Δώρα Χρυσικού:”Δε νοείται αγώνας που σε αφορά και γίνεται εξ ονόματός σου χωρίς εσένα”.

Δώρα Χρυσικού: “Τα κονδύλια για το προσφυγικό είναι ικανά να καλύψουν μια ανθρώπινη διαβίωση για αυτούς τους ανθρώπους, αντ’ αυτού έχουμε Μόριες και εγκλωβισμένες ζωές. Είναι το απόλυτο όνειδος, όποιος δεν το παραδέχεται εθελοτυφλεί ή έχει άλλους σκοπούς”

Η στήλη “Γυναίκες στην Κατιούσα” με τη Filio Magenta και την Μαρία Παρέντη, συνάντησε την πρώην “αφορισμένη” Δώρα Χρυσικού, στο Bios σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη.

Η συνάντησή σου με το Θόδωρο Αγγελόπουλο σου κόστισε έναν αφορισμό. Μίλησέ μας για τη συνεργασία μαζί του, ε πες μας και κάτι για τον αφορισμό.

Ο αφορισμός ήταν τιμή για μένα, ούτως ή άλλως εγώ δεν πιστεύω, ούτε και η οικογένειά μου. Ο τότε αφορισμός μου, δεν είχε να κάνει στην πραγματικότητα καθόλου με την ίδια την πίστη. Ήταν ένα παιχνίδι εξουσίας και κόντρας που είχε ο θρήσκος και εθνικιστής μητροπολίτης της πόλης, ο Αυγουστίνος ο Καντιώτης με τον Αγγελόπουλο, τον οποίο θεωρούσε εισβολέα στο τσιφλίκι του. Ουσιαστικά αυτός ήταν ένας άνθρωπος που θεωρούσε πως η πόλη- η Φλώρινα- του ανήκε το ‘90-’91, που γυριζόταν η ταινία. Πρόκειται για μια πόλη ακριτική, κοντά στα σύνορα, επί της ουσίας για μια πόλη κομμένη στα δύο. Από τη μία άνθρωποι απόλυτα θρησκόληπτοι και συντηρητικοί, από την άλλη άνθρωποι ανοιχτών οριζόντων, καλλιτέχνες, καθηγητές, προοδευτικοί. Αυτό το “μοίρασμα” λοιπόν της πόλης, το αντιμετωπίσαμε κι εμείς. Έχω δει σε πλακάτ τον εαυτό μου, σε φωτογραφία, να παίρνω τα τριάντα αργύρια της προδοσίας, με έχουν σύρει μαυροφορούσες μέσα στο χιόνι, την ώρα που περπατούσα στην πόλη. Και ήμουν παιδί, στα δεκατέσσερά μου χρόνια! Έχω δει να πετροβολούν το σκηνικό, έχω ακούσει να χτυπάνε πένθιμα οι καμπάνες, να συκοφαντούν τις οικογένειες του Θόδωρου και όλων των συντελεστών. Αντιθέτως, έχω ζήσει ανθρώπους να μας ανοίγουν τα σπίτια τους, να μας φέρνουν φαγητό, να μας φροντίζουν. Έχω κρατήσει φίλους από τότε. Επρόκειτο στην ουσία, για μια προφητική ταινία. Μιλούσε για τα ανοιχτά σύνορα, για τους πρόσφυγες. Η πόλη γεωγραφικά ήταν η Φλώρινα, όμως στην ταινία ήταν μια πόλη χωρίς όνομα, η οποιαδήποτε πόλη. Ονομαζόταν “αίθουσα αναμονής”, γιατί σε αυτήν κατέφευγαν και περίμεναν οι πρόσφυγες , μέχρι να ανοίξουν τα σύνορα και να περάσουν για να γυρίσουν στις πατρίδες τους, οπότε ο Καντιώτης θεώρησε ότι η ταινία είναι ανθελληνική, αντιχριστιανική. Παρόλα αυτά, αυτό δεν έπιανε τον παλμό του κόσμου εκείνη την περίοδο, δεν αφορούσε κανέναν, οπότε χτύπησε το κοινό αίσθημα διαδίδοντας ότι πρόκειται περί πορνογραφίας. Τον αφορισμό δεν μπορούσα να τον αντιληφθώ, αντιλαμβανόμουν τα “απόνερά του”. Δε σήμαινε τίποτα για μένα. Το περίεργο ήταν ότι τον μεγέθυναν τα μέσα. Δεν θα ξεχάσω ένα τρομερό τετρασέλιδο στον Ταχυδρόμο τότε, από μια δημοσιογράφο, με τον βαρύγδουπο τίτλο “Ο έκπτωτος άγγελος του Αυγουστίνου”, με σχόλια του τύπου το 14χρονο που το πετάνε στο ποτάμι, το βιάζουν και διάφορα τέτοια. Ξαφνικά έγινα ορατή, με τρόπο άσχημο κι αταίριαστο.

Εξακολουθείς να είσαι αφορισμένη;

(Γελάει) Όχι, δυστυχώς έχει αρθεί ο αφορισμός, παιδιά. Κάποια στιγμή, γύρω στο 2009, έλαβα ένα επίσημο τηλεφώνημα από την Ιερά Σύνοδο, που με ενημέρωνε για την άρση του. Αστεία πράγματα.

Ήταν ο πρώτος σου ρόλος, πώς σε βρήκε ο Αγγελόπουλος;

Από οντισιόν. Έψαχνε καιρό. Είχε μία αγγελία, στην οποία ζητούσε φυσιογνωμικά ένα πολύ συγκεκριμένο τύπο. Ήρθα πέντε φορές από τη Γερμανία, όπου και πήγαινα σχολείο, για την οντισιόν. Στις φίλες μου εκεί, έλεγα πως πάω να κάνω γυρίσματα στην Φλόριντα! Τι Φλώρινα, τι Φλόριντα! Δεν ήξερα καν πού βρίσκεται η πόλη, παιδάκι ήμουν.

Ο ίδιος ο Αγγελόπουλος πώς ήταν, θυμάσαι;

Θυμάμαι τα πάντα. Με στιγμάτισε. Ήταν μέσα στους τρεις άντρες, που με σημάδεψαν. Ο ένας ήταν ο πατέρας μου, ο δεύτερος ένας φίλος της μητέρας μου και ο τρίτος ο Θόδωρος. Έχουν φύγει δυστυχώς και οι τρεις από τη ζωή, παρόλα αυτά λειτουργούν σαν βαρόμετρο για μένα. Ο Αγγελόπουλος δεν είχε καμία σχέση με αυτό που λέμε μέσο άνθρωπο. Όλη του η ζωή ήταν εικόνες, ποίηση. Ήταν φειδωλός στα λόγια, παρόλα αυτά σου μετέδιδε με ένα τρόπο μαγικό αυτή του τη μεγαλοσύνη. Ήταν ένα συγκεκαλυμμένα τρυφερό, άτομο. Έβλεπε πολύ μπροστά από την εποχή του. Με μένα υπήρξε πολύ γενναιόδωρος. Κρατήσαμε επαφή μέχρι το τέλος. Κάθε φορά που τον συναντούσα, ήταν σαν να αναβίωνα αυτή την τρυφερή ηλικία των 14. Θυμάμαι μια τρομερή σκηνή, πολύ περίεργη για μένα, που η νεαρή προσφυγοπούλα που υποδυόμουν, κοιτιέται με τον πρωταγωνιστή, τον ακολουθεί και μπαίνουν σε ένα δωμάτιο. Φαίνεται μια γυμνή πλάτη και μια τροχιά του κεφαλιού, που ακολουθεί ένα χέρι. Είχα πάει και του είχα πει “Κύριε Θόδωρε”, έτσι τον έλεγα, “εγώ δεν καταλαβαίνω τι κάνουν αυτοί οι δύο , αυτή δεν τον ξέρει αυτόν, τι πάει και κάνει μόνη της μαζί του στο δωμάτιο”. Να σημειωθεί ότι μέχρι τότε δεν είχα καν φιλήσει αγόρι. Και μου είχε πει “Δεν μπορώ να σου περιγράψω λογικά αυτό που συμβαίνει, αλλά θα ήθελα να το είχα ζήσει ο ίδιος”. Με έναν τρόπο, έτσι μοιράστηκε μαζί μου μια πολύ προσωπική στιγμή. Άνοιγε δρόμους στους ανθρώπους. Αυτή η ξεγνοιασιά που είχα τότε, που λόγω ηλικίας δεν αντιλαμβανόμουν το μεγαλείο ούτε του ίδιου του Αγγελόπουλου, ούτε του Μαστρογιάννη που έπαιζε στην ταινία, μου έκανε καλό σε εκείνη τη φάση. Ήταν σαν να ήμουν η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. Βέβαια δεν την ξανάνιωσα ποτέ επαγγελματικά.

Πώς αποφάσισες να γίνεις ηθοποιός;

Δεν ήθελα να γίνω ηθοποιός, χορεύτρια ήθελα να γίνω. Η ταινία με έκανε να το επιλέξω, καθώς συνέπεσε με μια πολύ τραυματική εμπειρία. Αρρώστησα και έπρεπε να εγκαταλείψω τη Γερμανία, στην οποία ήμουν με υποτροφία και να γυρίσω στην Ελλάδα. Είδα την ταινία σε εκείνη τη φάση, σαν κάτι που με έσωσε από μια βαθύτατη θλίψη, επειδή έπρεπε να εγκαταλείψω κάτι άλλο που μέχρι τότε ήταν όλη μου η ζωή. Προσπαθούσα να διατηρήσω μια κανονικότητα, που είχε ήδη διαταραχθεί. Έκανα χορό από τριών ετών και ξαφνικά γύρισα στο παλιό μου σχολείο, οι συμμαθητές μου δεν με έβλεπαν όπως παλιά, έπρεπε να διαβάσω σαν παλαβή για να μην χάσω την τάξη, ενώ εγώ είχα ανάγκη να πιαστώ από κάπου. Μπήκα στο θεατρικό όμιλο του σχολείου. Μετά έδωσα εξετάσεις στο Θέατρο, πέρασα, αλλά ήθελα σώνει και ντε να φύγω από τη χώρα. Κυρίως ήθελα να φύγω από το σπίτι.

Άρα ωρίμασες βίαια καλλιτεχνικά;

Επί της ουσίας νομίζω δεν ωρίμασα ποτέ. (γελάει) Απλώς μεταπήδησα βίαια σε κάτι καλλιτεχνικό, από μια απόλυτα σίγουρη κατάσταση που ήταν ο χορός, από μια σχεδόν στρατιωτική ζωή. Την υποκριτική νομίζω, δεν την αγάπησα ποτέ όσο το χορό κι ας μου φέρθηκε καλά. Τίποτα δεν αγάπησα όσο το χορό…Για αυτό καμιά φορά με κρίνω η ίδια ως τεμπέλα ηθοποιό, όταν με συγκρίνω ως χορεύτρια, που δεν ηρεμούσα ποτέ. Μετά το χορό, βέβαια, για χάρη του οποίου είχα στερηθεί πολλά, αποφάσισα να ζήσω τα πάντα ελεύθερα και χωρίς ανάσα. Να βγαίνω, να τρώω, να πίνω, να κάθομαι ρε παιδί μου, χωρίς να προπονούμαι. Να είμαι άνθρωπος με ρωγμές, με χαρακιές.

Στο “Μετέωρο βήμα του πελαργού”, υποδύεσαι μια προσφυγοπούλα. Θα λέγαμε πως όντως λειτούργησε προφητικά η ταινία, μιας και χρόνια αργότερα, όχι μόνο θα φιλοξενήσεις στο σπίτι σου πρόσφυγες, αλλά και θα σταθείς αλληλέγυα νυχθημερόν, δίπλα στους πρόσφυγες για μεγάλη περίοδο.

Όχι, δεν έχει να κάνει με την ταινία. Αφορά τη στάση ζωής μου. Η θέση μας βρίσκεται δίπλα στον άνθρωπο. Είμαι, ας το πούμε τυχερή, καθότι μου χαρίστηκε μια άνετη θα τη λέγαμε, ζωή. Το είδα ως δώρο και τα δώρα τα μοιραζόμαστε. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι μεγαλοαστικό, έμενα σε προάστιο. Συνειδητά, από πολύ νωρίς, γύρισα την πλάτη μου σε αυτό το περιβάλλον. Είμαι, αν θέλετε, αποστάτρια της τάξης μου και χαίρομαι πολύ για αυτό. Καταλάβαινα από παιδί ότι αυτό που λέμε ταξική διαφορά, είναι ένα μεγάλο λάθος, μια τρομερή αδικία. Δεν ήθελα να αποτελώ μέρος του, ένιωθα πως κάτι έπρεπε να κάνω για αυτό. Δεν μου αρκούσε να είμαι εγώ καλά. Ήταν χρέος λοιπόν, να σταθώ στο πλευρό των προσφύγων, στο πλάι τους ,όχι από πάνω από αυτούς. Το θέμα δεν ήταν να μας έχουν ανάγκη, άλλωστε πολύ συχνά θεωρώ πως εκείνοι μας βοήθησαν περισσότερο από όσο εμείς αυτούς. Αφήστε που κι εγώ στη ζωή μου έχω ζήσει την καλοσύνη των ξένων. Υπήρξα παιδί μόνο, σε ξένη χώρα. Υπό άλλες συνθήκες, προς θεού, δεν με έφερε εκεί ο πόλεμος, αλλά δεν θα ήθελα να με βλέπουν ξενοφοβικά στις χώρες που έζησα ολομόναχη. Κόσμος με έβαλε στο σπίτι του και με καλοδέχτηκε, αυτό διέσωσε την παιδικότητά μου. Ε, το ίδιο είχε έρθει η ώρα να κάνω κι εγώ. Ο Χασάν, λοιπόν από τη Συρία και ο Ραχίν από το Αφγανιστάν, έμειναν μαζί μου για κάμποσο καιρό. Ο πρώτος, με το πρόγραμμα ανταλλαγής βρίσκεται τώρα στη Γερμανία. Ο Ραχίν, δούλεψε μια περίοδο ως μεταφραστής, όμως η αίτηση ασύλου την οποία υπέβαλε, απορρίφθηκε. Απογοητεύτηκε πολύ. Την περίοδο που βρέθηκε στο λιμάνι, έπιασε φιλίες με δύο ακτιβιστές Ισπανούς από τη Βαρκελόνη, οι οποίοι τον συμπάθησαν πολύ, τον έγραψαν στο Πανεπιστήμιο εκεί και μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες, κατάφεραν να τον πάρουν μαζί τους στην Ισπανία, βγάζοντάς του χαρτιά. Τώρα είναι φοιτητής στο Πανεπιστήμιο τουΜπιλμπάο. Βέβαια, αυτές ήταν όπως ξέρετε καλά, φωτεινές εξαιρέσεις, δεν είχαν τέτοιες τύχες οι πρόσφυγες γενικά. Πόσο μάλλον τη στιγμή που μιλάμε που το προσφυγικό διανύει την χειρότερή του περίοδο.

Θεωρείς ότι κατά κάποιο τρόπο κάναμε λάθος, όσοι τρέξαμε αυθόρμητα να στηρίξουμε τους πρόσφυγες, υποκαταστήσαμε την πολιτεία και με κάποιο τρόπο κάναμε τη χάρη στο κράτος να δουλέψουμε δωρεάν για χάρη του;

Ναι, το πιστεύω με βεβαιότητα αυτό. Εγώ προσωπικά έχω τεράστια πικρία και οργή για την τροπή του προσφυγικού. Κατάλαβα μέσα από αυτή την εμπειρία ότι ήταν όλο ζήτημα πολιτικής και διπλωματίας. Όλο αυτό το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης, με ένα τρόπο διευκόλυνε πάρα πολύ την απραξία των πολιτικών. Όχι μόνο, τους επέτρεψε να μην κάνουν τίποτα, αλλά και να έχουν το θράσος να καρπώνονται δράσεις που προήλθαν από το αυθόρμητο κίνημα, σαν δικές τους πρωτοβουλίες. Θα μου πείτε, θα βάλεις φρένο στο αίσθημα ενός ανθρώπου που θέλει να βοηθήσει, που βλέπει μωρά να πνίγονται και πέφτει να τα σώσει; Όχι, δεν γίνεται, αλλά με θύμωσε που καλύψαμε έστω και άθελά μας, όλη αυτή την υποκρισία και την ανικανότητα μιας ηγεσίας που γελά στις πλάτες μας. Αφήστε που μας στοχοποίησαν κι από πάνω, μας κατακρεούργησαν. Όποτε τολμήσαμε να μιλήσουμε για την αναλγησία του εκάστοτε υπουργού, κατηγορηθήκαμε δημόσια ως συκοφάντες, ενώ ζούσαμε ό,τι καταγγέλαμε από μέσα. Είχαμε χιλιάδες ανθρώπους, μωρά άρρωστα κι είχαμε τους κυβερνητικούς να έρχονται να επιβλέπουν, μας έβαζαν και χέρι ότι δεν τα κάναμε σωστά (!) Το προσφυγικό εργαλειοποιήθηκε δυστυχώς, χρησιμοποιήθηκαν οι άνθρωποι για να παίξει ο καθένας την πολιτική του ατζέντα. Ξαφνικά ΜΚΟ ξεπήδησαν από παντού. Απέχω πια, μου προκαλεί αηδία όλο αυτό. Τα κονδύλια για το προσφυγικό είναι ικανά να καλύψουν μια ανθρώπινη διαβίωση για αυτούς τους ανθρώπους, αντ’ αυτού έχουμε Μόριες και εγκλωβισμένες ζωές. Είναι το απόλυτο όνειδος, όποιος δεν το παραδέχεται εθελοτυφλεί ή έχει άλλους σκοπούς.

Η σαφώς δηλωμένη πολιτική σου στάση σου κοστίζει δουλειές;

Νομίζω πως όχι. Χμ, λες; Καλά, δεν νομίζω ότι είμαι κι ο πιο αγαπητός τύπος στο σινάφι μου, επειδή έχω υπάρξει σκληρή και με τους συναδέλφους μου, όσον αφορά την ουδετερότητα που κρατάνε. Πιστεύω ότι όταν είσαι ηθοποιός δεν χρειάζεται να σου ζητηθεί η γνώμη σου, βασικά όταν είσαι άνθρωπος οφείλεις να στέκεσαι και να μιλάς. Το θέατρο είναι εξ ορισμού πολιτική πράξη, πώς γίνεται να το υπηρετείς και να μην είσαι πολιτικοποιημένος; Δεν ξέρω λοιπόν, ακόμη και αν μου έχει κοστίσει η στάση μου δουλειές, πράγμα που δεν θα μάθουμε ποτέ, δεν μετανιώνω, ούτε πρόκειται να την αλλάξω. Μόνο έτσι μπορώ. Άλλωστε μέχρι στιγμής υπάρχω πάντα με τον τρόπο που θέλω στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Τώρα αν όσοι με επιλέγουν παίρνουν ένα ρίσκο, τους ευχαριστώ πολύ για αυτό.

Είναι όμως αυτό καθαρά ατομικό;

Φυσικά και όχι. Αντιθέτως συλλογικότατο, για αυτό άλλωστε υπάρχει το Σωματείο. Έχουμε δεχτεί πολλά πράγματα δυστυχώς σιωπηρά, όπως να μην πληρωνόμαστε τις πρόβες. Είναι μια ήττα για τον κλάδο. Δεν παίρνουμε πια βαρέα, δεν αμειβόμαστε με μισθούς, αλλά ενίοτε με ποσοστά ή και σε είδος. Οι εργοδότες εκμεταλλεύονται το γεγονός ότι ο ηθοποιός έχει ανάγκη έκφρασης και προκειμένου να εκφραστεί θα δεχτεί διάφορα. Μεγάλο λάθος, που συντηρεί τον εργασιακό μεσαίωνα. Υπάρχει όμως κομμάτι συναδέλφων που αγωνίζεται, αυτό μας κρατάει. Οφείλουμε να είμαστε μέρος αυτού, δε νοείται αγώνας που σε αφορά και γίνεται εξ ονόματός σου χωρίς εσένα. Ό,τι κερδίζεται, το καρπωνόμαστε όλοι.

Θεωρείς πως πήρατε θέση οι καλλιτέχνες για τη δολοφονία του Ζακ;

Όχι, αν εξαιρέσεις το τραγούδι του Παύλου Παυλίδη και το εκπληκτικό βίντεο, κανείς δε μίλησε. Ή εγώ δεν άκουσα. Ελάχιστοι άνθρωποι μιλούν για κάτι, πέραν της δουλειάς τους. Θυμάμαι τότε που είχε ξεσηκωθεί ο τόπος για την Ηριάννα, με τις υπογραφές, με το δικό σας βιντεάκι, δράσεις που θα λειτουργούσαν σαν μοχλός πίεσης, ήταν δείγμα τότε το ποιοι ανταποκρίθηκαν στα καλέσματα και ποιοι αποχώρησαν χωρίς λέξη. Δεν ξέρω παιδιά, τι φοβούνται, μην χάσουν; Τους φανς τους; Κάνουμε μια δουλειά που αφορά τον άνθρωπο, με ξενίζει λοιπόν όλη αυτή η απάθεια. Ο Ζακ ήταν καλλιτέχνης, πολύ περισσότερο από τον καθέναν μας. Έκανε πρωτοποριακά πράγματα.

Σου αρέσει που δεν είσαι μέρος ενός συστήματος “μεγάλων ονομάτων” που προβάλλονται από τα μήντια;

Το όποιο σύστημα θέλει να έχει ένα έλεγχο στα αντικείμενά του, δε θέλει να διαταράσσεται. Επιλέγει ό,τι μπορεί να διαχειριστεί. Το θέμα δεν είναι τι κάνει το σύστημα, αλλά πού τοποθετείς εσύ τον εαυτό σου. Πρέπει να δεις αν είσαι μέσα σε αυτό και παίζεις με τους όρους του ή αν θα κάνεις ένα σάλτο μορτάλε και θα το βλέπεις αλλιώς. Για μένα το να βγεις εκτός σου δίνει μεγάλη ευθύνη, αλλά και μεγάλη ελευθερία. Μπορείς και να του ασκήσεις κριτική και να το κοροϊδέψεις και να του πεις και άντε γεια σου. Δε σου λέω ότι δεν έχει όρους και το εκτός συστήματος, δεν είναι κι αυτό άναρχο, αλλά οι όροι του είναι πιο ελαστικοί και σε κάθε περίπτωση τίμιοι. Μέσα στο σύστημα σου βαράνε το ταμπούρλο κι εσύ χορεύεις με το ρυθμό. Ε, δεν μπορώ έτσι εγώ.

Έχει έρθει στιγμή που λες, τα παρατάω όλα κουράστηκα;

Α καλά είσαι, κάθε σεζόν τα ίδια λέω. Πάω με το μυαλό μου, από το νησί στο βουνό, έχω φτιάξει νοερά σπίτια, τσιπουράδικα, ζαχαροπλαστεία, αλλά στην πράξη είμαι εδώ. Το να είμαι καλά βέβαια, οφείλω να ομολογήσω , πως δεν εξαρτάται για μένα αποκλειστικά από το θέατρο. Βάζω σε πρώτη μοίρα τη σχέση μου με τον σύντροφό μου, με τους φίλους μου. Η δουλειά έχει αξία, μόνο όταν έχω κάτι να αρθρώσω. Δε θέλω να είμαι κάπου για να είμαι εκεί ντε και καλά. Δε φοβάμαι μήπως ξεχαστεί η εικόνα μου, δε με απασχόλησε ποτέ. Εννοείται ότι όταν κάνω το οτιδήποτε θέλω να έχει ανταπόκριση, να αρέσει στο κοινό, να έρθει να το δει. Θα έλεγα ψέματα, αν ισχυριζόμουν πως δεν με νοιάζει. Δεν έχω όμως το ναρκισσισμό του υποκειμένου, θέλω να είμαι εγώ που λέω μια ιστορία, όχι να είμαι εγώ για να είμαι.

Έχεις ένα ρόλο που τον έχεις ζηλέψει ή που σκέφτεσαι πως θες να τον υποδυθείς στο μέλλον;

Δεν θα έλεγα πως έχω ζηλέψει κάποιο ρόλο. Μου αρέσει πολύ ο ρόλος της Κασσάνδρας, όχι όμως από τις Τρωάδες, από την Ορέστεια (Αγαμέμνονα). Ήθελα επίσης από μικρή να παίξω τη νύφη από το Ματωμένο γάμο, αλλά δεν έκατσε και τώρα μάλλον είναι πολύ αργά, είμαι για να παίζω τη μάνα. (γέλια). Θα ήθελα πάρα πολύ όμως, να κάνω ένα μονόλογο που να έχει να κάνει με τη μάχη ενάντια στο φασισμό. Όχι, ένα υπάρχον έργο, κάτι που θα γραφτεί στο τώρα, στο σήμερα π.χ σχετικά με τη δολοφονία του Φύσσα.

Το δικό μας μότο είναι “Βολή στους Βολεμένους”, εσύ ποιους θεωρείς βολεμένους;

Αυτούς που δεν αγωνιούν. Αυτούς που δεν θεωρούν ότι η αλλαγή είναι και στο χέρι τους. Είναι αυτοί που ενώ δεν κάνουν τίποτα, κρίνουν τους ανθρώπους που πράττουν.

Πού σε βρίσκουμε αυτή την περίοδο;

Είμαι τώρα στο θέατρο Αγγέλων Βήμα, στο έργο «Grace & Glorie» τουTom Ziegler που  παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα σε μετάφραση  Μαργαρίτας Δαλαμάγκα- Καλογήρου και σκηνοθεσία Γιάννη Λασπιά. Είναι μεγάλη μου τιμή που συμπρωταγωνιστώ με την  Αλεξάνδρα Παντελάκη. H παράσταση είναι μια ντραμεντί, μια δουλειά πολύ γλυκιά και συγκινητική. Από 21 Φλεβάρη μέχρι τέλη Μάρτη, Πέμπτη με Κυριακή, θα με βρείτε στον φιλόξενο χώρο του Bios. Ανεβάζουμε τοΙστορία έρωτα και αναρχίας”, που είναι ένα πολύ σύγχρονο έργο. Πρόκειται για μια διασκευή της ταινίας της Λίνα Βερτμίλερ. Η ευφυής διασκευή και η σκηνοθεσία, είναι του υπερταλαντούχου Γιάννη Λασπιά. Είναι μια πολύ όμορφη σύμπραξη, με ταλαντούχους και φρέσκους ανθρώπους, ντυμένη με τη μουσική του Νίνο Ρότα. Ένα αγροτόπαιδο ο Τονίνο, πηγαίνει σε έναν οίκο ανοχής στη Ρώμη, με σκοπό να σκοτώσει το Μουσολίνι. Σύνδεσμός του, μια πόρνη, η Σαλώμη- την οποία υποδύομαι εγώ. Αποφασίζεται η ημερομηνία της απόπειρας, αλλά ο έρωτας θα φέρει τα πάνω κάτω. Είναι ένας ύμνος στον έρωτα, που κινεί τη ζωή και την επανάσταση και συνάμα είναι ένα εξαιρετικά πολιτικό έργο, απόλυτα αντιφασιστικό. Μιλά για την άνοδο του Μουσολίνι, όμως μέσα από αυτό βλέπεις πως η ιστορία κάνει λούπες και αναγνωρίζεις πρόσωπα και καταστάσεις, που σου θυμίζουν το σήμερα. Παίζουν μαζί μου ο Διαμαντής Καραναστάσης, ο Βασίλης Αθανασόπουλος, η Ίριδα Μάρα, η Ανδρομάχη Μαρκοπούλου, η Ξένια Αλεξίου, η Γεωργία Παντέλη, η Δάφνη Νικητάκη, η Μελίνα Σπετσιέρη, ο Κωνσταντίνος Πολύζος και ο Γιάννης Ίτσιος. Η εξαιρετική Ειρήνη Τηνιακού, είναι η δασκάλα μας στη μουσική, παίζει πιάνο και είναι υπεύθυνη για τον ήχο. Είναι μια δουλειά δύσκολη, που όμως με κάνει βαθιά χαρούμενη και περήφανη. Νιώθω μεγάλη ασφάλεια με τέτοιους συνεργάτες. Σας περιμένω στην πρεμιέρα 21 Φλεβάρη, να ξεβολέψουμε τους βολεμένους!

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: