«Μαρξική Αντιπαραβολή» | Πολιτική χωρίς υλική βάση: γιατί τα “μανιφέστα” επαναλαμβάνονται
Η επανεμφάνιση των «μανιφέστων» στον δημόσιο λόγο δεν είναι απλώς επικοινωνιακή επιλογή· είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης αδυναμίας της πολιτικής να συλλάβει και να εκφράσει τις υλικές σχέσεις που τη θεμελιώνουν.
Η επανεμφάνιση των «μανιφέστων» στον δημόσιο λόγο δεν είναι απλώς επικοινωνιακή επιλογή· είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης αδυναμίας της πολιτικής να συλλάβει και να εκφράσει τις υλικές σχέσεις που τη θεμελιώνουν. Κάθε φορά που ανακοινώνεται μια «νέα αρχή», μια «επανεκκίνηση» ή ένα «σχέδιο για την κοινωνία», η μορφή είναι γνώριμη: γενικές αρχές, αφηρημένες έννοιες, ηθικές δεσμεύσεις. Αυτό που απουσιάζει συστηματικά είναι η συγκεκριμένη ανάλυση των σχέσεων παραγωγής, των ταξικών αντιθέσεων και των υλικών όρων μέσα στους οποίους αυτές οι προτάσεις υποτίθεται ότι θα υλοποιηθούν. Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε αφήγηση, και το μανιφέστο σε επαναλαμβανόμενο σχήμα ιδεολογικής αναπαραγωγής.
Η Μαρξική μέθοδος θέτει ως αφετηρία ότι «δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει το Είναι τους, αλλά το κοινωνικό τους Είναι που καθορίζει τη συνείδησή τους» (Marx, 1859). Όταν αυτή η αφετηρία απουσιάζει, η πολιτική αποκόπτεται από τη βάση της και αναπτύσσεται στο επίπεδο της ρητορικής. Τα μανιφέστα εμφανίζονται τότε ως προγράμματα αλλαγής, ενώ στην πραγματικότητα λειτουργούν ως μηχανισμοί σταθεροποίησης της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Δεν είναι ότι λένε ψέματα· είναι ότι λένε την αλήθεια με τρόπο που αποκρύπτει τη δομή της πραγματικότητας.
Η έννοια της «ανάπτυξης», για παράδειγμα, εμφανίζεται ως κοινός στόχος, σχεδόν αυτονόητος. Όμως η ανάπτυξη δεν είναι ουδέτερη διαδικασία. Στον καπιταλισμό, σημαίνει συγκεκριμένη οργάνωση της παραγωγής, συγκεκριμένη κατανομή του πλούτου, συγκεκριμένες σχέσεις μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Όταν ένα μανιφέστο μιλά για ανάπτυξη χωρίς να ορίζει αυτές τις σχέσεις, μετατρέπει μια υλική διαδικασία σε αφηρημένη επιθυμία. Η αντίφαση εξαφανίζεται από το λόγο, αλλά παραμένει στην πραγματικότητα.
Το ίδιο συμβαίνει με έννοιες όπως «δικαιοσύνη», «δημοκρατία», «κοινωνική συνοχή». Παρουσιάζονται ως καθολικές αξίες, ενώ στην πραγματικότητα είναι μορφές μέσα από τις οποίες εκφράζονται συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Όπως επισημαίνει ο Βλαντίμιρ Ιλίτς Λένιν, το κράτος δεν είναι ουδέτερος θεσμός, αλλά μηχανισμός ταξικής κυριαρχίας (Lenin, 1917). Όταν ένα μανιφέστο μιλά για «ενίσχυση της δημοκρατίας» χωρίς να αναφέρεται στη δομή του κράτους και στη σχέση του με την οικονομία, αναπαράγει την ιδεολογία της ουδετερότητας. Η πολιτική εμφανίζεται ως πεδίο συναίνεσης, ενώ στην πραγματικότητα είναι πεδίο σύγκρουσης.
Η επανάληψη των μανιφέστων συνδέεται άμεσα με την αποσύνδεση της πολιτικής από την υλική της βάση. Όταν οι παραγωγικές σχέσεις δεν τίθενται υπό αμφισβήτηση, οι δυνατότητες αλλαγής περιορίζονται σε επίπεδο διαχείρισης. Η πολιτική δεν μπορεί να προτείνει πραγματικά νέα σχήματα, γιατί δεν αγγίζει τον πυρήνα του προβλήματος. Έτσι, κάθε νέο μανιφέστο μοιάζει με το προηγούμενο: αλλάζει το λεξιλόγιο, όχι το περιεχόμενο.
Η Μαρξική αντιπαραβολή αποκαλύπτει ότι αυτή η επανάληψη δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα της ίδιας της δομής του καπιταλισμού, ο οποίος επιτρέπει την εναλλαγή μορφών διακυβέρνησης χωρίς να μεταβάλλει τις βασικές του σχέσεις. Όπως δείχνει ο Φρίντριχ Ένγκελς, η πολιτική μορφή μπορεί να αλλάζει, ενώ η οικονομική βάση παραμένει σταθερή (Engels, 1878). Τα μανιφέστα λειτουργούν ως εκφράσεις αυτής της μορφικής αλλαγής: δημιουργούν την εντύπωση της κίνησης, ενώ η δομή παραμένει αμετάβλητη.
Στο επίπεδο της συνείδησης, η επανάληψη αυτή παράγει μια ιδιαίτερη μορφή προσδοκίας. Κάθε νέο μανιφέστο παρουσιάζεται ως δυνατότητα αλλαγής, και η αποτυχία του αποδίδεται σε συγκυριακούς παράγοντες: λάθος εφαρμογή, ανεπαρκής βούληση, εξωτερικές πιέσεις. Έτσι, η ίδια η δομή προστατεύεται από την κριτική. Η αποτυχία δεν οδηγεί σε αναθεώρηση της βάσης, αλλά σε αναμονή του επόμενου μανιφέστου.
Η ανάλυση του Έβαλντ Ιλιένκοφ για τη σχέση μορφής και περιεχομένου είναι εδώ καθοριστική. Η μορφή δεν είναι απλή έκφραση του περιεχομένου, αλλά ενεργό στοιχείο που μπορεί να το αποκρύπτει ή να το διαστρεβλώνει. Στην περίπτωση των μανιφέστων, η μορφή της γενικής διακήρυξης λειτουργεί ως κάλυμμα της απουσίας συγκεκριμένου περιεχομένου. Η πολιτική παρουσιάζεται ως καθολική, ενώ στην πραγματικότητα παραμένει μερική.
Η έννοια της «νέας αρχής» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κάθε μανιφέστο υπόσχεται μια τομή με το παρελθόν, μια ρήξη με τις προηγούμενες πολιτικές. Όμως αυτή η ρήξη παραμένει στο επίπεδο της ρητορικής. Χωρίς μεταβολή των υλικών σχέσεων, η «νέα αρχή» δεν μπορεί να είναι παρά επαναδιατύπωση του ίδιου πλαισίου. Η ιστορία εμφανίζεται ως σειρά αρχών, ενώ στην πραγματικότητα είναι συνέχεια αντιφάσεων.
Η Μαρξική προσέγγιση δεν απορρίπτει την πολιτική ως τέτοια, αλλά απαιτεί τη θεμελίωσή της στην υλική πραγματικότητα. Η πολιτική πρόταση δεν μπορεί να είναι απλώς σύνολο αξιών· πρέπει να είναι ανάλυση και μετασχηματισμός των σχέσεων που παράγουν αυτές τις αξίες. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μανιφέστο που δεν ξεκινά από την παραγωγή, την εργασία και την ιδιοκτησία, παραμένει ιδεολογικό. Δεν μπορεί να υπερβεί τη μορφή της επανάληψης.
Η επανάληψη των μανιφέστων είναι, επομένως, ένδειξη ότι η πολιτική έχει αποσπαστεί από τη βάση της. Η υπέρβασή της δεν βρίσκεται σε καλύτερη διατύπωση ή πιο πειστική ρητορική, αλλά στην επανασύνδεση της πολιτικής με τις υλικές σχέσεις. Μόνο τότε η «νέα αρχή» μπορεί να αποκτήσει πραγματικό περιεχόμενο. Διαφορετικά, θα παραμένει σχήμα λόγου που επαναλαμβάνεται, επιβεβαιώνοντας όχι τη δυνατότητα αλλαγής, αλλά τα όρια του υπάρχοντος συστήματος.
Μωυσίδης Χαράλαμπος
Συγγραφέας του Διαλεκτικού Υλισμού
Δείτε εδώ όλα τα άρθρα της στήλης “Μαρξική Αντιπαραβολή”
