Αστική εξαίρεση…
Παράδειγμα προς μίμηση για κάποιους, για κάποιους άλλους ίσως προς αποφυγή. Σίγουρα όμως μια εξαίρεση. Η “αστική εξαίρεση” ή μήπως η άλλη, “που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου”..;
Μια άλλη διάσταση σαν να ‘χουν οι μετακινήσεις με τα ΜΜΜ, τα μέσα μαζικής μεταφοράς (έτσι για να τα ξεχωρίζουμε απ’ τ’ άλλα, εκείνα με την απειλή της Δημοκρατίας και του κράτους δικαίου αποτυπωμένη ευκρινώς πλέον στα πληκτρολόγια και στα μικρόφωνά τους, δηλαδή τα ΜΜΕ) σε μια επαρχιακή πόλη όπως η δική μας. Και βέβαια αποφεύγονται οι συγκρίσεις με εκείνα της πρωτεύουσας και πόλεων που πληθυσμιακά την ακολουθούν.
Διαδρομές με ανύπαρκτο το οδηγικό άγχος. Ούτε φασκελώματα, ούτε διασταυρούμενα πυρά -οιονεί προεκλογική περίοδος μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης- στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας.
Το πάρκινγκ..; Τι πολυτέλεια να κατεβαίνει κανείς και να κατευθύνεται στον προορισμό του δίχως κλειδώματα, ασφάλειες, άντε και τα πολύτιμα αντικείμενα στο πορτ-μπαγκάζ για να μην φαίνονται και προκαλούν, δίχως την έγνοια πού να το αράξει πού να το στριμώξει (και να ‘χει και λίγη σκιά, έτσι για να μη βράζει βρε αδερφέ ύστερ’ από μισή ώρα…).
Ε… να προσθέσουμε ως άλλοι Σκρουτζ και τα κάθε είδους “αυτοκινούμενα” κόστη..; Μια παράνομη προσπέραση, μια ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου ορίου (ε…πού θα βρεθεί τώρα τροχονόμος κατά δω), μια “κατά λάθος” χρήση του κινητού.
Καθισμένοι όλοι συνήθως οι επιβάτες, ακόμη και σε ώρα αιχμής, ιδιαίτερα σε περιόδους με κλειστά Σχολεία. Έτσι είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες οι κατακόρυφες συγκρούσεις μεταξύ των όρθιων επιβατών. Και το επίσης σπουδαίο εδώ, οι αποστάσεις ασφαλείας από κάθε είδους μασχαλιαίων οσμών -ιδιαίτερα για τους έχοντες οξεία όσφρηση- είτε εκπορεύονται από επώνυμα αρωματικά προϊόντα είτε από οργανικές διεργασίες.
Μια καλοκαιρινή, λοιπόν, αστική διαδρομή -με τ’ αστικό όπως συνηθίζεται- με άπλετη, όπως λέμε, θέα προς όποιο σημείο του ορίζοντα, σκιερό ή αντήλιο, δεντροφυτεμένο ή αποψιλωμένο. Οι στάσεις ορισμένες, τα εισιτήρια και κείνα. Άλλα με κάρτα, άλλα σε μετρητά και με κάθε είδους μοντέρνα έκδοση.
Οι πόρτες ν’ ανοίγουν, να κλείνουν πολύ προσεκτικά, ο οδηγός να ελέγχει τους καθρέφτες και πριν ξεκινήσει πάλι, να ρίχνει σύντομες ματιές τριγύρω, μετά την άνοδο ηλικιωμένων κυρίως επιβατών.
Σε κάποια στάση αφού κόβει δύο εισιτήρια, τραβάει χειρόφρενο τινάζεται απ’ το κάθισμά του και σαν αίλουρος τρέχει προς τα πίσω. Οι επιβάτες απορημένοι στρέφουν τα βλέμματα πάνω του. Σταματάει στη μεσαία πόρτα, σκύβει και απλώνει τεντωμένα τα δύο χέρια προς τα έξω, για να τα επαναφέρει αμέσως κρατώντας από το μπροστινό σύστημα ένα καροτσάκι με το περιεχόμενό του. Με το “αύριο” μέσα, με μια ελπίδα μέσα, μ’ ένα μωρό μέσα. Από την άλλη μεριά η μητέρα.
Και αφού σταθεροποιούνται, με την ίδια σβελτάδα, τρέχοντας πάλι, κάθεται στο τιμόνι και η διαδρομή συνεχίζεται.
Όλο το σκηνικό δεν κράτησε ούτε ένα λεπτό (για τους βιαστικούς που “μάχονται θαρρείς την ομορφιά του κόσμου”)…
Παράδειγμα προς μίμηση για κάποιους, για κάποιους άλλους ίσως προς αποφυγή. Σίγουρα όμως μια εξαίρεση. Η “αστική εξαίρεση” ή μήπως η άλλη, “που μάχεται τη συννεφιά του κόσμου”..;
Χρύσα Μπαΐρα
