Ηδονοβλεψίες του πολέμου
Θα μπορούσε να ήταν αστείο αν δεν ήταν μια νοσηρή πραγματικότητα.
Θα μπορούσε να ήταν αστείο αν δεν ήταν μια νοσηρή πραγματικότητα.
Αν ο ηδονοβλεψίας στη σεξουαλική του ζωή κινείται στο μεταίχμιο της ψυχοπαθολογίας, βρισκόμενος κάπου μεταξύ φετιχισμού και παραφιλίας, ο ηδονοβλεψίας του πολέμου «φλερτάρει» αντίστοιχα, στο σύνορο της αυτόματης ψυχολογικής αντίδρασης σε μια στρεσογόνο κατάσταση και της κοινωνικής παθολογίας.
Αυτός ο τύπος ανθρώπου, είναι μια διαμορφωμένη προσωπικότητα, που δειχνει να αρέσκεται να βλέπει πολεμικά δελτία ειδήσεων, βίντεο από μάχες και βομβαρδισμούς και άλλο σχετικό υλικό, σαν να είναι ένα πολιτιστικό θέαμα. Αντίθετα από τον ηδονοβλεψία του σεξ, αυτή η «κουλτούρα» έχει χαρακτηριστικά μαζικού, κοινωνικού φαινομένου.
Με έναν αντιφατικό τρόπο, η αυθόρμητη αγωνία και η λύπη για τον θάνατο, συμπλέκεται με μια τάση για περισσότερη εμπλοκή με το στοιχείο του θανάτου.
Προκύπτει ως απότοκο της έξης των σύγχρονων ανθρώπων στην βίαιη υπερέκθεση, η οποία σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη κανονικοποιηθεί από τα μέσα ενημέρωσης και σε τελική ανάλυση, από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που είναι η μεγάλη μήτρα της βίας. Τα ΜΜΕ με τη σειρά τους, για τους δικούς τους λόγους, έχουν συμφέρον να γεμίζουν τις ροές των ειδήσεων με τέτοια θέματα.
Φυσικά, ο θάνατος «πουλάει». Όταν ο θεατής βλέπει τον θάνατο να απλώνεται μπροστά στην οθόνη του, δίνει μια αίσθηση ότι τον ξορκίζει με έναν τρόπο. Νιώθει ο ίδιος μια προσωρινή ανακούφιση που δεν είναι στη θέση του θύματος ή των θυμάτων και βέβαια, προσωποποιεί τις εικόνες, βάζοντας τον εαυτό του στη θέση εκείνων που παλεύουν για την επιβίωσή τους εν μέσω καταιγισμού πυρών. Είναι κάτι σαν μηχανισμός άμυνας.
Προς επίρρωση των παραπάνω, αρκεί να δει κανείς πόσες προβολές και τι σχόλια συγκεντρώνουν τα απειράριθμα βίντεο από μάχες στα χαρακώματα στην Ουκρανία κι αλλού.
Εδώ, χωράει φυσικά μπόλικη ψυχολογία, αλλά η εστίαση του άρθρου είναι στα κοινωνικά/κοινωνιολογικά γνωρίσματα του φαινομένου.
Οι γενιές που μεγάλωσαν από μικρές βλέποντας τηλεόραση, κινηματογραφικές ταινίες με βίαιο περιεχόμενο και παίζοντας βίαια video games, όσο κλισέ κι αν ακούγεται, μεγάλωσαν αποκτώντας μια ιδιόμορφη οικειότητα με τη βία.
Πολύ μακριά από την πλευρά της φυσικής απόστασης από τα πραγματικά γεγονότα, πολύ κοντά από την άποψη ότι η απεικόνισή τους διείσδυε καθημερινά μέσα στο σπίτι, αυτά γίνονταν κτήμα τους διαμεσολαβημένα είτε από τα επιδραστικά σχόλια των δημοσιογράφων, είτε από τα μετασχηματιστικά φίλτρα της τέχνης.
Σε κάθε περίπτωση, οι γενιές από το ’90 και μετά, με αντιφατικό τρόπο, έχουν εθιστεί στη βία ως θέαμα, αντιμετωπίζοντας σε κάποιον βαθμό τους νεκρούς σαν μέρος του συνολικού «content».
Ίσως είναι ένας τρόπος διαχείρισης του άγχους και της έντασης που φυσιολογικά προκαλείται από την υποψία έστω της εμπλοκής μιας κοινωνίας σε αληθινή πολεμική αναμέτρηση, ωστόσο δεν παύει να αποτελεί και σημείο κριτικής το αναντίρρητο γεγονός ότι το ίδιο το σύστημα επιδιώκει να εθίσει έτσι ή αλλιώς τους πολίτες σε μια διαρκή θήρα της βίας, ώστε να τους προετοιμάσει να θυσιαστούν σε περίπτωση που χρειαστεί να πέσουν για τα συμφέροντα των ομίλων.
Μια κοινωνία όμως που καταναλώνει συνεχώς το βίαιο περιεχόμενο των ταινιών, των τηλεοπτικών σειρών, των ειδήσεων, κλπ, αρχίζει να αναπαράγει το βίαιο μοτίβο στην καθημερινή ζωή. Αντλώντας την πρώτιστη ώθηση από τους ίδιους τους υλικούς όρους ζωής του στην καπιταλιστική κοινωνία, ο σύγχρονος άνθρωπος μετεγγράφει, γειώνει και μεταφέρει στο δικό του μικροεπίπεδο την βία του συστήματος. Αυτή είναι και η βασική αιτία έξαρσης σε εντατικό κι εκτατικό βαθμό της βίας και στις νεότερες ηλικίες.
Υφίσταται και εδώ επομένως, μια διαλεκτική σχέση στο βίαιο φαινόμενο. Από τη μια η βία ως εγγενής όρος ύπαρξης του καπιταλισμού -από την αγορά εργασίας και την επιβίωση, ως την πιο ακραία της μορφή στις πολεμικές συρράξεις των ιμπεριαλιστών- χαρακτηρίζει και διαπερνά ως γνώρισμα και τους απλούς ανθρώπους της εργατικής τάξης, των λαϊκών στρωμάτων, κι από την άλλη πλευρά ο εθισμός στην βία των τελευταίων την ανατροφοδοτεί, προσδίδοντάς της ακόμα μεγαλύτερη ένταση, σε σημείο που το σύστημα τη μετασχηματίζει και την ξανασερβίρει σαν θέαμα.
Για να το καταλάβουμε καλύτερα, κάτι ανάλογο συμβαίνει με την κυρίαρχη τέχνη, η οποία καθρεφτίζει την πραγματική ζωή και ταυτόχρονα την αναπαράγει, δίνοντας στον καταναλωτή της την αίσθηση ότι αυτό που του πλασάρει είναι η φυσική νόρμα.
Υπάρχει και μια άλλη διάσταση που ίσως έχει ένα ενδιαφέρον.
Στο πλαίσιο της απύθμενης αλλοτρίωσης της εργατικής τάξης η οποία πολλές φορές αποκτά και αυτοκαταστροφικά χαρακτηριστικά, δεν θα ήταν άστοχο να ισχυριστεί κανείς ότι η μαζική κατανάλωση του βίαιου θεάματος είναι ένας τεθλασμένος τρόπος αποτύπωσης της γενικής αποστροφής προς την ζωή. Μια ζωή που έχει γίνει αβίωτη στο έδαφος των αστικών σχέσεων παραγωγής.
Σκέφτομαι όλους αυτούς που κατά καιρούς ανακυκλώνουν κυνικά viral ατάκες όπως «Κιμ πάτα το κουμπί», «μακάρι αφανισμός», «η ανθρωπότητα χρειάζεται ένα reset» και νιώθω ότι έχουμε περάσει συλλογικά στη φάση που επιστρατεύουμε το μαύρο χιούμορ για να καλύψουμε (ίσως και να αποκαλύψουμε) ασυναίσθητα την βαθιά εμπειρική βεβαιότητα ότι ο κόσμος μας είναι σε μια εντελώς λάθος κατεύθυνση.
Αν η πρωτόλεια εμπειρική βεβαιότητα, οπλισμένη με τα μεθοδολογικά εργαλεία του μαρξισμού, γίνει και λογική, θεωρητική βεβαιότητα, τότε ο πλανήτης μπορεί να πάρει άλλη τροχιά και τότε η βία θα αναδειχθεί ως μαμή μιας ιστορίας που μας περιμένει να την πάμε ένα σκαλί πιο πάνω.
Λ. Σ.
