Από το 2021 προετοιμαζόταν εντατικά η επέμβαση στη Βενεζουέλα – Αποκαλυπτικό δημοσίευμα του “Ριζοσπάστη”
Μια μελέτη για τον «ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων», που συντάχθηκε για λογαριασμό του υπουργείου Αμυνας, περιγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα σενάρια που εξελίχθηκαν στις 3 Γενάρη
Πέντε χρόνια πριν την ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, ένα εκτενές κείμενο 180 σελίδων του ινστιτούτου RAND Corporation – του μεγαλύτερου «think tank» του αμερικανικού στρατού – περιέγραφε με εντυπωσιακή ακρίβεια το σενάριο που τελικά εκτυλίχθηκε.
Η έκθεση με τίτλο «Great-Power Competition and Conflict in Latin America» (Ανταγωνισμός και σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων στη Λατινική Αμερική), που συντάχθηκε επί κυβέρνησης Δημοκρατικών το 2021, κατόπιν παραγγελίας του Γενικού Επιτελείου της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, και δημοσιεύθηκε το 2023, δεν ήταν μια απλή ακαδημαϊκή ανάλυση. Ηταν ένα πολιτικό και στρατηγικό εγχειρίδιο για τη σχεδιαζόμενη επέμβαση στη Βενεζουέλα.
«Αν και η Λατινική Αμερική υπήρξε μια μάλλον παραμελημένη περιοχή στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ μετά το 2001, όταν η προσοχή της Ουάσιγκτον στράφηκε προς τη Μέση Ανατολή, είναι μια περιοχή γεωστρατηγικής σημασίας για τις ΗΠΑ», διαπιστώνει εισαγωγικά η έκθεση και προσθέτει πως η γεωγραφική εγγύτητα «σημαίνει ότι η πολιτική σταθερότητα, η ασφάλεια και η οικονομική επιτυχία της περιοχής σχετίζονται και έχουν αντίκτυπο στην ασφάλεια, στην οικονομική και κοινωνική σταθερότητα των ΗΠΑ».
Η Βενεζουέλα ως «πιθανό θέατρο σύγκρουσης»
Αποκαλυπτικό είναι το πώς η έκθεση πλαισιώνει τα αμερικανικά συμφέροντα. «Από γεωπολιτική σκοπιά», αναφέρει, «οι δραστηριότητες της Ρωσίας και – σε μικρότερο βαθμό – της Κίνας στην κρίση της Βενεζουέλας έχουν εγείρει ανησυχίες για τις πιο δυναμικές στάσεις των δύο δυνάμεων απέναντι στη Λατινική Αμερική». Και συνεχίζει: «Αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης και επαγγελματίες της ασφάλειας ανησυχούν ότι η Βενεζουέλα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την προβολή ισχύος της Κίνας, της Ρωσίας ή ακόμα και του Ιράν σε άμεση γειτνίαση με τις ΗΠΑ».
Η έκθεση καταγράφει με λεπτομέρεια κινήσεις των «αντιπάλων»: Τις ρωσικές επισκέψεις υπερηχητικών βομβαρδιστικών με πυρηνικές δυνατότητες στη Βενεζουέλα (2008, 2013, 2019), τις κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές, τη στρατιωτική συνεργασία Μόσχας – Καράκας. Σχετικά με το τελευταίο ζήτημα, αναφέρει δηλώσεις του στρατηγού Τζον Κέλι, πρώην επικεφαλής της Νότιας Διοίκησης των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ (SOUTHCOM): «Ως μέρος της παγκόσμιας στρατηγικής της, η Ρωσία χρησιμοποιεί την προβολή ισχύος σε μια προσπάθεια να διαβρώσει την αμερικανική ηγεσία και να αμφισβητήσει την αμερικανική επιρροή στο δυτικό ημισφαίριο».
Αν και η έκθεση σημειώνει ότι οι οικονομικοί δεσμοί της Κίνας με τη Βενεζουέλα είχαν εξασθενίσει εκείνη την περίοδο, λόγω της «επισφαλούς οικονομικής κατάστασης της χώρας», επισημαίνει πως «για τις ΗΠΑ, μια Βενεζουέλα σε κρίση και επιδεκτική στις προτάσεις Κίνας και Ρωσίας εγείρει στρατιωτικές ανησυχίες και ανησυχίες πληροφοριών που είναι πιθανό να προκαλέσουν περιφερειακή αποσταθεροποίηση».
Με άλλα λόγια, πέρα από τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο φυσικών πόρων, μεγάλη σημασία για την αμερικανική στρατηγική κατείχε η αποτροπή οποιασδήποτε στρατιωτικής παρουσίας των γεωπολιτικών αντιπάλων των ΗΠΑ στο δυτικό ημισφαίριο – ένα σύγχρονο «Δόγμα Μονρόε».
Ανησυχία για τη διείσδυση της Κίνας
Η έκθεση αφιερώνει εκτενές τμήμα στην ανάλυση των κινεζικών συμφερόντων στη Λατινική Αμερική: «Η Κίνα έχει τόσο γεωπολιτικούς όσο και οικονομικούς στόχους, τους οποίους τα περισσότερα κινεζικά στρατηγικά και πολιτικά κείμενα παρουσιάζουν ως στενά αλληλένδετους». Οι γεωπολιτικοί στόχοι του Πεκίνου είναι διττοί: «(1) να σφυρηλατήσει στρατηγικές εταιρικές σχέσεις προς υποστήριξη των φιλοδοξιών της Κίνας ως μεγάλης δύναμης και (2) να πείσει τις χώρες που αναγνωρίζουν την Ταϊβάν να αποσύρουν την αναγνώρισή τους».
Ανάμεσα σε άλλες, η έκθεση ξεχωρίζει την Κούβα, τη Νικαράγουα και τη Βενεζουέλα ως βασικούς περιφερειακούς εταίρους που υποστηρίζουν «τις κινεζικές διπλωματικές και οικονομικές πρωτοβουλίες».
Η έκθεση επισημαίνει ότι η Κίνα «έχει επίσης αρχίσει να συνεργάζεται με χώρες της Λατινικής Αμερικής με λιγότερο αντι-αμερικανικές στάσεις, συμπεριλαμβανομένων παραδοσιακών εταίρων των ΗΠΑ, όπως η Κολομβία, σε μια προσπάθεια να τις τραβήξει διακριτικά στην τροχιά του Πεκίνου». Παράλληλα σημειώνει ότι «η Λατινική Αμερική είναι η περιοχή του κόσμου με τον υψηλότερο αριθμό χωρών που αναγνωρίζουν την Ταϊβάν: 8 από τις 14 χώρες παγκοσμίως», και ότι από το 2016 η Κίνα έχει σταδιακά «γυρίσει» ορισμένες κυβερνήσεις της Κεντρικής Αμερικής (Ελ Σαλβαδόρ, Νικαράγουα, Παναμάς) από την Ταϊβάν προς την Κίνα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές: «Προς υποστήριξη των πολιτικών και οικονομικών στόχων της στην περιοχή, η Κίνα έχει ενισχύσει τους διπλωματικούς δεσμούς με τη Λατινική Αμερική τις τελευταίες δύο δεκαετίες και έχει ξεκινήσει πολλά έργα κρίσιμων υποδομών, συμπεριλαμβανομένων επενδύσεων σε επέκταση λιμανιών, όπως το λιμάνι Buenaventura στην Κολομβία».
Σύμφωνα με την έκθεση, «αναλυτές και αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι οι κινεζικές επενδύσεις σε λιμενικές εγκαταστάσεις παγκοσμίως προορίζονται να έχουν διπλή πολιτικοστρατιωτική χρήση και, τελικά, να υποστηρίξουν τις αυξανόμενες στρατιωτικές φιλοδοξίες της Κίνας».
Στρατιωτική προβολή ισχύος της Ρωσίας
Για τη Ρωσία η έκθεση είναι εξίσου αποκαλυπτική: «Η Ρωσία έχει λίγα – αν υπάρχουν – ζωτικά συμφέροντα στη Λατινική Αμερική, που επικεντρώνονται στους πολιτικούς και στρατιωτικούς τομείς». Επικεντρώνουν όμως και σε «γεωπολιτικές σκέψεις, όπως η εξισορρόπηση των ΗΠΑ και η προβολή ισχύος σε κοντινή γεωγραφική απόσταση από τις ΗΠΑ».
Σύμφωνα με την έκθεση, «οι γεωστρατηγικές θέσεις χωρών όπως η Κούβα, η Βενεζουέλα και η Νικαράγουα, σε εγγύτητα με τις ΗΠΑ, μαζί με τις αυταρχικές και αντιαμερικανικές κλίσεις των κυβερνήσεών τους, καθιστούν αυτές τις χώρες βολικούς εταίρους με τους οποίους η Ρωσία μπορεί να εργαστεί για να προωθήσει τα γεωπολιτικά της συμφέροντα στο δυτικό ημισφαίριο».
Η έκθεση αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «το 2008 η Κούβα, η Βενεζουέλα και η Νικαράγουα παρείχαν δημόσια υποστήριξη στις ρωσικές στρατιωτικές δραστηριότητες στη Νότια Οσετία», ενώ «τον Μάρτιο του 2014 η Κούβα, η Νικαράγουα και η Βενεζουέλα ψήφισαν κατά του ψηφίσματος του ΟΗΕ για την υποστήριξη της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας και την καταδίκη των ενεργειών της Ρωσίας στην Κριμαία».
Υπογραμμίζει τέλος τη σημασία αυτών των δεσμών: «Μέσω της συνεργασίας παροχής πληροφοριών και στρατιωτικής συνεργασίας με εταίρους όπως η Κούβα, η Νικαράγουα και η Βενεζουέλα, η Ρωσία μπορεί να προσπαθήσει να προβάλει στρατιωτική ισχύ μακριά από το εσωτερικό της, σε μια προσπάθεια να αυξήσει την πίεση στις ΗΠΑ όταν οι τελευταίες αξιολογούν πώς να ανταποκριθούν σε διεθνείς κρίσεις, όπως ο ρωσο-γεωργιανός πόλεμος του 2008 και η προσάρτηση της Κριμαίας το 2014».
Το σενάριο που «προέβλεψε» την επέμβαση
Το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της έκθεσης είναι η λεπτομερής περιγραφή ενός σεναρίου που επιχειρησιακά μοιάζει πανομοιότυπο με όσα ζήσαμε πριν από λίγες μέρες στη Βενεζουέλα. Το RAND περιγράφει μια πιθανή κλιμάκωση σε δύο φάσεις:
«Αν η οικονομική κατάσταση στη Βενεζουέλα συνεχίσει να επιδεινώνεται, χωρίς επίλυση των πολιτικών δυσκολιών της χώρας, η χώρα θα μπορούσε να βιώσει ανανεωμένες λαϊκές διαμαρτυρίες μετά από αμφισβητούμενες περιφερειακές εκλογές, ακολουθούμενες από βίαιες καταστολές από την κυβέρνηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως το 2018 και το 2019, οι ΗΠΑ πιθανότατα θα συνέχιζαν να υποστηρίζουν τις φιλοδημοκρατικές δυνάμεις και να διοχετεύουν βοήθεια στη βενεζουελάνικη αντιπολίτευση άμεσα, καθώς και έμμεσα μέσω της Κολομβίας».
Η έκθεση προβλέπει ότι «η Ρωσία πιθανότατα θα συνέχιζε να υποστηρίζει ανοιχτά τη μη νόμιμη βενεζουελάνικη κυβέρνηση», ενώ «η Κίνα πιθανότατα θα περιόριζε τη συμμετοχή της σε ρητορική πολιτική υποστήριξη των αυταρχικών κυβερνητικών δυνάμεων».
Στη «δεύτερη φάση» κλιμάκωσης, η έκθεση προέβλεπε ενισχυμένη στρατιωτική παρουσία της Ρωσίας για την υποστήριξη της κυβέρνησης της Βενεζουέλας, στην οποία οι ΗΠΑ «θα αντιμετώπιζαν πίεση να κλιμακώσουν τη δική τους εμπλοκή» και η Ουάσιγκτον θα μετέβαινε «από έμμεση υποστήριξη στις δυνάμεις της αντιπολίτευσης σε άμεση, περιορισμένη στρατιωτική εμπλοκή».
Η έκθεση αναφέρει ρητά ότι «οι ΗΠΑ μπορούν να εκτελέσουν την πλειονότητα των στρατιωτικών επιχειρήσεών τους στη Βενεζουέλα από την ηπειρωτική τους επικράτεια αν χρειαστεί», καθώς «η Βενεζουέλα βρίσκεται σε μικρή απόσταση πτήσης από βάσεις της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ στις νότιες ΗΠΑ.
Σε ό,τι αφορά τον μανδύα της επέμβασης, η έκθεση είναι επίσης αποκαλυπτική και «προφητική». Σημειώνει ότι «ο αγώνας για τον δρόμο της Βενεζουέλας προς τον εκδημοκρατισμό αποτελεί περιορισμένο στόχο που συμβάλλει στον ευρύτερο ανταγωνισμό για επιρροή» και αναγνωρίζει ότι «η διακίνηση ναρκωτικών και η παράνομη μετανάστευση είναι ζητήματα περισσότερο τακτικού επιπέδου και έχουν αποσπάσει την προσοχή της Ουάσιγκτον από τη στρατηγική σημασία της Λατινικής Αμερικής».
Το χρονικό «παράθυρο»
Εμμεσα η έκθεση του RAND ξεκαθάριζε πως η επικρατούσα «ισορροπία δυνάμεων» στη Λατινική Αμερική αποτελούσε ιδανική ευκαιρία για μια επέμβαση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα, καθώς οι ανταγωνιστές τους δεν θα μπορούσαν να αντιδράσουν πρακτικά. Ο μεγαλύτερος στρατιωτικός ανταγωνιστής κρίθηκε η Ρωσία, που «αν και έχει προηγουμένως πετάξει τα πυρηνικά της βομβαρδιστικά στην περιοχή ως επίδειξη δύναμης, οποιαδήποτε σημαντική ανάπτυξη ρωσικών στρατευμάτων στο δυτικό ημισφαίριο – συμπεριλαμβανομένης της Βενεζουέλας – θα επιβάρυνε σημαντικά τις ρωσικές αεροπορικές και θαλάσσιες δυνατότητες μεταφοράς».
Επιπλέον, «η Βενεζουέλα είναι γεωγραφικά πιο κοντά στις ΗΠΑ παρά στη Ρωσία, γεγονός που διευκολύνει το Πολεμικό Ναυτικό και την Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ να αρνηθούν την πρόσβαση συμβατικών ρωσικών στρατιωτικών μέσων στη χώρα». Από τότε βέβαια μεσολάβησε μια ολόκληρη πενταετία ραγδαίων εξελίξεων σε παγκόσμιο επίπεδο, που μετέβαλαν επιμέρους στοιχεία της κατάστασης στη Λατινική Αμερική και του συσχετισμού δυνάμεων, χωρίς να αλλάζει η ουσία όσων καταγράφει η έκθεση.
Σε κάθε περίπτωση, η έκθεση του RAND για τον «ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων στη Λατινική Αμερική» ήταν ένα κείμενο στρατηγικής που προετοίμαζε το έδαφος για μια στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, καταγράφοντας με λεπτομέρεια τις στρατιωτικές δυνατότητες και τα σενάρια κλιμάκωσης…
Δ. Μ.
Αναδημοσιεύεται από τον Ριζοσπάστη Σάββατο 10 Γενάρη 2026 – Κυριακή 11 Γενάρη 2026
