«Μαρξική Αντιπαραβολή» | Όταν η Ταξική Πάλη Εξαφανίζεται από την Ιστορία: Μια Μαρξική Αντιπαραβολή στον Ιστορικό Αναθεωρητισμό

Όταν η ταξική διάσταση αποδυναμώνεται, η ιστορική μνήμη μετατρέπεται σε ηθικό μάθημα. Οι αγώνες παρουσιάζονται ως τραγικά επεισόδια που δεν πρέπει να επαναληφθούν. Οι κοινωνικές συγκρούσεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα φανατισμού. Η πολιτική μετατρέπεται σε έκκληση για εθνική συναίνεση.

Τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί στην Ελλάδα ένα ιστοριογραφικό ρεύμα που επιχειρεί να επανερμηνεύσει κρίσιμες περιόδους της νεότερης ιστορίας, ιδιαίτερα την Κατοχή, την ΕΑΜική Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Οι εκπρόσωποί του αυτοπαρουσιάζονται ως φορείς μιας «νηφάλιας», «αντικειμενικής» και «αποϊδεολογικοποιημένης» προσέγγισης της ιστορίας. Η βασική τους υπόσχεση είναι ότι θα απελευθερώσουν την ιστορική έρευνα από πολιτικά πάθη, κομματικές δεσμεύσεις και ιδεολογικές προκαταλήψεις. Όμως το πρώτο ερώτημα που οφείλει να θέσει η Μαρξική μέθοδος είναι απλό: μπορεί πράγματι να υπάρξει ιστορία χωρίς ιδεολογία; Ή μήπως η επίκληση της ουδετερότητας αποτελεί η ίδια μια συγκεκριμένη ιδεολογική θέση;

Ο Διαλεκτικός Υλισμός δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως αφήγηση γεγονότων ούτε ως άθροισμα ατομικών αποφάσεων. Η ιστορία είναι η διαδικασία μέσα από την οποία συγκρούονται κοινωνικές δυνάμεις, τάξεις, συμφέροντα και μορφές ιδιοκτησίας. Οι άνθρωποι ασφαλώς δρουν, αλλά δρουν μέσα σε υλικές συνθήκες που δεν έχουν επιλέξει οι ίδιοι (Marx, 1852/1978). Επομένως, κάθε ιστορική ερμηνεία που αφαιρεί από το κέντρο της ανάλυσης τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και την ταξική πάλη δεν γίνεται ουδέτερη· γίνεται αναγκαστικά ιδεολογική.

Ακριβώς εδώ βρίσκεται το βασικό σημείο αντιπαράθεσης ανάμεσα στη Μαρξική ιστοριογραφία και στον ιστορικό αναθεωρητισμό. Η πρώτη ξεκινά από το ερώτημα: ποιες κοινωνικές δυνάμεις συγκρούονται; Ο δεύτερος ξεκινά συνήθως από το ερώτημα: ποια ήταν τα λάθη, οι επιλογές ή οι στρατηγικές συγκεκριμένων πολιτικών υποκειμένων; Στην πρώτη περίπτωση το επίκεντρο είναι η κοινωνία. Στη δεύτερη, το επίκεντρο μετατοπίζεται στις ηγεσίες, στις αποφάσεις και στις πολιτικές συμπεριφορές.

Αυτή η μετατόπιση δεν είναι αθώα. Όταν η ταξική διάσταση απομακρύνεται από την ανάλυση, η ιστορία χάνει τον κινητήριο μηχανισμό της. Η Κατοχή δεν εμφανίζεται πλέον ως περίοδος όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων. Η Αντίσταση δεν παρουσιάζεται ως μαζικό λαϊκό κίνημα με συγκεκριμένη κοινωνική βάση. Ο Εμφύλιος δεν αναλύεται ως κορύφωση μιας βαθιάς κοινωνικής σύγκρουσης για την εξουσία. Αντίθετα, όλα μετατρέπονται σε αλληλουχία πολιτικών επιλογών, λαθών, υπερβολών και παρανοήσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η ιστορία απογυμνώνεται από το κοινωνικό της περιεχόμενο. Η ταξική πάλη εξαφανίζεται και στη θέση της εμφανίζεται η πολιτική ψυχολογία. Οι κοινωνικές αντιθέσεις υποκαθίστανται από αντιπαραθέσεις ηγεσιών. Οι αντικειμενικές συνθήκες αντικαθίστανται από υποκειμενικές προθέσεις.

Ο Engels (1878/1970) είχε επισημάνει ότι η μεγαλύτερη δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι ακριβώς η ικανότητά της να παρουσιάζει ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα ως φυσικά, αυτονόητα ή αναπόφευκτα. 

Ο ιστορικός αναθεωρητισμός συχνά επιτελεί ακριβώς αυτή τη λειτουργία. Αφαιρώντας την ταξική πάλη από το ιστορικό προσκήνιο, παρουσιάζει την υπάρχουσα κοινωνική τάξη ως φυσικό ορίζοντα της ιστορίας. 

Η σύγκρουση δεν αφορά πλέον κοινωνικά συστήματα ή ταξικές δυνάμεις. Αφορά διαχειριστικές επιλογές μέσα στο ίδιο σύστημα.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην αντιμετώπιση του Εμφυλίου Πολέμου. Από Μαρξική σκοπιά, ο Εμφύλιος δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από το πλαίσιο της ταξικής σύγκρουσης που διαμορφώθηκε κατά την Κατοχή και αμέσως μετά την Απελευθέρωση. Το ζήτημα δεν ήταν απλώς ποιος θα κυβερνήσει. Το ζήτημα ήταν ποια κοινωνική δύναμη θα καθορίσει τη μελλοντική πορεία της χώρας. Πίσω από τις στρατιωτικές συγκρούσεις υπήρχαν διαφορετικά κοινωνικά συμφέροντα, διαφορετικές αντιλήψεις για την ιδιοκτησία, την εξουσία και την κοινωνική οργάνωση.

Όταν αυτή η διάσταση εξαφανίζεται, ο Εμφύλιος μετατρέπεται σε τραγωδία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο. Όλοι εμφανίζονται εξίσου υπεύθυνοι. Όλες οι πλευρές παρουσιάζονται ως συμμετρικές. Όλες οι συγκρούσεις γίνονται ηθικά ισοδύναμες. Όμως η συμμετρία αυτή είναι ιστορικά προβληματική. Η διαλεκτική ανάλυση δεν αρνείται ότι υπήρξαν λάθη, υπερβολές ή αντιφάσεις. Αντίθετα, τα αναγνωρίζει ως μέρος της ιστορικής διαδικασίας. Αρνείται όμως να αποσπάσει αυτά τα φαινόμενα από το κοινωνικό τους πλαίσιο.

Η ίδια τάση εμφανίζεται και στην αντιμετώπιση της Αντίστασης. Αντί να εξετάζεται γιατί εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εντάχθηκαν στο ΕΑΜ, συχνά η προσοχή μεταφέρεται αποκλειστικά στις στρατηγικές επιλογές της ηγεσίας του. Αντί να αναζητείται η κοινωνική βάση του φαινομένου, εξετάζονται μόνο οι πολιτικές του εκφράσεις. Όμως το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: γιατί ένα τόσο μεγάλο τμήμα του λαού κινητοποιήθηκε; Τι κοινωνικές ανάγκες εξέφραζε αυτή η κινητοποίηση; Ποιες υλικές αντιθέσεις τη γέννησαν;

Ο Lenin (1917/1965) υπογράμμιζε ότι κάθε πολιτική μορφή πρέπει να αναλύεται σε σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που την παράγουν. Η ιστορία δεν μπορεί να εξηγηθεί μέσω των ιδεών μόνο. Οι ιδέες αποκτούν δύναμη όταν αντιστοιχούν σε πραγματικές κοινωνικές ανάγκες. Επομένως, η ιστορική ανάλυση που επικεντρώνεται αποκλειστικά στις ιδέες, στις ηγεσίες ή στις στρατηγικές αποφάσεις καταλήγει αναπόφευκτα να χάνει το βασικό αντικείμενο της έρευνάς της.

Ο Ilyenkov (1977/2009) έδειξε ότι η πραγματική γνώση δεν προκύπτει από την απομόνωση επιμέρους γεγονότων αλλά από την κατανόηση της συγκεκριμένης ολότητας μέσα στην οποία αυτά εντάσσονται. Ένα γεγονός αποκτά νόημα μόνο ως στιγμή ενός ευρύτερου κοινωνικού συνόλου. Όταν η ολότητα διαλύεται, τα γεγονότα παραμένουν αλλά χάνουν την εξήγησή τους. Ακριβώς αυτό συμβαίνει όταν η ταξική πάλη αφαιρείται από την ιστορική αφήγηση.

Το ίδιο ισχύει και για την ιστορική μνήμη. Η μνήμη δεν είναι απλή καταγραφή του παρελθόντος. Είναι κοινωνική διαδικασία επιλογής, ερμηνείας και νοηματοδότησης. Κάθε κοινωνία θυμάται και ξεχνά μέσα από συγκεκριμένες σχέσεις εξουσίας. Γι’ αυτό και η σύγκρουση γύρω από την ιστορία είναι πάντοτε σύγκρουση για το παρόν και το μέλλον.

Όταν η ταξική διάσταση αποδυναμώνεται, η ιστορική μνήμη μετατρέπεται σε ηθικό μάθημα. Οι αγώνες παρουσιάζονται ως τραγικά επεισόδια που δεν πρέπει να επαναληφθούν. Οι κοινωνικές συγκρούσεις εμφανίζονται ως αποτέλεσμα φανατισμού. Η πολιτική μετατρέπεται σε έκκληση για εθνική συναίνεση. Έτσι, όμως, η ιστορία παύει να λειτουργεί ως πεδίο γνώσης και μετατρέπεται σε εργαλείο κοινωνικής πειθάρχησης.

Ο Rubinstein (1946/2000) τόνιζε ότι η συνείδηση διαμορφώνεται μέσα στη δραστηριότητα και στη σχέση του ανθρώπου με τον κόσμο. Το ίδιο ισχύει και για τη συλλογική ιστορική συνείδηση. Ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε το παρελθόν επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις δυνατότητες του παρόντος. Μια ιστορία χωρίς ταξική πάλη οδηγεί σε μια πολιτική χωρίς κοινωνικό μετασχηματισμό. Μια ιστορία χωρίς κοινωνικές αντιθέσεις οδηγεί σε μια κοινωνία που θεωρεί τις υπάρχουσες σχέσεις αιώνιες.

Γι’ αυτό η Μαρξική αντιπαραβολή δεν είναι διαμάχη για λεπτομέρειες της ιστορικής ερμηνείας. Είναι σύγκρουση δύο διαφορετικών τρόπων κατανόησης της πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ιστορία ως πεδίο κοινωνικής κίνησης, αντίφασης και ταξικής πάλης. Από την άλλη βρίσκεται η ιστορία ως αφήγηση προσώπων, επιλογών και διαχειριστικών λαθών.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η ιστορία πρέπει να είναι «αντικειμενική». Το ερώτημα είναι αν μπορεί να είναι πραγματικά επιστημονική χωρίς να εξετάζει τις υλικές σχέσεις που παράγουν τα γεγονότα. Από τη σκοπιά του Διαλεκτικού Υλισμού, η απάντηση είναι αρνητική. Η ιστορία που αφαιρεί την ταξική πάλη από το κέντρο της δεν γίνεται ουδέτερη. Γίνεται μια διαφορετική μορφή ιδεολογίας. Και ακριβώς γι’ αυτό η υπεράσπιση της ιστορικής μνήμης δεν είναι ζήτημα νοσταλγίας για το παρελθόν. Είναι ζήτημα κατανόησης του παρόντος και δυνατότητας μετασχηματισμού του μέλλοντος.

Βιβλιογραφικές αναφορές

Engels, F. (1970). Anti-Dühring. Moscow: Progress Publishers. (Original work published 1878).

Ilyenkov, E. V. (2009). Dialectical Logic: Essays on Its History and Theory. Delhi: Aakar Books. (Original work published 1977).

Lenin, V. I. (1965). The State and Revolution. Moscow: Progress Publishers. (Original work published 1917).

Marx, K. (1978). The Eighteenth Brumaire of Louis Bonaparte. In R. C. Tucker (Ed.), The Marx-Engels Reader (2nd ed.). New York: Norton. (Original work published 1852).

Rubinstein, S. L. (2000). Foundations of General Psychology. St. Petersburg: Piter. (Original work published 1946).

Μωυσίδης Χαράλαμπος
Συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού

 

Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της στήλης “Μαρξική Αντιπαραβολή”

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: