας αυτοκαλλιέργειας, δηλαδή το ιδανικό ανθρώπινο πρότυπο ατέλειας και κακίας.
Με άλλους όρους, “θεός” και “διάβολος” είναι κατηγορίες με τις οποίες ο άνθρωπος προσπαθεί να διαχωρίσει και να ξεχωρίσει μέσα του το Καλό και το Κακό, τις αληθινά ανθρώπινες αξίες και τους αταβισμούς της απλά ζωικής καταγωγής του. Βλέποντας με ευλάβεια την εικόνα του “θεού”, ο άνθρωπος μπορεί έπειτα να επαληθεύσει ποιά αληθινά χαρακτηριστικά της φύσης του ο ίδιος εκτίμησε και εξύψωσε (“θεοποίησε”) και ποιά αντίθετα απόκρουσε και εξόρκισε σαν “διαβολικές ενέργειες”, ζητώντας να γίνει κύριος του εαυτού του».
Στα έργα του αντιπάλεψε τον υποκειμενικό ιδεαλισμό στις διάφορες εκδοχές του, όπως τον νεοθετικισμό, όπως συγκρούστηκε και με την δογματική και αποστεωμένη ερμηνεία του υλισμού, αποκαλύπτοντας την αντιδραστική πολιτική-πρακτική αποτύπωση του φιλοσοφικού, θεωρητικού εκφυλισμού του κομμουνιστικού κινήματος.
Πάνω σε αυτό, τόνιζε πως «το ζήτημα εξακολουθεί να τίθεται όπως παλιά, έτσι όπως το έθεσε ο Λένιν το 1908: ή συνεπής (διαλεκτικός) υλισμός, ή ανώφελες περιπλανήσεις στη θεωρία –περιπλανήσεις που εγκυμονούν θλιβερές ή και τραγικές συνέπειες. Οι περιπλανήσεις αυτές που αρχίζουν, θα έλεγε κανείς, στη σφαίρα της αφαίρεσης, αργά ή γρήγορα καταλήγουν στην αμαρτωλή γη», ενώ στο ίδιο μήκος κύματος υπογράμμιζε κατηγορηματικά πως «ούτε απλά ο υλισμός, ούτε απλά η διαλεκτική, (αλλά) ο Διαλεκτικός Υλισμός».
Υπερασπίστηκε τον καθοριστικό ρόλο της κοινωνίας στην διαμόρφωση του ανθρώπου, φωτίζοντας τη διαλεκτική βιολογικού και κοινωνικού και πολεμώντας παράλληλα τον βιολογισμό ως αντίληψη που ανάγει κοινωνικά χαρακτηριστικά στη γενετική και στην υπεριστορική «ανθρώπινη φύση».
Ταυτόχρονα, εξηγούσε με εκλαϊκευτικό λόγο ότι έξω από την κοινωνία, πυρήνας της οποίας είναι η συλλογική εργασία, ο άνθρωπος δεν μπορεί να υφίσταται ως τέτοιος. Μόνο εντός και διαμέσου της κοινωνίας ο άνθρωπος γίνεται φορέας του ανθρώπινου πολιτισμού και όλων των επιτευγμάτων. Μόνο εντός και διαμέσου της κοινωνίας, το άτομο μετατρέπεται σε προσωπικότητα τελικά.
Σημείωνε πάνω στο θέμα αυτό ότι «η γενική θέση του αληθινού υλισμού, όπως διατυπώθηκε από τον Μαρξ, τον Ένγκελς, και τον Λένιν μπορεί να χαρακτηριστεί εν συντομία ως εξής: Όλο αυτό που είναι ανθρώπινο στον άνθρωπο – δηλαδή εκείνο ακριβώς που τον διακρίνει από τα ζώα – είναι 100% ( όχι 90% ή ακόμη και 99%) το αποτέλεσμα της κοινωνικής ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας, και κάθε ικανότητα του ατόμου είναι μια ατομική εξασκημένη λειτουργία του κοινωνικού και όχι του βιολογικού οργανισμού, παρόλο που επιτελείται από τα φυσικά, βιολογικά έμφυτα όργανα του ανθρώπινου σώματος – εν προκειμένω, του εγκεφάλου».
Ο Ιλιένκοφ υπήρξε κομμουνιστής με την καθολική σημασία του όρου. Δεν έγραφε από την άνεση του γραφείου του για αφηρημένα ζητήματα, αποσπασμένος από την πραγματική ζωή, αλλά δρούσε κάτω από πολύ συγκεκριμένο πρίσμα, που ήταν η οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Για αυτό τον λόγο και πήρε ενεργό μέρος στη διαπάλη που συντελούνταν για μια σειρά από κομβικά ζητήματα που αφορούσαν την πορεία της σοβιετικής οικονομίας και κοινωνίας, όπως για παράδειγμα την μάχη ανάμεσα στους αγοραίους και μη αγοραίους οικονομολόγους τη δεκαετία του ’60, αντιλαμβανόμενος την καταστροφική συνέπεια που θα είχε η εισαγωγή καπιταλιστικών συνταγών για την επίλυση προβλημάτων του κεντρικού σχεδιασμού.
Παράλληλα, αναδείκνυε την ανάγκη να μην αντιμετωπίζεται η μαρξιστική φιλοσοφία σαν “ψόφιο σκυλί”, αλλά να αποτελεί άξονα και πυξίδα δράσης για όλες τις πτυχές της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής ζωής.
Σε αυτό το πλαίσιο επεσήμανε σε επιστολή του προς το ΚΚΣΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’60 πως «[…]επικρατεί πλήρης ασυμφωνία ως προς την κατανόηση του βασικού καθήκοντος, του θεμελιώδους ρόλου και λειτουργίας την οποία πρέπει να διαδραματίσει η φιλοσοφία στο πλαίσιο του καταμερισμού εργασίας, παραμένοντας όμως φιλοσοφία», ενώ λίγο μετά συμπληρώνει ότι «πλήρης ασάφεια επικρατεί και στο τι πρέπει να κάνει η φιλοσοφία ως φιλοσοφία κατά την κομμουνιστική οικοδόμηση, έτσι ώστε να είναι γενικά σε θέση να βοηθήσει τις άλλες επιστήμες και το Κόμμα».
Κατά καιρούς, πολλοί εχθροί της Σοβιετικής Ένωσης και του σοσιαλιστικού συστήματος γενικά, αποπειράθηκαν να εργαλειοποιήσουν τον Ιλιένκοφ και ορισμένες περιπέτειες που είχε κάποτε με ορισμένους ακαδημαϊκούς κύκλους, για να διαχύσουν την αντικομμουνιστική τους προπαγάνδα και να καλλιεργήσουν μια διαστρεβλωμένη αντίληψη για τον ίδιο τον φιλόσοφο, επιχειρώντας μάλιστα να τον παρουσιάσουν ως «αντισταλινικό» και ως αντίπαλο της υποτιθέμενης «σοβιετικής ορθοδοξίας», κλπ.
Ο ίδιος ο Ιλιένκοφ όμως, έβαζε και βάζει στη θέση τους, τους πάσης φύσης καλοθελητές. Είναι αναρίθμητα τα αποσπάσματα από τα κείμενά του στα οποία επιβεβαιώνεται με τον πιο έκδηλο τρόπο η ακλόνητη και συμπαγής ιδεολογική τοποθέτησή του και η στράτευσή του με το μέρος της παγκόσμιας εργατικής τάξης, του κομμουνιστικού κόμματος και της ΕΣΣΔ, παρά τα όποια πολιτικά λάθη, τις αντιφάσεις και τα προβλήματα.
Ενδεικτική και δηλωτική των παραπάνω είναι η εξής θέση του:
«Ο κόσμος της ιδιωτικής ιδιοκτησίας αναπόφευκτα, αναμφίβολα, θα παρασύρει προς τον αντίθετο στόχο. Επομένως, συνοψίζοντας, φαίνεται ότι ο μαρξιστικός κομμουνισμός στον εικοστό αιώνα είναι η μόνη ορθολογική διδασκαλία που είναι αρκετά ισχυρή για να προσφέρει στους ανθρώπους ένα αληθινά γήινο ιδανικό. Δεν υπάρχει ορθολογική διδασκαλία που να αντιτίθεται στον κομμουνισμό, παρά μόνο η απουσία μιας τέτοιας. Επομένως οι νουνεχείς άνθρωποι πρέπει τώρα να διαλέξουν μεταξύ του μαρξισμού, κάποιας μορφής κοινωνικού πεσιμισμού ή τη σωτηρία με τη μορφή κάποιας υπερβατικής θρησκείας. Εγώ, προσωπικά, προτιμώ τον κομμουνισμό, ο οποίος ανοίγει στην ανθρωπότητα ένα πραγματικό, παρότι δύσκολο, δρόμο για το μέλλον εδώ στη Γη».
Ο Ιλιένκοφ αυτοκτόνησε μια μέρα σαν σήμερα, κόβοντας τον λαιμό του στο μπάνιο του σπιτιού του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του έδινε ακόμα μια μάχη, όχι στο πεδίο της θεωρίας, αλλά με το αλκοόλ και την κατάθλιψη. Δύο μήνες πριν φύγει από τη ζωή, ομολόγησε την πρόθεσή του στην διάρκεια της κηδείας του αγαπημένου του συνεργάτη και μεγάλου σοβιετικού ψυχολόγου, Λεόντιεφ. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν η ύστατη πράξη του ήταν αποτέλεσμα της ψυχικής του υγείας μόνο ή και μιας αίσθησης απογοήτευσης για το που όδευε ο σοσιαλιστικός κόσμος. Ίσως δεν έχει και καμιά σημασία πλέον.
Σε κάθε περίπτωση, αυτό που πραγματικά έχει σημασία σήμερα, είναι η πολύτιμη παρακαταθήκη που μας άφησε να μην θαφτεί μέσα σε βιβλία που δεν τα διαβάζει κανείς. Ειδικά για τους κομμουνιστές, είναι αδήριτη η ανάγκη της μελέτης του έργου του, που διατηρεί στο ακέραιο την επικαιρότητά του.
Λ. Σ.
