Στις «ράγες» του πολέμου και της εκμετάλλευσης ή στον δρόμο της αντεπίθεσης;

Αν κάτι λείπει «εκκωφαντικά» από τη συζήτηση των ημερών για τις ανακατατάξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα, την εμφάνιση παλιών και νέων «σωτήρων», τις κάλπικες για τα λαϊκά συμφέροντα διαχωριστικές γραμμές που στήνονται, είναι ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται όλες αυτές οι κινήσεις και οι στοχεύσεις τους.

Αν κάτι λείπει «εκκωφαντικά» από τη συζήτηση των ημερών για τις ανακατατάξεις στο αστικό πολιτικό σύστημα, την εμφάνιση παλιών και νέων «σωτήρων», τις κάλπικες για τα λαϊκά συμφέροντα διαχωριστικές γραμμές που στήνονται, είναι ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται όλες αυτές οι κινήσεις και οι στοχεύσεις τους. Και αυτό δεν είναι άλλο από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που κλιμακώνεται, τις εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία που οξύνουν τους ανταγωνισμούς και τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, «οδηγούν» τις εξελίξεις και την εμπλοκή της χώρας στο κουβάρι αυτό για τα συμφέροντα της αστικής τάξης.

Η «έλλειψη» αυτή δεν είναι τυχαία: Γιατί ακριβώς η μεγάλη αυτή εικόνα επιβεβαιώνει ότι η όποια επόμενη κυβέρνηση θα «τρέξει» πάνω στις ράγες των συμφερόντων και των στόχων της αστικής τάξης, πάνω στις δεσμεύσεις και στις υποχρεώσεις των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών της, θα κλιμακώσει την επίθεση στον λαό για να θωρακίσει την κερδοφορία των επιχειρηματικών ομίλων ενόψει των κρίσεων που βρίσκονται μπροστά. Αλλά και για να στηρίξει την εμπλοκή στον πόλεμο που όπως οι ίδιες οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν αποτελεί «τρόπο ύπαρξης» της ελληνικής αστικής τάξης, κατοχύρωσης και διεύρυνσης των συμφερόντων της, επίτευξης των στρατηγικών της στόχων, της προσπάθειας αναβάθμισής της. Αυτά διακυβεύονται για την αστική τάξη, την κυβέρνηση, τα κόμματά της πίσω από τον «αχό» που σηκώνουν, πίσω από την προσπάθεια να στρατεύσουν τον λαό στους στόχους τους, με συνθήματα περί «σταθερότητας», «αλλαγής» και «δικαιοσύνης».

Από την ανάποδη, από τη σκοπιά του λαού, των εργατικών – λαϊκών δυνάμεων, η μεγάλη αυτή εικόνα «φωτίζει» και κάτι ακόμα κρίσιμο: Τις μεγάλες δυσκολίες, τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα που έχουν να διαχειριστούν τα αστικά επιτελεία, η κυβέρνηση και τα κόμματά τους, τις «εύθραυστες ισορροπίες» και τα «διλήμματά» τους που μεγαλώνουν, τις ρωγμές στις συμμαχίες τους. Αυτές τις δυσκολίες του αντιπάλου του είναι που πρέπει να κάνει ακόμα μεγαλύτερες ο λαός, σηκώνοντας πιο ψηλά το πραγματικό αντίπαλο δέος στην όποια επόμενη αντιλαϊκή κυβέρνηση, βάζοντάς τους δύσκολα, κάνοντας πράξη το σύνθημα «Καμία θυσία για τους πολέμους και τα κέρδη των καπιταλιστών». Βαδίζοντας τον δρόμο της αντεπίθεσης, για να σπάσει οριστικά ο φαύλος κύκλος των κρίσεων και των πολέμων, με την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση της νέας κοινωνίας, του σοσιαλισμού – κομμουνισμού.

Το «δυσμενές σενάριο»

Όταν η ιμπεριαλιστική επέμβαση ΗΠΑ – Ισραήλ στο Ιράν ξεκινούσε, στα τέλη Φλεβάρη, ήταν κοινή η εκτίμηση ότι η επίδραση των εξελίξεων στην πορεία της εγχώριας οικονομίας θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του πολέμου, τις επιπτώσεις ιδιαίτερα σε τομείς όπως η Ενέργεια, ο Τουρισμός και η Ναυτιλία, την πορεία της οικονομίας της ΕΕ και την πιθανότητα μεγαλύτερης εμπλοκής στον πόλεμο, σε συνάρτηση και με την επίδραση που πιθανώς θα έχει αυτός στις «ισορροπίες» στην Ανατολική Μεσόγειο, και ειδικότερα στα Ελληνοτουρκικά.

Σήμερα, τρεις ολόκληρους μήνες μετά, η συζήτηση αυτή γίνεται πάνω στους ίδιους άξονες, αλλά με τα δεδομένα να είναι πλέον αρκετά διαφορετικά και χειροπιαστά, γέρνοντας την πλάστιγγα προς τα «δυσμενή σενάρια» που έπεφταν τότε στο τραπέζι.

Για παράδειγμα, με νέα δεδομένα συζητιούνται σήμερα οι βαριές συνέπειες από την αύξηση στις τιμές της Ενέργειας: Το πετρέλαιο βρίσκεται εδώ και δύο μήνες πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, ενώ προεξοφλείται ότι ακόμα και με μια εύθραυστη συμφωνία οι τιμές δεν θα επανέλθουν στα προηγούμενα επίπεδα μέσα στο 2026, με δεδομένο και το χτύπημα των ενεργειακών υποδομών της περιοχής του Κόλπου, τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ και την ολοκλήρωση της παράδοσης των φορτίων που βρίσκονταν «καθ’ οδόν» το προηγούμενο διάστημα. Έως και ζητήματα επάρκειας ενεργειακού εφοδιασμού μπαίνουν, τουλάχιστον σε κάποιες από τις κατηγορίες ενεργειακών προϊόντων, με ό,τι αυτό σημαίνει. Δεδομένο είναι ότι στο φόντο αυτό, ήδη με μεγαλύτερη «ορμή» δρομολογούνται και ενεργειακά σχέδια που οξύνουν παραπέρα τους ανταγωνισμούς, π.χ. στην Ανατ. Μεσόγειο, με την εμπλοκή και του ελληνικού κεφαλαίου, που βλέπει «ευκαιρίες» στην «αναταραχή». Όπως δεδομένο είναι ότι τα σχέδια αυτά «συμπαρασύρουν» και τις εξελίξεις στα Ελληνοτουρκικά, που οδηγούνται προς νέα όξυνση, όπως δείχνουν π.χ. οι κινήσεις για το νομοσχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας» από την τουρκική κυβέρνηση.

Αντίστοιχα, λιγότερο «καθησυχαστικά» είναι μια σειρά αστικά επιτελεία για την επίδραση της σύγκρουσης στη ναυτιλία, με δεδομένα όπως π.χ. το παζάρι για ιρανικά διόδια στα Στενά του Ορμούζ (που όπως οι ίδιοι λένε ανοίγει ζήτημα συνολικά για όλα τα αντίστοιχα «Στενά» του κόσμου), με τα κόστη ασφάλισης να ανεβαίνουν. Εξελίξεις που μεταξύ άλλων αυξάνουν τις πιέσεις προς τις κυβερνήσεις της ΕΕ να «αναλάβουν τις ευθύνες τους» για την επίλυση του ζητήματος, π.χ. «ηγούμενες» μιας στρατιωτικής αποστολής, ασκώντας μεγαλύτερη πίεση στις χώρες της περιοχής και στους συμμάχους τους, ΗΠΑ, κ.ο.κ.

Διαφορετικά και έως έναν βαθμό στενότερα είναι και τα περιθώρια που έχουν τα αστικά κράτη για τη διαχείριση της κατάστασης, με χαρακτηριστικές τις εκκλήσεις «να μη μετατραπεί μια γεωπολιτική κρίση σε δημοσιονομική», με τα κρατικά χρέη σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιαπωνία να βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά και με τα ίδια τα κράτη να δανείζονται ακριβότερα, μετακυλίοντας το κόστος στα νοικοκυριά.

Όλα αυτά ενώ στη «μεγάλη εικόνα» έχουν μεσολαβήσει εξελίξεις όπως η συνάντηση Τραμπ – Σι, με τα όσα ειπώθηκαν εκεί να παραπέμπουν σε παραπέρα κλιμάκωση της σύγκρουσης για την πρωτοκαθεδρία στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, οι κινήσεις και δηλώσεις περαιτέρω κλιμάκωσης της σύγκρουσης στην Ουκρανία προς τη Βαλτική και την Ανατ. Ευρώπη, καθώς και μια σειρά «σημάδια» (εξελίξεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη, στεγαστικά στις ΗΠΑ, εξελίξεις στον «ανεπίσημο» χρηματοπιστωτικό τομέα, κινήσεις «αποδολαριοποίησης») ότι μια επερχόμενη καπιταλιστική κρίση δεν αποκλείεται να βρίσκεται πιο κοντά.

Ο πιο… αδύναμος κρίκος

Ξεχωριστή σημασία και για τα εγχώρια επιτελεία έχει το γεγονός ότι η χαμένη της σύγκρουσης ΗΠΑ – Κίνας φαίνεται να είναι σε αυτήν τη φάση η ΕΕ, ότι η εκτόξευση του ενεργειακού κόστους πλήττει «δυσανάλογα βαριά» την ευρωπαϊκή βιομηχανία, τα κρατικά χρέη έχουν εκτοξευτεί, τα περιθώρια νέων παρεμβάσεων είναι πιο περιορισμένα σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις. Όπως έλεγε ο Ευρωπαίος επίτροπος Ντομπρόβσκις, «η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει πυροδοτήσει ένα σημαντικό ενεργειακό σοκ, δοκιμάζοντας περαιτέρω την Ευρώπη σε ένα ήδη ασταθές γεωπολιτικό και εμπορικό περιβάλλον», προσθέτοντας ότι «η ΕΕ πρέπει να αντλήσει διδάγματα από τις προηγούμενες κρίσεις, διατηρώντας προσωρινή και στοχευμένη τη δημοσιονομική στήριξη, και να μειώσει περαιτέρω την εξάρτησή της από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα».

Εξάλλου, παρότι οι Εαρινές Προβλέψεις της Κομισιόν δείχνουν ακόμα τις «αβεβαιότητες» και ένα σχετικά πιο «απαλό» σενάριο, είναι φανερό ότι η πραγματικότητα βρίσκεται πιο κοντά στο «δυσμενές σενάριο» που περιλαμβάνεται στην έκθεση και αφορά ένα «στασιμοπληθωριστικό σοκ»: Ύφεση δηλαδή στην οικονομία, σε συνδυασμό με υψηλό πληθωρισμό.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ανάπτυξη της ΕΕ θα διαμορφωθεί στο 0,7% το 2026 (έναντι 1,1% του βασικού σεναρίου) και στο 0,7% το 2027 (έναντι 1,4%), ενώ ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί σε 3,3% το 2026 και θα ανέβει παραπέρα, σε 3,5% το 2027. Η Κομισιόν επισημαίνει ακόμα κινδύνους από πιθανές ελλείψεις συγκεκριμένων εισροών, όπως ορισμένα προϊόντα διύλισης πετρελαίου και λιπάσματα, οι οποίες θα μπορούσαν να ενταθούν, «με αλυσιδωτές επιπτώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας και στην επισιτιστική ασφάλεια».

Χαρακτηριστικό είναι και το πρόσφατο έγγραφό του ΔΝΤ προς την ΕΕ με το οποίο προειδοποιεί ότι «το χρέος της μέσης ευρωπαϊκής χώρας θα φτάσει το 130% του ΑΕΠ έως το 2040, σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με σήμερα», καλώντας τα κράτη – μέλη «να προχωρήσουν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις» προκειμένου «να αντιμετωπίσουν τα τεράστια έξοδα στους τομείς της άμυνας, της Ενέργειας και των συντάξεων τα επόμενα 15 χρόνια». Όπου «μεταρρυθμίσεις», η «βελτίωση» της κινητικότητας εργατικού δυναμικού και κεφαλαίων, η «ενοποίηση των αγορών Ενέργειας», οι «μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα με αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης» και «οι κρατικές εγγυήσεις για επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου», ακόμα και με κοινό δανεισμό, που θα φορτώνεται στις τσέπες των λαών. Τα επόμενα «μνημόνια διαρκείας» λοιπόν έχουν ήδη γραφτεί, και περιμένουν να βγουν από τα συρτάρια και να «μπουν στη ζωή», για να διασφαλίσουν τα κέρδη του κεφαλαίου.

«Θωρακισμένη»;

Στο φόντο των παραπάνω, η «καμπάνα» των αντιλαϊκών αντανακλαστικών χτυπάει δυνατά και για την εγχώρια καπιταλιστική οικονομία, αφού όπως χαρακτηριστικά λέγεται στην Έκθεση Προόδου 2026 αναφορικά με τους στόχους του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού – Διαρθρωτικού Σχεδίου, «οι κίνδυνοι απόκλισης από τις προβλέψεις εξακολουθούν να τείνουν προς την αρνητική πλευρά, κυρίως λόγω της κλιμάκωσης του πολέμου στη Μ. Ανατολή. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα λόγω της επιμήκυνσης της σύγκρουσης και των υψηλών διεθνών τιμών της Ενέργειας, που μετακυλίονται σε μη ενεργειακές καταναλωτικές τιμές, μπορούν να αποσβέσουν την οικονομική δραστηριότητα, μεταβιβαζόμενες με περιορισμό στο διεθνές εμπόριο, στις επενδυτικές ροές και στην ιδιωτική κατανάλωση».

Οι «φόβοι» τους αυτοί αποτυπώνονται και σε μια σειρά δείκτες και στοιχεία:

  • Η σημαντική αύξηση του πληθωρισμού θεωρείται περισσότερο από δεδομένη για το 2026, με τα τελευταία στοιχεία (του Απρίλη) να δείχνουν ρυθμό αύξησης 5,4%, ιστορικά υψηλά μετά τον Μάρτη του 2023. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η άνοδος σε είδη πλατιάς λαϊκής κατανάλωσης (στις σημαντικότερες συνιστώσες της λαϊκής κατανάλωσης οι τιμές είναι 35% – 40% υψηλότερες σε σχέση με το 2020). Επίκειται δε ακόμα μεγαλύτερη αύξηση, ειδικά σε μια σειρά κατηγορίες που θεωρούνται «ανελαστικές», όπως π.χ. τα τρόφιμα (λόγω και της αύξησης των αγροεφοδίων) και η στέγη, δίνοντας ακόμα μεγαλύτερο πλήγμα στη λαϊκή κατανάλωση.
  • Οι «ενεργειακός πληθωρισμός» φτάνει σε λίγους μήνες το 25%, μεταξύ άλλων επιβαρύνοντας και τον κρατικό προϋπολογισμό (μια αύξηση τιμών κατά 40% – 50% απαιτεί περίπου 2 δισ. επιπλέον), ενώ τα στοιχεία αποτυπώνουν την πολύ μεγάλη εξάρτηση (73% του συνόλου) από εισαγωγές του ακριβού αμερικανικού LNG, με ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (π.χ. οίκος «Fitch») να κατατάσσουν την Ελλάδα στην πεντάδα των πιο ευάλωτων ευρωπαϊκών χωρών απέναντι στην ενεργειακή κρίση. Ο λογαριασμός βαραίνει βέβαια κυρίως τα λαϊκά στρώματα, που πληρώνουν πανάκριβα την Ενέργεια – εμπόρευμα, κι αυτό ενώ τα αστικά επιτελεία θεωρούν ότι οι τιμές …έχουν συγκρατηθεί και ότι οι αυξήσεις ακόμα δεν έχουν περάσει εξολοκλήρου στα λαϊκά στρώματα.
  • Οι τιμές εισαγωγών στη Βιομηχανία σημειώνουν δραστική αύξηση (+11% σε ετήσια βάση, +38% στις τιμές Ενέργειας), με την εξέλιξη να αναμένεται να επιδράσει και στην επιδείνωση του εμπορικού ελλείμματος (λόγω αύξησης των εισαγωγών), το οποίο διαχρονικά θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εγχώριας οικονομίας.
  • Η μείωση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ, η υποχώρηση κλάδων και η πτώση των επενδύσεων οδηγούν σε πίεση τον προϋπολογισμό, σε σχετική δυσκολία ανατροφοδότησης των δανειακών υποχρεώσεων και σε προβλέψεις για κάποιο περιορισμό του πλεονάσματος της γενικής κυβέρνησης, παρότι η επίδραση των εξελίξεων είναι αντιφατική, καθώς την ίδια ώρα η άρνηση της κυβέρνησης να μειώσει τους έμμεσους φόρους γεμίζει τα κρατικά ταμεία, που τροφοδοτούν την καπιταλιστική κερδοφορία.

Με βάση αυτά και άλλα στοιχεία, μια σειρά εκτιμήσεις των αστικών επιτελείων συγκλίνουν στο ότι τα χειρότερα είναι μπροστά για την καπιταλιστική οικονομία, αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προβλέψεις τους. Έτσι, π.χ. στην Εαρινή Έκθεση της Κομισιόν, στο «βασικό σενάριο», το ΑΕΠ της Ελλάδας αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,8% το 2026 (από 2,1% το 2025) και να διαμορφωθεί σε 1,6% το 2027, ο δε πληθωρισμός να αυξηθεί σε 3,7% το 2026.

Αντίστοιχα, η Τράπεζα της Ελλάδας αναθεώρησε την πρόβλεψή της για το 2026 στο 1,9%, από 2,1%, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο 1,8%, από 2%, και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή στο 2%, από 2,1%. Η Eurobank εκτιμά για το 2026 ρυθμό ανάπτυξης 1,8%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,3%, και πληθωρισμό 3,3% – 3,5%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης για 2,5%. Η Εθνική Τράπεζα υπολογίζει ότι η τιμή του πετρελαίου στα 98 δολάρια το βαρέλι κατεβάζει τον ρυθμό ανάπτυξης στο 1,6%, και ανεβάζει τον πληθωρισμό στο 4,2%. Στο «πολύ δυσμενές ή καταστροφικό» σενάριο, με τιμή πετρελαίου 128 δολάρια το βαρέλι, ρίχνει την ανάπτυξη στο 0,7% και ανεβάζει τον πληθωρισμό στο 6,2%.

Χάνουν όλοι;

Τα γενικά αυτά στοιχεία βέβαια κρύβουν το βασικότερο: Ότι όχι μόνο δεν χάνουν όλοι, αλλά ότι εκεί που ο λαός βλέπει φτώχεια, εκμετάλλευση, πολέμους και κινδύνους, οι επιχειρηματικοί όμιλοι βλέπουν εκτίναξη των κερδών τους και «ευκαιρίες». Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: Τα καπιταλιστικά κέρδη σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο: Το 2025 ήταν χρονιά – ορόσημο για τις εισηγμένες, με τις υψηλότερες επιδόσεις των τελευταίων 20 χρόνων! Το 84% κατέγραψαν κερδοφόρους ισολογισμούς, με το 70% απ’ αυτές να σημειώνουν επιπλέον αύξηση των κερδών τους. Στο σύνολό τους τα καθαρά κέρδη ξεπέρασαν τα 12 δισ. ευρώ, πάνω κι από την περίοδο πριν την καπιταλιστική κρίση, όταν μάλιστα οι εισηγμένες ήταν υπερδιπλάσιες. Χωρίς να κουνήσουν το μικρό τους δαχτυλάκι, οι μέτοχοι των εισηγμένων ομίλων θα μοιραστούν συνολικά 6 δισ. ευρώ, πάνω και από το ιστορικό υψηλό του 2007, που ήταν 5,4 δισ. Το σύνολο του προσωπικού σε αυτές τις εισηγμένες ήταν 190.350 εργαζόμενοι, που ο πραγματικός μέσος μισθός τους παραμένει κατά 18% μικρότερος από την περίοδο πριν την κρίση. Από την κλοπή της δικής τους εργατικής δύναμης προέκυψαν όλα αυτά τα ρεκόρ.

Αυτά τα «ρεκόρ» θα βρει κανείς κάτω από «κάθε πέτρα» των συνεπειών στη ζωή του λαού, όπως και την πολιτική που τα στηρίζει, που προσυπογράφουν κυβέρνηση και τα άλλα αστικά κόμματα και μορφώματα: Από την «απελευθέρωση» μιας σειράς κλάδων έως τη «δημοσιονομική πειθαρχία» στα ταμεία του αστικού κράτους που ταΐζουν τους επιχειρηματικούς ομίλους και από τη στρατηγική της «Ελλάδας ενεργειακού – εμπορευματικού κόμβου» έως την εμπλοκή στα ιμπεριαλιστικά σχέδια.

Αντίστοιχα η συζήτηση για τη «θωράκιση της οικονομίας» μπροστά στις κρίσεις που έρχονται, όχι μόνο δεν αφορά τα συμφέροντα του λαού, αλλά είναι σε ευθεία αντίθεση μαζί τους σε όλες τις πλευρές της ζωής του: Είτε αφορά την απόφαση της ΕΕ να αποπληρώσει πρόωρα δάνεια ύψους πολλών δισ. ευρώ… του 2033, είτε αφορά την τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ και την επιτάχυνση των αντιλαϊκών «μεταρρυθμίσεων», είτε τη διεκδίκηση περισσότερων κονδυλίων από την ΕΕ και την ενεργότερη εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο.

«Τρόπος ύπαρξης» η εμπλοκή στον πόλεμο

Ξεχωριστή πλευρά αυτής της συζήτησης στις σημερινές συνθήκες είναι η εμπλοκή στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, η «προσαρμογή» σύσσωμου του αστικού κράτους στις «ανάγκες» και τις «ευκαιρίες» της πολεμικής προετοιμασίας, της όξυνσης των ανταγωνισμών.

Καθόλου τυχαία άλλωστε οι δημόσιες παρεμβάσεις των ίδιων των καπιταλιστών, που γίνονται όλο και πιο συχνές το τελευταίο διάστημα, σε αυτό ακριβώς το ζήτημα εστιάζουν, ως κρίσιμο για να υπηρετηθούν στις νέες συνθήκες οι στρατηγικοί τους στόχοι.

Ενδεικτικά είναι τα όσα λέγονται σε αυτές τις τοποθετήσεις, για παράδειγμα για τη σημασία να προστατευτούν τα συμφέροντα των εφοπλιστών, να στηριχτεί η «στρατηγική αυτονομία» σε μια σειρά κρίσιμους τομείς, η εγχώρια βιομηχανία και μεταποίηση, με μέτρα π.χ. για την Ενέργεια, οι εκκλήσεις για διάφορες «ρήτρες» συμμετοχής των ντόπιων ομίλων στην παραγωγή των μεγάλων εξοπλιστικών «ντιλ» κ.ο.κ.

Η «ηχώ» αυτών των τοποθετήσεων και απαιτήσεων βρίσκεται και στις τοποθετήσεις των κυβερνητικών στελεχών, όσο και σε αυτές της σάπιας σοσιαλδημοκρατίας, των νέων – αναπαλαιωμένων μορφωμάτων τύπου Τσίπρα, Καρυστιανού κ.ο.κ.

Ενδεικτική είναι π.χ. η πρόσφατη αποστροφή Πιερρακάκη στη Βουλή όπου (σχολιάζοντας την κριτική για την αύξηση του μεριδίου του Δημοσίου στη ΔΕΗ) έλεγε ότι «η σύγχρονη οικονομία, στο πλαίσιο των μεγάλων γεωπολιτικών ανταγωνισμών, έχει μεταβάλει ριζικά και τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη παρεμβαίνουν στην οικονομική ζωή. (…) Το κράτος καλείται σήμερα να αναλάβει έναν βαθιά στρατηγικό ρόλο. Οι οικονομίες που θα επιβιώσουν και που θα ευδοκιμήσουν στις επόμενες δεκαετίες είναι εκείνες που αφήνουν την ελεύθερη αγορά να λειτουργεί απρόσκοπτα εκεί που πρέπει, αλλά διατηρούν την ικανότητα του κράτους να κάνει κρίσιμες τομές και να χαράσσει μακροπρόθεσμη πορεία στους τομείς που έχουν στρατηγική σημασία για την οικονομία, την ασφάλεια και το μέλλον της χώρας. Αυτή ακριβώς είναι και η επιλογή που γίνεται εδώ». Έδειχνε δηλαδή και έναν πιο «στρατηγικό» ρόλο του αστικού κράτους, και «ιεράρχηση» προτεραιοτήτων, πλάι στο «πορτοφόλι» που θα συνεχίζει να ταΐζει τους επιχειρηματικούς ομίλους.

Αυτή την «επιλογή», που αφορά τη διασφάλιση των «συλλογικών συμφερόντων» της αστικής τάξης σε συνθήκες πολεμικής εμπλοκής, μπορεί να βρει κανείς και σε μια σειρά από διακηρύξεις των άλλων αστικών κομμάτων και μορφωμάτων όπως π.χ. τις «7 δεσμεύσεις» του κόμματος Τσίπρα, για «ανθεκτική Ελλάδα σε έναν κόσμο διαρκών κρίσεων» με «προστασία και ασφάλεια απέναντι στις κρίσεις, την ενεργειακή ανασφάλεια», για «αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου με έμφαση στην αγροτική παραγωγή και τη μεταποίηση», «ψηφιακή δημοκρατία και κυριαρχία, εθνικές τεχνολογικές υποδομές με ρήτρες κυριαρχίας» κ.ά.

«Επιλογή» βαρβαρότητας ή αντεπίθεση;

Όλα τα παραπάνω βέβαια «παραγνωρίζουν» και μια βασική πλευρά που βρίσκεται στο DNA του σάπιου συστήματός τους και αφορά την ένταση του ανταγωνισμού και των αντιθέσεων ανάμεσα στους καπιταλιστές. Αν μια φορά, σε «ειρηνικές» περιόδους οι ανταγωνισμοί αυτοί είναι αγιάτρευτοι, σε συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης, μεγάλων ανακατατάξεων, μάχης για το ποιος θα πάρει το «πάνω χέρι» στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, οι αντιθέσεις αυτές τρυπώνουν σε «κάθε γωνιά», οξύνονται «στο μη παρέκει», λύνονται με όλες τις μεθόδους.

Δεν είναι και εδώ τυχαίες οι «μπηχτές» που καταγράφονται στις προαναφερόμενες παρεμβάσεις, για παράδειγμα από εφοπλιστές που «ξεσπαθώνουν» απέναντι σε τραπεζίτες, από βιομήχανους που παρουσιάζουν τις επιδόσεις των εξαγωγών τους και την κρατική στήριξη συγκριτικά με τη «βαριά βιομηχανία» του τουρισμού, ενεργειακών ομίλων που ζητάνε «εξίσου σημαντική» κρατική στήριξη με αυτή των ανταγωνιστών τους, τουριστικών ομίλων που γκρινιάζουν ότι τα πρότζεκτ τους «κόπηκαν» από το Ταμείο Ανάκαμψης κ.ά.

Αυτοί οι ανταγωνισμοί, ενταγμένοι και στους ευρύτερους, π.χ. ανάμεσα σε ΗΠΑ – ΕΕ, αποτελούν «συγκοινωνούντα δοχεία» και με τις διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, τη δημιουργία νέων κομμάτων και μορφωμάτων, με στόχο να διαμορφωθεί εναλλακτικός αντιλαϊκός πόλος εγκλωβισμού του λαού, διασφάλισης της αντιλαϊκής «συνέχειας» και «σταθερότητας».

Αντανακλώνται π.χ. και στις «διαφοροποιήσεις» και την «κριτική εκ των έσω» στη ΝΔ, κι ενώ η κυβέρνηση προσπαθεί να ανανεώσει το «χρίσμα» του κεφαλαίου επιχειρώντας να λύσει «άλυτες εξισώσεις» και να «συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα», όπως π.χ. μοιράζοντας την πίτα των εξοπλιστικών, παρεμβαίνοντας για τη «ρύθμιση» των ΑΠΕ, επιχειρώντας «ισορροπίες» και «διευθετήσεις» στον χωροταξικό σχεδιασμό σε τουρισμό και βιομηχανία, «ισορροπώντας» σε τεντωμένο σκοινί στα Ελληνοτουρκικά, την ώρα που προωθεί «στρατηγικές συμμαχίες» με Κύπρο – Ισραήλ, τη Γαλλία, χώρες του Κόλπου που αντικειμενικά την φέρνουν σε αντιπαράθεση με τους στόχους της τουρκικής αστικής τάξης.

Ξεχωριστή πλευρά αποτελούν και τα «μαχαίρια» που βγαίνουν ενόψει της λήξης του Ταμείου Ανάκαμψης, που στήριξε καθοριστικά την καπιταλιστική κερδοφορία τα προηγούμενα χρόνια. Αυτά δεν αφορούν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το ύψος των κρατικών και κοινοτικών επιδοτήσεων που θα τσεπώσουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι τα επόμενα χρόνια (με την κυβέρνηση π.χ. να προβάλλει το νέο ΕΣΠΑ, το σημαντικό αυξημένο πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων κ.ά. που σε μεγάλο βαθμό θα αναπληρώσουν το κενό), αλλά το πώς και σε ποιους αυτά θα μοιραστούν, δεδομένου ότι και τα νέα προγράμματα έχουν διαφορετική δομή από τα προηγούμενα, είναι προγράμματα που απευθύνονται σε λιγότερους, αλλά με πολύ μεγαλύτερο ποσοστό στήριξης, σχεδιάζονται και ελέγχονται σε «κεντρικό» επίπεδο, ενώ έχουν όρους ίδιους με αυτούς του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή νέα βάρβαρα αντιλαϊκά προαπαιτούμενα.

Αυτό το τελευταίο άλλωστε στοιχείο δείχνει και από μια ακόμα άποψη πόσο κάλπικη είναι η αντιπαράθεση των αστικών κομμάτων ότι ο λαός δήθεν έχει να περιμένει για το «ποιος και πώς» θα είναι ο διαχειριστής της αντιλαϊκής βαρβαρότητας, για το ποιανού το «κοστολογημένο και εφαρμόσιμο» αντιλαϊκό πρόγραμμα θα κουτσουρεύει τις λαϊκές ανάγκες, θα χώνει τον λαό πιο βαθιά στον πόλεμο, θα διασφαλίζει τη «σταθερότητα» των συνεχών λαϊκών θυσιών και την «κουλτούρα των φέρετρων». Στον ακριβώς αντίθετο δρόμο βρίσκεται η διέξοδος για τον λαό: Στην ενίσχυση του ρεύματος της αμφισβήτησης της κυρίαρχης πολιτικής, στη συμπόρευση με το ΚΚΕ, ενάντια σε κάθε παγίδα αστικής κυβερνητικής εναλλαγής, για να πάρει πιο ορμητικό, πιο αποφασιστικό χαρακτήρα η ρήξη με το σύστημα της εκμετάλλευσης και των πολέμων.

Τ.

(Αναδημοσίευση από τον «Ριζοσπάστη του Σαββατοκύριακου» Σάββατο 30-Κυριακή 31 Μάη 2026)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: