«Απόψε μ΄ εγκατέλειψες, πώς βάσταξε η καρδιά σου…» – Ρένα Στάμου: Μια σπουδαία φωνή που δεν έσβησε το πέρασμα του χρόνου

Κι αν αραιά και που στις μέρες μας ακούγονται στο ραδιόφωνο κάποια τραγούδια της, με κορυφαίο όλων το ζεϊμπέκικο «σήμα κατατεθέν» της «Απόψε μ’ εγκατέλειψες», οι σημερινοί ακροατές μοιραία αδυνατούν να γνωρίζουν το όνομα που κρύβεται πίσω από τις μοναδικές  ερμηνείες…

Η Ρένα Στάμου αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στο λαϊκό τραγούδι. Τραγουδιστική αξία πολύ μεγαλύτερη από τα φώτα της προσοχής που τη φώτισαν και τη φωτίζουν, έκανε την εμφάνισή της στο τέλος της δεκαετίας του 1940 και κέρδισε φήμη και καταξίωση τη δεκαετία του 1950. Η εξέλιξή της όμως ανακόπηκε στη συνέχεια καθώς η ίδια έμεινε πιστή στο ύφος της δεκαετίας του ’40 και δεν ακολούθησε τις αλλαγές που επέφερε στο λαϊκό τραγούδι η επικράτηση της λεγόμενης «σχολής Καζαντζίδη». Αυτός ο λόγος σε συνδυασμό και με άλλους παράγοντες, μεταξύ των οποίων και δικές της επιλογές, είχε σαν αποτέλεσμα να παραγκωνιστεί και σχεδόν να ξεχαστεί με τα χρόνια, από ειδικούς και μέσα ενημέρωσης. Κι αν αραιά και που στις μέρες μας ακούγονται στο ραδιόφωνο κάποια τραγούδια της, με κορυφαίο όλων το ζεϊμπέκικο «σήμα κατατεθέν» της «Απόψε μ’ εγκατέλειψες», οι σημερινοί ακροατές μοιραία αδυνατούν να γνωρίζουν το όνομα που κρύβεται πίσω από τις μοναδικές  ερμηνείες. Όπως δεν γνωρίζουν, παρά λίγοι, πως η ίδια αποτέλεσε το πρώτο ντουέτο με τον Στέλιο Καζαντζίδη στην ηχογράφηση τραγουδιών που έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Είν’ όλα μαύρα», «Θ’ αναστενάξουνε καρδιές», «Είδα κι έπαθα κυρά μου», «Έχασα τον άνθρωπό μου» και άλλα.

Η Ρένα Στάμου

Χρωστάμε πολλά, λοιπόν, στο δίδυμο των ερευνητών-μελετητών του λαϊκού μας τραγουδιού, τον Νέαρχο Γεωργιάδη και την Τάνια Ραχματούλινα, που με το βιογραφικό βιβλίο τους «Ρένα Στάμου, Μια εγκυκλοπαίδεια του Ρεμπέτικου» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή)  φωτίζουν τη ζωή και την καλλιτεχνική διαδρομή της σπουδαίας αυτής λαϊκής τραγουδίστριας (και μαζί μιας ολόκληρης εποχής), που συμπλήρωσε χτες τα ενενήντα της χρόνια (γεννήθηκε στις 4 του Ιούλη 1930).

Η Ρένα Στάμου έζησε και σταδιοδρόμησε πλάι σε μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του κλασικού λαϊκού τραγουδιού, όπως τη Ρίτα Αμπατζή, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιώργο Μπάτη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στέλιο Χρυσίνη, τον Απόστολο Χατζηχρήστο, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Γιώργο Μητσάκη, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Μπάμπη Μπακάλη, τον Σταύρο Τζουανάκο, τον Γεράσιμο Κλουβάτο, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, τον Στέλιο Καζαντζίδη κ.ά.

«Είν’ η ζωή μας βάσανο, μεγάλη τυραννία
για μας που γεννηθήκαμε φτωχοί στην κοινωνία…»

Μέχρι να πατήσει το πόδι της στο πάλκο, η ζωή της φέρθηκε κάθε άλλο παρά γενναιόδωρα. Παιδί πολύτεκνης οικογένειας θα ζήσει αρκετά χρόνια, όπως και άλλα αδέλφια της, σε ορφανοτροφεία. Θα ζήσει ακόμα πιο δύσκολες στιγμές στη συνέχεια, στο σπίτι της μάνας της, όπου θα βιώσει την κακοποίηση από τον εραστή της μάνας της, ενώ στη συνέχεια θα τη βάλουν υπηρέτρια σε κάποιο πλουσιόσπιτο. Στα 18 της χρόνια η Ειρήνη Δασκαλάκη, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, θα βρει φιλόξενο καταφύγιο και ζεστασιά στο σπίτι της διάσημης τραγουδίστριας Ρίτας Αμπατζή, απ’ όπου θ’ αντικρύσει στη συνέχεια ανοιχτό το δρόμο του λαϊκού τραγουδιού, στον οποίο θα βαδίσει με αξιοπρέπεια και τιμή, κερδίζοντας με το σπαθί της την αναγνώριση και την καταξίωση.

«Αν η ζωή της Στάμου γινόταν σενάριο ή κινηματογραφική ταινία, σίγουρα θα ήταν μια επική ταινία, με ένα μέρος από λυρικά τραγούδια. Η Μικρασιατική Εκστρατεία με τις συνέπειές της (ορφανοτροφεία, ανεργία, υποαπασχόληση, φτώχεια, αλλά κι αστικοποίηση του ελληνικού τοπίου), η Κατοχή, με το θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού της, με τη μαύρη αγορά που έκανε η μάνα της κι ο εραστής της μάνας της, η μετεμφυλιακή Ελλάδα, την οποία παρασιωπά η φοβισμένη Στάμου, αλλά που υπήρχε, και στην οποία η τραγουδίστριά μας έκανε αστραπιαίες περιοδείες, το πνεύμα αντικομμουνιστικής καχυποψίας και καταπίεσης της δικτατορίας, τα ταξίδια της στις πέντε ηπείρους και σε όλες τις θάλασσες, που φέρνουνε στο προσκήνιο τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού, τα πανηγύρια, τα κέντρα, τα παρασκήνια της δισκογραφίας, συνθέτουν πολυάνθρωπα και πολύβουα σκηνικά μιας επικής και πολυεπίπεδης αφήγησης» σημειώνεται στην εισαγωγή της βιογραφίας της.

«Εγώ το φτωχοκόριτσο σου δίνω την καρδιά μου
έλα και μαζί μου ζήσε μιας και λες πως μάγκας είσαι…»

Η Ρίτα Αμπατζή θα είναι ο συνδετικός κρίκος της Στάμου με το σινάφι των λαϊκών δημιουργών και μουσικών που αναζητά διαρκώς νέες φωνές. Η μεγάλη τραγουδίστρια, από τα πρώτα ονόματα της εποχής, θα τη φέρει σε επαφή αρχικά με τον Στέλιο Χρυσίνη. Το 1948, με το όνομα Ρένα, θα ηχογραφήσει τον πρώτο της δίσκο, με δυο τραγούδια του Γιώργου Μητσάκη, το «Σεμιχά» και το «Φτωχοκόριτσο».

«Η Ρένα Στάμου είναι μια όψιμη τσιτσανική τραγουδίστρια που εμφανίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’40, ενώ είχαν προηγηθεί η Γεωργακοπούλου, η Χασκίλ, η Μπέλλου, η Νίνου. Το ύφος της είναι παραπλήσιο και διεκδικεί μια θέση δίπλα στη Νίνου και στην Μπέλλου, αφού τραγούδησε σόλο, αλλά και ντουέτο με τον τελευταίο τσιτσανικό τραγουδιστή, Πρόδρομο Τσαουσάκη. Το ντουέτο Τσαουσάκη-Νίνου και Τσαουσάκη-Μπέλλου, στα 1950, αντικαθίσταται από εκείνο των Τσαουσάκη-Στάμου. Ακριβώς αυτό το τελευταίο, επειδή άρεσε, το χρησιμοποίησαν και ο Χρυσίνης, ο Χατζηχρήστος, ο Καλδάρας, ο Τζουανάκος, ο Κλουβάτος και άλλοι» σημειώνουν Νέαρχος Γεωργιάδης και Τάνια Ραχματούλινα.

«Μες στο κρεβάτι αυτό, του πόνου κυλιέμαι χρόνια χωρίς γιατρειά
μπροστά μου βλέπω το θάνατό μου, νέους και νέες μας έκανες χτικιά…»

Στα δεκαενιά της χρόνια η Ρένα ανεβαίνει στο πάλκο. Είναι καλοκαίρι του 1949, στου «Καλαματιανού», στις Τζιτζιφιές, «δίπλα  στους Μάρκο, Μπάτη, Κερομύτη, Παπαϊωάννου, Χατζηχρήστο, Καπλάνη, Μητσάκη, Αργύρη Βαμβακάρη, Ανέστο Αθανασίου, Τσιτσάνη και Φώτη Μιχαλόπουλο στην κιθάρα, Καρίπη στο βιολί…»

Μετά από τη δισκογραφική συνεργασία με τον Μητσάκη, ακολουθούν τα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη «Τσιγγάνε σπάσε το βιολί» και «Ένα τέτοιο παλικάρι» που ηχογραφήθηκαν τον Γενάρη του 1950.

Το μεγαλύτερο μέρος της δισκογραφίας της Στάμου στις 78 στροφές εκείνη την περίοδο αποτελείται από τραγούδια που ερμηνεύει μαζί με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, με πρώτη και δεύτερη φωνή να εναλλάσσονται μεταξύ τους: «Παρεξήγηση», «Με είπες μπεκρή και μπατιράκι», «Το κρεβάτι του πόνου» κ.ά. Μέχρι τότε ηχογραφεί ακόμα μόνο με το μικρό της όνομα, αρνούμενη να χρησιμοποιήσει το επώνυμο του πατέρα της για τον οποίο δεν τρέφει και τα πιο αγνά αισθήματα…

«Ματώνουνε τα στήθια μου που όλο κλαις μικρό μου
πες μου σε τι σε πίκρανα παραπονιάρικό μου…»

Την ίδια χρονιά και αφού έχει ήδη «βαπτιστεί» ως Ρένα Στάμου από τον ισχυρό άντρα της Κολούμπια Νίκανδρο Μηλιόπουλο, ερμηνεύει το τραγούδι «Απόψε μ’ εγκατέλειψες», που θα την εκτοξεύσει σε δημοτικότητα. Η ίδια διηγείται:

«Μετά από τα πρώτα τραγούδια τον Τσιτσάνη που είπα, ηχογράφησα το Απόψε μ’ εγκατέλειψες του Στέλιου Χρυσίνη. Στην αρχή ο Χρυσίνης έκανε πρόβες με μια άλλη τραγουδίστρια, αλλά δεν τον ικανοποιούσε κι αποφάσισε να μου το δώσει εμένα.

-Έχω ένα τραγούδι κι οπωσδήποτε πρέπει να το πεις εσύ. Ονομάζεται Απόψε μ’ εγκατέλειψες.

Στο τραγούδι αυτό συμμετείχαν με τις φωνές τους ο Βούλγαρης κι ο Τσιτσάνης. Ίσως μάλιστα ο Τσιτσάνης να έπαιζε και μπουζούκι.

Σ’ αυτό το τραγούδι είχαμε κι ένα επεισόδιο. Όταν ηχογραφούσα στην Κολούμπια το τραγούδι αυτό, θέλανε να βάλω κάποιο πάθος, κάποιον πόνο… Ε, μα εγώ ακόμα δεν είχα γνωρίσει έρωτες και τέτοια πράγματα, και το έλεγα πολύ δισταχτικά. Τότε μου λέει ο Τσιτσάνης:

-Μα είσαι και ψευδή!

Άρχισα να κλαίω, ήθελα να φύγω. Και τότε λέει ο Μηλιόπουλος:

-Κυρία Ελένη, κυρία Ελένη, κάνε ένα τσάι στο κοριτσάκι και ρίξε μέσα και λίγο κονιάκ.

Έκανε ένα κρύο τσουχτερό… Το εργοστάσιο ήταν ακόμα χαλασμένο, με τα τζάμια σπασμένα από τους Γερμανούς. Ήτανε το χάλι των χαλίων! Κι εγώ έτρεμα σαν πουλάκι.

Αφού ήπια το τσάι, πλησίασα στο μικρόφωνο και μισοκλαίγοντας, είπα κλαψιάρικα: Απόψε μ’ εγκατέλειψες…

ΑΠΟΨΕ Μ’ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕΣ
(Στίχοι: Χαράλαμπος Βασιλειάδης – Τσάντας)

Απόψε μ ’ εγκατέλειψες, πώς βάσταξε η καρδιά σου,
και μες στη νύχτα χάνονται αργά τα βήματά σου.

Κι όμως εσύ μ ’ απόμεινες το μόνο στήριγμά μου.
Τώρα που φεύγεις πού άλλου θα βρω παρηγοριά μου;

Απόψε μ’ εγκατέλειψες και μια ζωή γκρεμίζεις.
Για μένα μαύρη κόλαση στο βίο μου αρχίζει.

Όταν το είπα, δε με σταματήσανε, επειδή ήμουν βουρκωμένη, κι αυτό ταίριαζε με τη διάθεση τον τραγουδιού. Με άφησαν αι το συνέχισα μέχρι τέλους.

– Επιτέλους το είπες όπως το θέλαμε! είπε θριαμβευτικά ο Τσιτσάνης. Δεν εννοούσα ότι είσαι ψευδή, εννοούσα ότι χρειαζότανε περισσότερο πάθος. Και τα κατάφερες.

Ήταν αυτό το τραγούδι που με εκτόξευσε ψηλά, με πέταξε μέχρι τους ουρανούς. Με αυτό το τραγούδι ο κόσμος με γνωρίζει, με θαυμάζει, μ ’ αγαπάει, με ακούει μέχρι σήμερα, από άκρη σ’ άκρη της γης, και τον ευχαριστώ από βάθους καρδιάς».

Η Ρένα Στάμου θα συνεργαστεί με τον Γιάννη Παπαϊωάννου («Μην αμφιβάλλεις»), τον Απόστολο Χατζηχρήστο («Το βασανάκι», «Παραπονιάρικό μου») τον Απόστολο Καλδάρα («Πήρα τον δρόμο τον κακό», «Τα δώρα», «Το απάτητο βουνό»), με τον οποίο θα συνδεθεί και ερωτικά, ενώ σημαντικό ρόλο στη ζωή της θα παίξει η συνεργασία της με τον Γιώργο Ζαμπέτα, παρ’ ότι δεν ηχογράφησαν μαζί τραγούδια.

«Γιατί πονάς και βασανίζεσαι κουτή και προσπαθείς στον ίσιο δρόμο να με φέρεις
της αμαρτίας έχω πάρει το στρατί γι’ αυτό για μένα άδικα μην υποφέρεις…»

Στα 1951 και 1952 θα ηχογραφήσει έξι τραγούδια σε μουσική του Γεράσιμου Κλουβάτου, τα περισσότερα σε διφωνία μαζί με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη: «Ποιος περπατά στα σκοτεινά», «Βάλε το χέρι στην καρδιά σου», «Πώς βασανίζομαι», «Το πικραμμένο βλέμμα σου», «Κάθε σπίτι κι ένας πόνος» και «Υπόδικος».

Θα συνεργαστεί με τον Σταύρο Τζουανάκο σε τέσσερα τραγούδια («Την περιμένει μα δεν έρχεται», «Αδικία», «Ο μαχαραγιάς» και «Με αγωνία πάντα ζούμε») σε διφωνία πότε με τον ίδιο και πότε με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη· με τον Μπάμπη Μπακάλη («Κυνηγημένος από τους νόμους» και «Όπως έστρωσες θα κοιμηθείς») μαζί με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη· με τον Θόδωρο Δερβενιώτη, το 1952, («Μόνο ψέμα κι αδικία») που ερμηνεύει μαζί με τον Γιάννη Τζιβάνη κ.ά.

Γιώργος Ζαμπέτας, Ρένα Στάμου και Κώστας Καπλάνης στο λαϊκό πάλκο

Το 1952 θα γνωριστεί με τον Στέλιο Καζαντζίδη. Η συνεργασία της με τον ογκόλιθο του λαϊκού τραγουδιού κατέχει σημαντική θέση στη δισκογραφία και την πορεία της συνολικά. Η Ρένα Στάμου θα είναι η πρώτη τραγουδίστρια που τραγούδησε μαζί του σε 12 τραγούδια το 1953, πριν τη συνεργασία του Στέλιου με άλλες τραγουδίστριες. Με τον Καζαντζίδη ηχογραφεί μεταξύ άλλων τις μεγάλες επιτυχίες «Είν’ όλα μαύρα», «Θ’ αναστενάξουνε καρδιές», «Είδα κι έπαθα κυρά μου», «Έχασα τον άνθρωπό μου» κ.ά.

«Τι να μου κάνει το πιοτό σαν η καρδιά πονάει
αφότου σ’ έχασα και πια δε σε ξανάβρα
είν’ όλα μαύρα, είν’ όλα μαύρα…»

Τις επόμενες δεκαετίες ακολουθούν επιπλέον ένας γάμος και μια κόρη, πολλές συνεργασίες και ταξίδια-περιοδείες στην Ελλάδα και στον κόσμο όπου υπάρχει ομογένεια, με τον Πάνο Γαβαλά, τον Λουκά Νταράλα, τον Γιώργο Μητσάκη κ.ά.

«Η σχετική σιωπή του Τσιτσάνη μετά το 1950, και η επικράτηση της σχολής Καζαντζίδη δημιούργησαν στην αρχή μια αμηχανία στους καλύτερους συνθέτες, ως προς το ύφος, τη θεματολογία των τραγουδιών τους, και ύστερα ακολούθησε μια προσαρμογή στο ύφος Καζαντζίδη. Αυτό δεν ευνόησε τη Ρένα Στάμου, που είχε σημειώσει την είσοδο και την άνοδό της με το ύφος της δεκαετίας του ’40, στο οποίο παρέμεινε μέχρι σήμερα. Ακόμα και τα τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη, τα οποία τραγούδησε στα 1992, καθώς και οι δικές της συνθέσεις, στα 1996, εντάσσονται σ’ αυτό το ύφος. Η εμφάνιση νέων δυναμικών τραγουδιστριών, με ευδόκιμα ταλέντα στα ανατολίτικα μακάμια, έπαιξε κι αυτή το ρόλο της στον παραγκωνισμό της Στάμου. (…)Εξάλλου η μανία φυγής της Στάμου θα παίξει κι αυτή το ρόλο της. Οι δισκογραφικές εταιρίες, όπως και τα σχολεία, δεν ανέχονται τις πολλές απουσίες. Ωστόσο, τα ίδια τα ταξίδια και τα γεγονότα της ζωής της μιλούν από μόνα τους, κι έτσι μας δίνουν το δικαίωμα να πούμε ότι η Στάμου μιλάει και με τη σιωπή της και με την απουσία της» σημειώνουν Νέαρχος Γεωργιάδης και Τάνια Ραχματούλινα στη βιογραφία της, εξηγώντας την απόσταση που δημιουργείται μεταξύ της Ρένας Στάμου και της εμπροσθοφυλακής του λαϊκού πενταγράμμου.

«Ένα παράπονο και ένα δάκρυ, πρώτο φθινόπωρο, πρώτη βροχή
απόψε η σκέψη μου δε βρίσκει άκρη, απόψε λύγισε η αντοχή…»

Η ερμηνεύτρια μερικών από τα ωραιότερα λαϊκά τραγούδια που γράφτηκαν μετά τον πόλεμο θα συνεχίσει τις εμφανίσεις της σε λαϊκά κέντρα, κυρίως έξω από την Ελλάδα, τραγουδώντας πάντα τα τραγούδια εκείνης της εποχής. Από την οποία δεν μένει ανεπηρέαστη όταν θα ερμηνεύσει, το 1992, το «Πρώτο φθινόπωρο» και άλλα τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη, αλλά και όταν η ίδια εμφανιστεί ως δημιουργός, το 1996, γράφοντας τη μουσική και τους στίχους και ερμηνεύοντας τα τραγούδια του δίσκου «Ρένα Στάμου ‎– Η Αρχοντορεμπέτισσα».

Κι έτσι φτάνει στο τέλος η σύντομη αναφορά μας στη σπουδαία αλλά ξεχασμένη τραγουδίστρια Ρένα Στάμου. Ξεχασμένη μόνο ως όνομα, καθώς τα τραγούδια της και κυρίως το εμβληματικό «Απόψε μ’ εγκατέλειψες» στάθηκαν σκαλοπάτια για να διαβεί το κατώφλι της «γειτονιάς» των αθανάτων του κλασικού λαϊκού τραγουδιού.

«Απ’ την τόση παραζάλη πονεί το κεφαλάκι μου
πάρε με στην αγκαλιά σου, πάρε με βασανάκι μου…»

Με αφορμή δυο τραγούδια, ένα από τα οποία αυτό που καθιέρωσε κι εκτόξευσε τη Ρένα Στάμου, ο αξέχαστος δημοσιογράφος και ερευνητής-μελετητής του λαϊκού τραγουδιού Πάνος Γεραμάνης αποδίδει θαυμάσια και με ιδιαίτερη ευαισθησία την – κάποιες φορές – αδιάρρηκτη σχέση που δημιουργείται μεταξύ τραγουδιών-καλλιτεχνών και κοινού. Μια σχέση που αντέχει στο χρόνο και μεταλαμπαδεύεται από γενιά σε γενιά, όχι ως αναγκαστική κληρονομιά ή ανάμνηση, αλλά ως ανάγκη, καθώς το κλασικό λαϊκό τραγούδι δεν θα πάψει ποτέ να μιλά στη συνείδηση και τις καρδιές των απλών ανθρώπων, να αποτελεί μέσο έκφρασης, ψυχαγωγίας και καταφυγής.

Γράφει ο Πάνος Γεραμάνης στο βιβλίο του «Η ζωή μου ένα τραγούδι» (εκδ. Καστανιώτη): «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι, τραγούδι του καμηλιέρη» – «Απόψε μ’ εγκατέλειψες, πώς βάσταξε η καρδιά σου». Λόγια από μεγάλα τραγούδια λαϊκά, που σου έρχονται καθημερινά στον νου. Σε γυρίζουν πίσω 50 χρόνια. Κάνουν κύκλους στην σκέψη. Δένουν με γεγονότα, και προβλήματα μισού αιώνα. Δύο γνωστά τραγούδια γεμάτα δύναμη, πάθος, φαντασία, ρυθμό. Η πιο γνήσια μορφή έκφρασης μέσα από απλό λόγο και λιτές μουσικές φόρμες. Τα έχουν παίξει αυθεντικές λαϊκές ορχήστρες. Τα τραγούδησαν ή τα τραγουδούν, τότε και σήμερα, αυθεντικές λαϊκές φωνές. Το «Ένα τραγούδι απ’ τ’ Αλγέρι», τότε, πριν από 49 χρόνια, πρωτοακούστηκε από το περίφημο «Ντούο Χάρμα» (Τόλης και Λίτσα Χαρμαντά). Το έλεγαν πάνω στο λαϊκό πάλκο σε υπαίθριες οικογενειακές ταβέρνες. Ο κόσμος το άκουγε και διασκέδαζε με το λιτό μενού και την μισή οκά κρασί χύμα. Σήμερα το ακούμε από την Ελενίτσα Τσαλιγοπούλου. Το τραγουδάει σε χώρους συναυλιακούς, μικρούς ή μεγάλους. Και στο χέρι κρατάει ένα ποτήρι με βότκα ή ουίσκι. Ύστερα θυμόμαστε την μεγάλη επιτυχία του Στέλιου Χρυσίνη, σε στίχους Χαράλαμπου Βασιλειάδη, «Απόψε μ’ εγκατέλειψες», με την φωνή της Ρένας Στάμου που την συνοδεύουν ο Τσιτσάνης και ο Βούλγαρης. Τα τραγουδούσαν πάντα στο λαϊκό πάλκο. Και ζέσταιναν τις καρδιές τις κρύες νύχτες της ταραγμένης δεκαετίας του ’50. Εδώ και 20 χρόνια όμως το τραγούδι αυτό το ακούμε από την φωνή της Αλεξάνδρας.

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Ρένα Στάμου, Μια εγκυκλοπαίδεια του Ρεμπέτικου» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή), των Νέαρχου Γεωργιάδη – Τάνιας Ραχματούλινα

Δεν είναι μόνο αυτά τα δύο τραγούδια που μας γυρίζουν πίσω δεκαετίες ολόκληρες. Δεν είναι μόδα να τραγουδάνε σήμερα τα παλιά, τα περασμένα. Είναι ανάγκη έκφρασης και της σημερινής γενιάς. Οι νέοι άνθρωποι, ο φοιτητόκοσμος, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, ακόμη και οι κενοί από αισθήματα, παρασυρμένοι και αδιάφοροι γιάπηδες νιώθουν την ανάγκη να εκφραστούν μέσα από τραγούδια λαϊκά που σφράγισαν κάποιες δύσκολες εποχές. Η έκφραση της δημιουργίας των μεγάλων συνθετών και οργανοπαικτών περνάει μέσα από μεγάλες λαϊκές φωνές. Και, όταν οι φωνές αυτές είναι γυναικείες, το ενδιαφέρον μεγαλώνει, αφού η ερμηνεία τους είναι δεμένη απόλυτα με την ευαισθησία. Όσο και αν οι εποχές έρχονται και παρέρχονται, τα μεγάλα λαϊκά τραγούδια, τα ρεμπέτικα ή αυτά που χαρακτηρίστηκαν (και μπορεί να είναι έτσι) αρχοντορεμπέτικα ή ελαφρολαϊκά δεν σβήνουν με το πέρασμα του χρόνου. Δεν αποτελούν μουσικές αναμνήσεις. Λειτουργούν και σήμερα. Είναι οι κρίκοι που ενώνουν τις εποχές, τα χρόνια, τα γεγονότα που έζησαν οι παλιοί και ζουν σήμερα οι νέοι»…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: