Οι πρόσφυγες
12-10-2026
Ένα ποίημα του Γιώργου Δ. Μπίμη
Σαν φύλλα φθινοπωρινά,
στο κρύο και στη μπόρα,
μύριες καρδιές ψυχορραγούν,
σ’ αγώγια κερδοφόρα.
Ασύδοτε πολιτισμέ
του θλιβερού αιώνα,
νήπια, γέροι κι άρρωστοι,
θρηνούν μες στο χειμώνα.
Από του νου μου το στενό,
μαύρες σκιές περνάνε,
νιοι και μανάδες κι ορφανά,
που λυτρωμό ζητάνε.
Μα οι μέρες δεν αλλάζουνε,
στου δειλινού το χρώμα,
με μοιρολόγια και μ’ ευχές
και με σπονδές στο χώμα.
Στον άνθρωπο να ορκιστείς,
που καίει η ψυχή του,
που βάφει με το αίμα του,
μ’ αίμα την προσευχή του.
…
Ένα καράβι ναύλωσε,
να βγεις στην οικουμένη,
να ‘βρουν αμπρί οι πρόσφυγες
κι όλοι οι ξεριζωμένοι…
