Βασίλης Κολοβός: «Θυμάσαι, πατέρα;»
Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Θυμάσαι, πατέρα;» του Βασίλη Κολοβού
Κυκλοφορεί από τη «Σύγχρονη Εποχή» το βιβλίο «Θυμάσαι, πατέρα;» του Βασίλη Κολοβού.
Στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, ο Βασίλης Κολοβός μας μεταφέρει σε μια μικρή, κλειστή, ορεινή κοινωνία ενός χωριού της Ρούμελης τα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο.
Μπροστά από τα μάτια του αναγνώστη περνάνε ήθη και έθιμα, μεγάλα πάθη, ιστορίες εκδίκησης, προσωπικές επαναστάσεις των νέων ενάντια στο παλιό, σε αυτό που «έτσι είναι γραμμένο από τα χρόνια τα παλιά», ακόμα και συγκρούσεις ανάμεσα στα αντίπαλα στρατόπεδα του Εμφυλίου.
Η ιστορία –που είναι ειπωμένη μέσα από τις αναμνήσεις ενός μικρού παιδιού– ξετυλίγεται μέσα σε ένα σκληρό τοπίο και περιγράφει τη σκληρή ζωή των ανθρώπων του χωριού σε μια επίσης σκληρή εποχή.
Μια ιστορία πολύ τρυφερή, βαθιά ανθρώπινη, που διδάσκει ότι η διέξοδος βρίσκεται στην αλληλεγγύη, στον συλλογικό αγώνα, όχι σε αυτό που «έτσι είναι γραμμένο από τα χρόνια τα παλιά», αλλά στο νέο, που ανατέλλει μέσα από τις στάχτες του παλιού και δημιουργεί μια ζωή πιο όμορφη, πιο δίκαιη, πιο ανθρώπινη.

Βιογραφικό του συγγραφέα
Ο Βασίλης Κολοβός γεννήθηκε το 1945 στο ορεινό χωριό Πετρωτό της επαρχίας Δομοκού.
Στα δώδεκα χρόνια του πήγε στη Λαμία για να μάθει γράμματα στο νυχτερινό σχολείο. Εργάστηκε σε βιβλιοπωλείο, κουρείο, καφενείο, μπακάλικο, ραφτάδικο για να επιβιώσει.
Το 1961, ήρθε στην Αθήνα, όπου δούλεψε σε εργοστάσια, βιοτεχνίες και οικοδομές. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου και αποφοίτησε με άριστα το 1964.
Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης τον πρότεινε στη Μαριέττα Ριάλδη, που ανέβαζε την Αντιγόνη του Ανούιγ, και έπαιξε τον Αγγελιοφόρο. Ταυτόχρονα, ο ίδιος τον διάλεξε να παίξει στην Αποικία των τιμωρημένων τον Λοχία, το φθινόπωρο του 1967.
Στο μεταξύ, κηρύχτηκε η δικτατορία, ανακλήθηκε η αναβολή λόγω σπουδών που είχε και επιστρατεύτηκε. Πέρασε όλη τη θητεία του σε μονάδα ανεπιθυμήτων.
Από το 1971 έως το 1973, δούλεψε σε τρεις-τέσσερις παραστάσεις στην Αθήνα και σε αρκετά μπουλούκια στην επαρχία.
Το 1973, πάλι ο Ιάκ. Καμπανέλλης, τον έφερε σε επαφή με την Τζένη Καρέζη και έπαιξε στο Μεγάλο μας Τσίρκο.
Έκτοτε, έπαιξε σε πάρα πολλούς θιάσους, σε περισσότερες από εκατό παραστάσεις κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως οι Μ. Κατράκης, Κ. Μπάκας, Μ. Βολονάκης, Θ. Καρακατσάνης, Κ. Μιχαηλίδης, Κ. Τσιάνος, Γ. Διαμαντόπουλος, Δ. Έξαρχος, Ν. Χαραλάμπους κ.ά.
Πήρε μέρος σε τηλεοπτικές σειρές και σε δεκαπέντε ταινίες με σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως οι Θ. Αγγελόπουλος, Ν. Κούνδουρος, Τ. Ψαρράς, Γ. Σμαραγδής, Λ. Βαρδαρός. Η τελευταία του εμφάνιση ήταν στην ταινία του Περικλή Χούρσογλου Εξέλιξη, για την οποία κέρδισε το Πρώτο Βραβείο Ερμηνείας Β΄ Ανδρικού Ρόλου από την Ακαδημία του Ελληνικού Κινηματογράφου.
Παράλληλα με την επαγγελματική του σταδιοδρομία, ασχολήθηκε και με τα συνδικαλιστικά προβλήματα των ηθοποιών για τριάντα χρόνια. Διατέλεσε πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Θεάματος Ακροάματος (ΠΟΘΑ), του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Ελλήνων Ηθοποιών (ΤΑΣΕΗ).
Η επαφή του με το λαϊκό κίνημα ξεκίνησε όταν έκανε τα πρώτα μεροκάματα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα σταθερά στο πλευρό του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Το Θυμάσαι, πατέρα; (1994) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα και ακολουθούν: Οι αγίες των ημερών τους. Το καλοκαίρι μας προσπέρασε. Μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ. Το δώρο του χιονιού. Εγώ, η Ζωζώ Νταλμάς.
Το 1998, το Θυμάσαι, πατέρα; επιλέχτηκε από τον Σύλλογο Διδασκόντων του Πανεπιστήμιου του Σίνδεϊ ως βασική διδακτέα ύλη στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας, μαζί με τον Επιτάφιο του Γ. Ρίτσου, την Αυλή των θαυμάτων του Ιάκ. Καμπανέλλη και τη Σαρκοφάγο του Ιωάννου.
Επισκέφτηκε το Σίδνεϊ έξι φορές προσκεκλημένος από την Ελληνική Κοινότητα. Μίλησε στους μαθητές για το βιβλίο του και έδωσε τις διαλέξεις: «Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της ειρήνης», «Η επανάσταση του ’21 και ο στρατηγός Μακρυγιάννης», «Κώστας Βάρναλης, οδηγητής του λαού μας», «Φώτης Αγγουλές, ο λαϊκός μας ποιητής», «Η άνοδος του Νεοφασισμού στην Ελλάδα» και «Καραϊσκάκης, ο Καπετάνιος της Ρούμελης».
