«Μαρξική Αντιπαραβολή» | Από τον Λίνκολν στον Ομπάμα: Το «Κοινό Καλό» ως Ιδεολογία του Αμερικανικού Καπιταλισμού
Ο Μπαράκ Ομπάμα επικαλείται τον Αβραάμ Λίνκολν για να υπερασπιστεί μια φαινομενικά αυτονόητη θέση: ότι η ατομική ελευθερία δεν αντιστρατεύεται το κοινό καλό αλλά ολοκληρώνεται μέσα από αυτό.
Ο Μπαράκ Ομπάμα επικαλείται τον Αβραάμ Λίνκολν για να υπερασπιστεί μια φαινομενικά αυτονόητη θέση: ότι η ατομική ελευθερία δεν αντιστρατεύεται το κοινό καλό αλλά ολοκληρώνεται μέσα από αυτό. Στην αφήγησή του, το κράτος δεν εμφανίζεται ως μηχανισμός ταξικής κυριαρχίας αλλά ως συλλογικό εργαλείο που επιτρέπει στους ανθρώπους να πραγματοποιήσουν όσα δεν μπορούν να επιτύχουν μόνοι τους. Ο σιδηρόδρομος, τα πανεπιστήμια, η επιστήμη, η δυτική επέκταση και η οικονομική ανάπτυξη παρουσιάζονται ως αποτελέσματα μιας δημιουργικής σύνθεσης ατομικής πρωτοβουλίας και δημόσιας δράσης.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στα ιστορικά παραδείγματα. Πράγματι, τα μεγάλα έργα υποδομής, η εκπαίδευση και η επιστημονική έρευνα απαιτούν συλλογική οργάνωση. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: ποια τάξη ελέγχει αυτή τη συλλογική οργάνωση και προς όφελος ποιου λειτουργεί;
Εδώ ακριβώς αρχίζει η Μαρξική αντιπαραβολή.
Ο Ομπάμα μιλά για το «κοινό καλό» χωρίς να μιλά για τάξεις. Μιλά για το κράτος χωρίς να μιλά για την ταξική φύση του κράτους. Μιλά για ευκαιρίες χωρίς να μιλά για ιδιοκτησία. Η κοινωνία εμφανίζεται ως ένα ενιαίο σώμα πολιτών με κοινά συμφέροντα. Ο καπιταλισμός εξαφανίζεται από το κάδρο και μαζί του εξαφανίζονται η εκμετάλλευση, η υπεραξία και οι δομικές αντιθέσεις της κοινωνίας.
Αυτή είναι η μεγάλη δύναμη αλλά και η μεγάλη αδυναμία του φιλελευθερισμού. Αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υπάρξει μόνος του, αλλά αρνείται να αναγνωρίσει ότι η συλλογική ζωή είναι διαιρεμένη από ταξικά συμφέροντα. Έτσι, η έννοια του «κοινού καλού» μετατρέπεται σε ιδεολογική γέφυρα που ενώνει τεχνητά τον εργάτη και τον καπιταλιστή, τον άνεργο και τον τραπεζίτη, τον ενοικιαστή και τον ιδιοκτήτη πολυκατοικιών.
Ο Λίνκολν του Ομπάμα δεν είναι ο ιστορικός Λίνκολν. Είναι μια συμβολική μορφή που χρησιμοποιείται για να αποδείξει ότι η αμερικανική δημοκρατία μπορεί να διορθώνει τις αντιφάσεις της χωρίς να αλλάζει τις θεμελιώδεις κοινωνικές σχέσεις της. Είναι η παλιά φιλελεύθερη υπόσχεση ότι το σύστημα μπορεί να γίνει δικαιότερο χωρίς να πάψει να είναι καπιταλιστικό.
Από Μαρξική σκοπιά, όμως, το πρόβλημα δεν είναι πόσο αποτελεσματικά λειτουργεί το κράτος. Το πρόβλημα είναι ποια κοινωνική σχέση αναπαράγει. Ένα κράτος μπορεί να χτίζει σιδηροδρόμους, πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα και ταυτόχρονα να αναπαράγει την κυριαρχία του κεφαλαίου. Μπορεί να παρέχει ευκαιρίες και ταυτόχρονα να διατηρεί ανέπαφη την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας.
Γι’ αυτό η Μαρξική κριτική δεν ξεκινά από το ερώτημα «πόσο κράτος χρειαζόμαστε;». Ξεκινά από το ερώτημα «ποιος κατέχει τα μέσα παραγωγής;». Όσο αυτό το ερώτημα μένει αναπάντητο, το «κοινό καλό» παραμένει μια αφηρημένη ηθική κατηγορία που αποκρύπτει τις πραγματικές κοινωνικές αντιθέσεις.
Ο Ομπάμα υπερασπίζεται την καλύτερη εκδοχή του αμερικανικού φιλελευθερισμού. Ο Μαρξ, αντίθετα, μας καλεί να εξετάσουμε τα υλικά θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται αυτή η εκδοχή. Εκεί βρίσκεται η πραγματική αντιπαράθεση: όχι ανάμεσα στον ατομισμό και τη συλλογικότητα, αλλά ανάμεσα στην κοινωνική συνεργασία που παράγει τον πλούτο και στην ιδιωτική ιδιοποίηση αυτού του πλούτου από μια μειοψηφία.
Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο «κοινό καλό» του φιλελευθερισμού και στην κοινωνική χειραφέτηση του Μαρξισμού.
Μωυσίδης Χαράλαμπος
Συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού
Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της στήλης “Μαρξική Αντιπαραβολή”
