Ελένη Μπουσμαλή: Η φωνή που μας ταξιδεύει στο άπειρο… και λίγο πιο πέρα

Μια συνέντευξη που ξεκίνησε συνέντευξη και κατέληξε εξομολόγηση. Ένα κορίτσι που η βαθιά φωνή της σε πάει… στο άπειρο και ακόμα παραπέρα, όπως έγραφε η ταμπέλα του μαγαζιού που καθίσαμε στη Θεσσαλονίκη εκείνο το ηλιόλουστο απόγευμα και μιλήσαμε για τα πάντα, μερικές φορές χωρίς καν να ανταλλάξουμε κουβέντα.

Δύσκολο να μιλήσεις αντικειμενικά για ανθρώπους που συμπαθείς. Την Ελένη τη πρωτοείδα στο Youtube ένα βράδυ ψάχνοντας να ακούσω νέους καλλιτέχνες σε επανεκτελέσεις γνωστών τραγουδιών. Αδιάφορη πάτησα το play και δεν ξέρω πόσες φορές πάτησα και ξαναπάτησα πάνω στα βίντεο της για να ακούσω εκείνη την τόσο βαθιά και ζεστή φωνή της.

‘’Δεν μπορώ τα στημένα.’’, μου έγραψε σε μήνυμα, ‘’ θα πάμε κάπου να τα πιούμε και σου λέω ό,τι θες’’. Λες και θα της έφερνα αντίρρηση εγώ… η εκκολαπτόμενη δημοσιογράφος και μετριότατη μουσικός.

Έφτασα αγχωμένη στο μαγαζί και την περίμενα να τη δω πρώτη φορά από κοντά. Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα πάνω της, όταν τελικά ήρθε, ήταν τα τεράστια φουντωτά μαλλιά της και ένα πλατύ χαμόγελο που πήρε μαζί του το όποιο άγχος. Ποια συνέντευξη; Ένας ατελείωτος διάλογος και ένα αλληλο-άδειασμα ψυχών που δυστυχώς για τους αναγνώστες μας δεν θα γίνει ποτέ γνωστό σε όλη του την έκταση.

Λίγα λόγια ακόμα πριν σας την παραδώσω σε μορφή συνέντευξης… Η Ελένη είναι από τα μαγικά πλάσματα εκείνα που γεννιούνται, έρχονται στην ζωή μας, μας δίνουν και μας παίρνουν και όταν φύγουν, πρέπει να είσαι πολύ δυνατός να αντέξεις την απώλειά τους και να συνειδητοποιήσεις πόσο τυχερός-ή ήσουν που ήρθαν στη ζωή σου. Γίνεται ασυνείδητα μέρος σου, κομμάτι σου στο παζλ που είσαι εσύ… Φεύγεις και την κουβαλάς στη σκέψη σου, στην ψυχή σου, γύρω από το λαιμό σου.

Σου αφήνεται πληθωρικά και απλόχερα, δε διστάζει να στα πει έξω από τα δόντια για τα μούτρα σου και για τα δικά της. Αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να τους εκτιμάμε κατιτί παραπάνω..

Γεννήθηκες το 1990 στη Βέροια, πότε ήταν που η Ελένη πήρε για πρώτη φορά τη κιθάρα στα χέρια της;

Από παιδάκι είχα τρέλα με τα μουσικά όργανα… Στη Βέροια θυμάμαι όταν πηγαίναμε με την οικογένειά μου στα διάφορα πανηγύρια, ζητούσα να μου πάρουν αυτές τις πλαστικές κιθάρες που έχουν στους πάγκους οι μικροπωλητές. Σαν παιδί με τραβούσε, είχα μια ροπή προς τις κιθάρες και σε άλλα διάφορα μικρά οργανάκια που είχα γεμίσει το σπίτι.

Μπήκαν φαντάζομαι κάποια στιγμή οι γονείς στο νόημα ότι έχεις μια έφεση στη μουσική, μετά από τόσες πλαστικές κιθάρες που είχες γεμίσει τον τόπο;

Έτσι ακριβώς! Κάποια στιγμή το πήραν απόφαση και μου αγοράσανε μια κανονική κιθάρα και στην αδερφή μου ένα αρμόνιο.

Ξεκινήσατε Ωδείο οικογενειακώς δηλαδή;

Δεν πήγαμε ποτέ Ωδείο. Έκανα εγώ ότι γρατζουνούσα την κιθάρα αλλά τίποτα σπουδαίο. Κάπου στο Λύκειο έκανα το παράπονο στη μητέρα μου, ότι μου πήρε κιθάρα αλλά δε μ’ έστειλε Ωδείο ώστε να μάθω. Εκείνη τηλεφώνησε αμέσως σε μια καθηγήτρια κλασικής κιθάρας και έτσι έκανα κάποια μαθήματα, αλλά δεν έβρισκα ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο να διαβάσω, να σου πω την αλήθεια..

Παρότι είχες γεμίσεις τύψεις τη μητέρα σου ώστε να μάθεις κιθάρα;

Ναι, έχεις δίκιο…(γελια). Αλήθεια είναι παρά το συναισθηματικό εκβιασμό… Βαριόμουν ειλικρινά τις παρτιτούρες, τις νότες, το πεντάγραμμο, όλα του Ωδείου και το είχε καταλάβει αυτό η καθηγήτρια, οπότε προσπαθούσε να μη με πιέζει προς αυτό. Μου έπαιζε τα τραγούδια, τα άκουγα και τα έπαιζα με το αυτί κάνοντας πως διαβάζω. Στο τέλος του κάθε μαθήματος μου έδειχνε κάποιες συγχορδίες και είχα μια σχετικά καλή αίσθηση του ρυθμού, οπότε μετά έπαιζα τραγούδια που μου επέλεγα. Το πρώτο τραγούδι που έπαιξα στην κιθάρα και το επέλεξε η δασκάλα ήταν στο πρώτο μάθημα και ήταν του Παύλου Σιδηρόπουλου, το ‘’Ο Μπάμπης ο Φλού’’.

Ακούω πολύ συχνά το ίδιο πράγμα και από άλλους καλλιτέχνες, σχετικά με το Ωδείο και τις μεθόδους εκμάθησης μουσικής μέσα από αυτό… Πιστεύεις ότι το Ωδείο επιμένοντας στην τεχνική δίνει τελικά λιγότερο βάρος στην ανάπτυξη ενός μουσικού αισθητηρίου και της ελεύθερης δημιουργικότητας ή είναι λόγω ηλικίας που επαναστατούμε απέναντι σε οποιαδήποτε πειθαρχία;

Δεν έχω περάσει από Ωδείο οπότε δεν γνωρίζω πόσο καλό ή κακό μπορεί να κάνει σαν αποτέλεσμα. Έχω διαπιστώσει όμως ότι όσο περισσότερο κάποιος μένει στα του Ωδείου και είναι και λίγο παραπάνω ανασφαλής, μπορεί να υπερτερεί σε τεχνική και θεωρητικές γνώσεις, αλλά ίσως χάνει στην έκφραση και στην ελευθερία του παιξίματός του. Μπορεί δηλαδή τεχνικά να είναι άψογος, η ψυχή του όμως να δυσκολεύεται να αναδυθεί. Έ, τι να το κάνεις αυτό; Σαφώς δεν υπάρχει κανόνας και συνταγή και η κάθε περίπτωση μπορεί να είναι ξεχωριστή. Σε ό,τι αφορά την πειθαρχία… Έτσι και αλλιώς δεν ήμουν ποτέ από τα πειθαρχημένα άτομα στη ζωή, με μια έννοια στρατιώτη, σε όλους σχεδόν τους τομείς, όχι μόνο στη μουσική. Βέβαια έλλειψη πειθαρχίας δε σημαίνει και έλλειψη κοπιάσματος! Η ηλικία σίγουρα θα παίζει κάποιο ρόλο, αλλά κυρίως είναι θέμα χαρακτήρα.

Έτσι είναι.. Τουλάχιστον σαν παιδί του Ωδείου μπορώ να το επιβεβαιώσω…

Το είπαμε και πριν αυτό, χωρίς την παρτιτούρα σου, είσαι χαμένη (γέλια). Ευτυχώς το γλίτωσα αυτό…

Χωρά πολλή συζήτηση για το τι είναι τελικά σωστός ή λάθος τρόπος σε ό,τι αφορά την εκμάθηση της μουσικής. Ναι, εμείς παίζουμε χωρίς ‘’ψυχή’’ επειδή το μυαλό μας απορροφάται από την τεχνική, αλλά πολλοί μουσικοί που έμαθαν να παίζουν με το αυτί, συχνά μένουν στάσιμοι και παίζουν ξανά και ξανά το ίδιο ρεπερτόριο σε αντίθεση με τα παιδιά του Ωδείου που μπορούν, ‘’θεωρητικά’’ να εξελιχθούν…

Τι ήταν αυτό τώρα υπεράσπιση των Ωδείων; (γέλια). Ναι, αυτό είναι αλήθεια. Αυτό είναι το λάθος που συμβαίνει με κάποιους μουσικούς που μαθαίνουν εκτός Ωδείου. Εγώ μετά από μερικά μαθήματα νόμιζα πως ήξερα να παίζω. Με δύο ακόρντα έγραφα και κάτι σαχλοτράγουδα και νόμιζα πως κάτι έκανα. Παρεμπιπτόντως, εντάξει, είναι άδικο να λέμε πως οι του Ωδείου παίζουν χωρίς “ψυχή”. Απλά σε περιπτώσεις μερικοί έχουν μια παραπανίσια ανασφάλεια όπως προείπα και αναφέρομαι στις πιο γήινες καταστάσεις, γιατί υπάρχουν άπειροι μουσικοί που έχουν πάει σε άλλα λέβελ.

Παρόλα αυτά επειδή μιλήσαμε πριν για πειθαρχία… Τίποτα δεν γίνεται δίχως αυτή, ανεξάρτητα με τη μορφή που της δίνεις, ακόμα και εκτός Ωδείου. Θυμάμαι να παίζω μουσική, αυτά τα λίγα που είχα μάθει, 5 ώρες τη μέρα. Το πεντάγραμμο το είχα για “πέταμα”, αλλά αυτό που ένιωθα όταν έπαιζα, είναι απερίγραπτο… Ήθελα να μάθω και έβαζα τον εαυτό μου στη διαδικασία αυτή με μεγάλη χαρά.

Πότε αισθάνθηκες έτοιμη να παίξεις μπροστά σε κοινό και να έχεις απολαβές από τη μουσική;

Πρώτη φορά έπαιξα στην Πάτρα σε ένα μπαράκι. Αν ήμουν εγώ ο ιδιοκτήτης, δεν θα με ήθελα στη σκηνή του. Δεν ακουγόμουν!

Πώς έφτασες από τη Βέροια στην Πάτρα;

Είχα κατέβει για μεταγραφή σε μια ομάδα χάντμπολ. Και επιμένω, στο μπαράκι που δούλεψα τότε, ήμουν χάλια.

Και πώς από το Νότο ξανανέβηκες στο Βορρά; Στη Θεσσαλονίκη συγκεκριμένα;

Πρώτα γύρισα στη Βέροια. Δούλεψα λίγο καιρό στην οικογενειακή επιχείρηση, αλλά γρήγορα κατάλαβα πως δεν μπορούσα να χαρώ με αυτήν την κατάσταση. Οπότε αφού το δούλεψα λίγο καιρό στο μυαλό μου, ανακοίνωσα στην οικογένεια το φευγιό μου. Σημαντικό να αναφέρω πως στηρίξανε ηθικά αυτή μου την απόφαση.

Πότε ξεκίνησες τις εμφανίσεις σου στη Θεσσαλονίκη;

Το 2012 έκανα παρέα με μια φίλη, με την οποία παίζαμε μουσική στα καμπινγκ και σε διάφορες τέτοιες χαλαρές φάσεις. Με την κοπέλα αυτή δημιουργήσαμε το πρώτο συγκρότημα με την ονομασία ‘’Σπασμένα τακούνια’’. Έχει πλάκα το πώς ξεκίνησε η ιστορία μας γιατί η απόφαση ήταν ξαφνική και βασιζόταν σε ένα, ας το πούμε, ψέμα. Έχω βγάλει τη Νεφέλη (το σκύλο μου) βόλτα και βλέπω μπροστά μου ένα ταβερνάκι. Μπαίνω λοιπόν μέσα κυρία και λέω στην ιδιοκτήτρια ότι έχουμε ένα ντουέτο, ότι παίζουμε μουσική και αν θα την ενδιέφερε να βάλει μουσική στο μαγαζί της. Έτσι και παίξαμε.

Η κοπέλα τι μουσικό όργανο έπαιζε;

Ήξερε λίγο πιάνο και της έδειξα ό,τι ήξερα στην κιθάρα. Και πάλι οφείλω να πω ότι δεν ήμασταν πολύ καλές, ωστόσο είχαμε 2 μεροκάματα την βδομάδα γιατί όπως και να το κάνουμε, δύο κοπέλες έχουν μια χι πέραση. Σε αυτό το μαγαζί, παίζαμε όλη τη σεζόν κάθε Τρίτη. Κάναμε κυριολεκτικά πάρτι, ωραία γλέντια… Χωρίς μικρόφωνα φυσικά. Δεν ξέραμε ούτε τι είναι καλώδιο.

Και έτσι με τη συνεχή τριβή και απασχόληση βελτίωσες το παίξιμό σου και παίζεις σήμερα τόσο καλά…

Όχι τότε ακόμα το παίξιμό μου δεν ήταν καθόλου καλό… Συνάντησα έναν μπουζουξή, τον Κώστα Παπασταματίου, ο οποίος την κοπάνησε από αυτόν τον κόσμο. Θυμάμαι με είχε ακούσει από έναν κοινό γνωστό, για μια συνεργασία που δεν έκατσε και μια μέρα μου τηλεφώνησε για να δουλέψουμε μαζί. Βέβαια μετά από καιρό και όταν πια η φιλία μας έγινε αδερφική, μου είπε ότι τότε που μου τηλεφώνησε ήμουν η τελευταία του λύση, γιατί έπρεπε να κλείσει τη δουλειά και εκείνο το διάστημα δεν έβρισκε κιθαρίστα για να πάει. Δηλαδή η συνεργασία στην αρχή έγινε με βαριά καρδιά. Αυτός λοιπόν ο άνθρωπος με έστρωσε που λέμε. Ατελείωτες πρόβες, να μου δείξει όλα όσα ήξερε, πώς να ακούω, πως να βγάζω τραγούδια. Σε ένα μήνα είχα μάθει απ’ έξω πάνω από 80 τραγούδια και στίχους και παικτικά.

Θα ‘θελες να μου πεις μερικά λόγια γι’ αυτόν τον άνθρωπο που σε έστρωσε όπως λες;

Τι να πρωτοπώ για το Κώστα; Η απώλειά του είναι μεγάλη. Μπορώ να μιλώ ώρες. Αν ήταν κάρβουνο, θα ήταν πάντα αναμμένο. Πέρα από μουσικός ήταν και εξαιρετικός ζωγράφος. Μιλούσαμε για τη ζωγραφική, για τους ζωγράφους που θαύμαζε, για το πόσο σημαντικό είναι να νιώθεις, να συναισθάνεσαι. Με στιγμάτισε πραγματικά. Σαν άνθρωπο πρώτα και έπειτα ως καλλιτέχνη. Αν μπορώ να αποκαλέσω τον εαυτό μου έτσι.

Σε έχει επηρεάσει αυτή η ξαφνική φυγή του;

Πολύ… Ήταν άνθρωπος ο Κώστας που όσο ρουφούσε τη ζωή, άλλο τόσο μπορούσε και έδινε… Ξέρεις το ένιωθε και ο ίδιος ότι θα μας άφηνε. Βιαζόταν. Θυμάμαι να λέει ‘’Κολλητή, εμείς ότι κάνουμε με τις μουσικές μας εδώ και τώρα, εγώ δεν έχω άλλο χρόνο να χάσω‘’. Μια μέρα μετά από λάιβ και πίνοντας το ουισκάκι της αποσυμπίεσης, τον τσιγκλούσα, ότι δεν έγραψε μισό τραγούδι τόσα χρόνια και πως μόνο λόγια είναι και του λέω ’’Εσύ ρε Κώστα γράψε κάτι και ας μιλάει ακόμα και για μπουρμπουλήθρες.” Το ίδιο βράδυ μου ήρθε μήνυμα με τους στίχους του τραγουδιού και τίτλο “Οι μπουρμπουλήθρες”. Και ήταν αριστούργημα! Όσων αφορά στη φυγή του κι εκεί κάτι μου έμαθε. Ο θάνατος παρόλο που είναι το μόνο δεδομένο σ’ αυτό που λέμε ζωή, σε σοκάρει. Από την άλλη, όταν χάνεις τόσο δικούς σου ανθρώπους, σαν να απαλύνεται, σαν να απομυθοποιείται κάπως η ιδέα του, σαν να σε παρηγορεί, ίσως ξανασυναντηθείς, ίσως ελευθερώθηκε απ’ τη σωματική του φυλακή και σου δίνει μια ελπίδα, ότι δεν είναι και τόσο άσχημα τα πράγματα επειδή πονάς, ποιος ξέρει.

Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο και για τους τωρινούς σου συνεργάτες; Τις δύο Σοφίες που αποτελείται όπως λέτε ‘’Τα τρία μπουκλάκια‘’;

Τα τρία μπουκλάκια είναι ένας χιουμοριστικός τίτλος που δώσαμε σε μια εμφάνισή μας στη Θεσσαλονίκη. Μας ζητήθηκε όνομα για την εκδήλωση και επειδή έχουμε και χιούμορ και μπούκλες, ορίστε. Οι βασικοί μου συνεργάτες και συνεργάτισσες είναι η Σοφία Βουλγαρίδου στο ακορντεόν, η Σοφία Καλπουρτζή στο πιάνο, ο Κωνσταντίνος Γκούβας στο μπουζούκι και ο Αντώνης ο Πασαλής στα τύμπανα. Με τις δυο Σοφίες γνωριστήκαμε σε ένα λάιβ μου, στον ίδιο χώρο που είμαστε και τώρα εμείς. Αφού λοιπόν εκτιμηθήκαμε μουσικά και κυρίως σαν άνθρωποι, αποφασίσαμε από κοινού σε μια συνεργασία. Έδεσε το γλυκό, η καθεμιά έχει ένα σημαντικό ρόλο και το πράγμα ρολάρει. Το σημαντικό για μένα είναι να μπορώ να κάνω και παρέα με τους συνεργάτες μου, να επικοινωνούμε σε ένα βαθμό, να νιώθουμε και να εκπέμπουμε περίπου στο ίδιο μήκος κύματος και αυτό το έχουμε καταφέρει.

Να πούμε και δύο λόγια για τους άνδρες συνεργάτες σου το ντράμερ Αντώνη Πασαλή και το μπουζουξή Κωνσταντίνο Γκούβα;

Τον Αντώνη τον γνώρισα μέσω μιας άλλης συνεργάτιδάς μου και φίλης της Βάσως Μπότη και μέσω αυτού τον Κωνσταντίνο. Όπως σου τα είπα για τις δυο Σοφίες, τα ίδια ισχύουν και για τα παιδιά. Είναι σαν ευλογία, είναι όλοι εξαιρετικά παιδιά και γενικά με όλους όσους έχω συνεργαστεί πέρα απ’ τη σημερινή ομάδα, όπως η Ζωή η Αράπογλου, ο Θέμης ο Παπαμηνάς, η Μαρία η Άρνη και άλλοι. Φυσικά για να μην νομίζεις ότι ωραιοποιώ, εντάσεις υπάρχουν, είναι όπως συμβαίνει και με τις οικογένειες, αλλά δεν μένουμε σε αυτό, γιατί είναι μέσα στο παιχνίδι. Σημασία έχει όταν είσαι στη σκηνή ή στο ταβερνάκι ή όπου παίζεις, να κοιτάς δίπλα σου και να χαίρεσαι που βλέπεις και ακούς αυτούς που επέλεξες και σε επέλεξαν και φυσικά για να μην ξεχνιόμαστε, να μπορείς να πιεις ένα τσιπουράκι μαζί τους και να το ευχαριστηθείς. Αυτά είναι κριτήρια (γελιο).

Στο καινούργιο δίσκο που ετοιμάζεις θα συμμετέχουν και άλλοι καλλιτέχνες και μουσικοί εκτός από τα παιδιά που αναφέραμε ήδη; Αν ναι ποιοι είναι;

Στο δίσκο δεδομένου πως θα παίξουν τα παιδιά, θα συμμετέχουν και άλλοι μουσικοί όπως ο Νίκος ο Χρηστίδης που έχει αναλάβει και την ενορχήστρωση, ο Δημήτρης Γουμπερίτσης στο κόντρα μπάσο, η Ιωάννα Κουρκούδιαλου στο βιολί και άλλοι τους οποίους δεν τους αναφέρω γιατί με βοήθησε ο Νίκος στο να τους βρούμε, αλλά δεν τους έχω γνωρίσει ακόμα.

Ποιος έχεις γράψει στίχους και μουσική;

Ο δίσκος θα συμπεριλαμβάνει 11 τραγούδια σε δικούς μου στίχους και μουσική.

Υπάρχει κάποιο τραγούδι που έχει ξεχωρίσει ήδη και σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για σένα;

Αυτό θα φανεί μετά την κυκλοφορία του δίσκου. Πάντως για μένα, επειδή δεν γράφω εμπορικά, αλλά όταν κάτι με ταράζει, όταν κάτι γίνεται τριγύρω και το παρατηρώ, λέω την αλήθεια μου δηλαδή, όλα σημαίνουν και από κάτι. Είναι μια φωτογραφία κάθε περιόδου, γυρνάς, τη βλέπεις και λες τότε ήμουν εκεί, γινόταν αυτό. Πώς να ξεχωρίσεις; Άσε που αν ήμουν τραγούδι, ανάμεσα σε τόσα δε θα ήθελα η “μαμά” μου να ξεχωρίσει κάποιο απ’ τα “παιδιά” της. Καταραμένη ζήλια! (γέλια)

Έχεις κάποιο αγαπημένο τραγούδι ή στίχο τραγουδιού που όποτε τον ακούς νιώθεις ότι μιλά αποκλειστικά για σένα;

Πολλά αγαπημένα! Αυτό το κάνουν τα τραγούδια ε; Νομίζεις ότι γράφτηκαν για να σε περιγράψουν. Οι βραδινές περιπολίες μου ήρθαν πρώτα στο μυαλό, του Άλκη Αλκαίου με το Μάλαμα. Το Παπάκι του Άσιμου. Η πίκρα σήμερα του Γκάτσου και του Χατζιδάκι. Οι μοίρες της Νικολακοπούλου με τον Κραουνάκη. Είναι ατελείωτα.

Με ποιόν αγαπημένο καλλιτέχνη θα ‘θελες κάποια στιγμή να συνεργαστείς;

Έχω πολλούς που εκτιμώ και δεν αναφέρομαι μόνο στους πολύ γνωστούς. Είναι όμως τόσοι, που είναι πιο εύκολο να κατονομάσω με ποιους δεν θα ήθελα. Για παράδειγμα με το Σφακιανάκη δε θα συνεργαζόμουν ακόμα και αν μου έταζαν τον ουρανό με τ’ άστρα.

Υπάρχουν διακρίσεις στο χώρο επειδή είσαι γυναίκα καλλιτέχνης;

Όπως και να χει, για να βρίσκεσαι στο χώρο και να μπορείς να αντεπεξέρχεσαι, μια κάποια αξία καλλιτεχνική την έχεις. Κάτι κάνεις καλά, έστω για ένα μερίδιο ανθρώπων. Άλλωστε δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλους και δεν είναι και αυτό το νόημα. Όπως σε κάποια επαγγέλματα υπερτερεί το να είσαι άντρας (βλέπε ποιοι κατέχουν σε ποσοστά διευθυντικές θέσεις σε επιχειρήσεις κλπ), σ’ αυτόν το χώρο αν γνωρίζεις κάποιο μουσικό όργανο και τραγουδάς αξιοπρεπώς και αν είσαι και γυναίκα έχεις ένα συν. Ο λόγος πιστεύω είναι γιατί δεν είναι ό,τι πιο συνηθισμένο. Το στερεότυπο ότι οι άντρες είναι συνήθως οι οργανοπαίκτες και οι γυναίκες τραγουδούν. Βέβαια μου έχει συμβεί και το αντίθετο αλλά πιο σπάνια. Μαγαζάτορας να μιλάει με τον συνάδελφό μου και να υποτιμά εμφανέστατα την ύπαρξή μου. Το διασκεδάζαμε όμως με τον Κώστα και τους θαμώνες μας, δεν μας πτόησε.

Θα μπορούμε να σε δούμε και να ακούσουμε τη φωνή σου αυτό το καλοκαίρι;

Υπάρχουν κάποιες σταθερές ημέρες στη Θεσσαλονίκη, αλλά μιας και καλοκαιριάζει θα ανοιχτούμε στις παραθαλάσσιες περιοχές όπως στη “Σαντηχαλκιδικηδενεχει”. Συνήθως ανακοινώνονται εγκαίρως στη σελίδα μου στο Facebook.

Για κλείσιμο, θα ‘θελες να πεις κάτι στους αναγνώστες της Κατιούσας;

Καταρχάς θα δώσω εικόνα για το μπακ στέιτζ. Ήταν εξτριμ συνέντευξη μερακλήδικη, με τσιπουράκι και μεζέ, με συγκινήσεις, γέλια και απ’ όλα και σ’ ευχαριστώ πολύ. Θα κλείσω με ένα στίχο που μου αρέσει πολύ, του Άλκη Αλκαίου ” Άλλος γυρεύει βάλσαμο κι άλλος πληγή, είν’ οι αληθείς όσοι οι άνθρωποι στη γη.”. Και όπως έλεγε και ο Παπασταματίου, να νιώθετε!

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: