Δημήτρης Γκιούλος:” Θέλω το τέλος του τωρινού εφιάλτη να μας βρει όλους εδώ”

“Ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται μέσα στην κοινωνία. Είναι κομμάτι της. Ο καλλιτέχνης επιλέγει να είναι γελωτοποιός της εξουσίας ή επιλέγει να δείξει τη δυνατότητα μιας άλλης κοινωνίας και να αγωνίζεται μαζί με τους καταπιεσμένους, για αυτήν”

“Καλό κορίτσι και κομμουνίστρια

έλεγε ο παππούς, ο αντάρτης

Καμία δουλειά να σου κάνει, λέει

ακόμα ο άλλο, ο δεξιός

Σπίτια μας τον ζήσαμε 

τον Εμφύλιο

στο κυριακάτικο τραπέζι

Εύκολα διαλέξαμε πλευρά

Κι εμείς και οι άλλοι”

Κυριακάτικα τραπέζια Ι, Δημήτρης Γκιούλος, Αστικά Δύστυχα

Από παιδί πίστευα πως είναι μεγάλη αδικία να πρέπει να φύγει από τη ζωή ένας λογοτέχνης ή να γίνει πολύ πολύ γέρος για να αναγνωριστεί το έργο του. Μπορεί να είναι δίπλα σου, στην ηλικία σου, φίλος σου, συντροφός σου. Δεν είχε φίλους ο Νερούδα, ο Ρίτσος, ο Λόρκα, ο Χικμέτ, ο Λειβαδίτης, ο Μαγιακόφσκι;

Ο Δημήτρης Γκιούλος, ένας άνθρωπος της δικής μας γενιάς, λέω πως θα διδάσκεται κάποτε στα σχολικά εγχειρίδια. Ο ίδιος γελά, μακριά από κομπασμούς κι επαίνους, κρατικά βραβεία και εξουσίες, γράφει και παράλληλα κατεβαίνει στο δρόμο. Έχει διαλέξει πλευρά εδώ και πολλά χρόνια.

Μας μίλησε για την ποίηση, το ρόλο του λογοτέχνη, το διάβασμα και τα παράδοξα της εποχής.

Ποιητής ή συγγραφέας ή να λέμε λογοτέχνης για να είμαστε ακριβέστεροι; Πώς αυτοπροσδιορίζεσαι;

Αν μας προσδιορίζει αυτό με το οποίο βιοποριζόμαστε, θα πω μεταφραστής, ή πιο πριν υπάλληλος βιβλιοπωλείου, καθηγητής σε ιδιαίτερα, πωλητής, τηλεφωνητής κτλ κτλ. Το μεγαλύτερο κομμάτι της τέχνης αντιμετωπίζεται σαν περιττή πολυτέλεια και οι καλλιτέχνες, στην καλύτερη ως χομπίστες.

M’ αρέσει να γράφω και να διαβάζω. Μ’ αρέσει να μεταφράζω. Θα ήθελα να βιοπορίζομαι πλήρως από αυτά τα πράγματα.

Είναι η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε;

Δεν ξέρω καν αν είναι καταφύγιο. Μπορούμε να πούμε πως όσοι γράφουν το κάνουν ως μιας μορφής αποσυμπίεσης. Υποθέτω από κει ξεκινά και γίνεται η μεταμόρφωση του βιώματος σε δημιουργία. Ως προς τον φθόνο τώρα, ούτε εδώ ξέρω τι να απαντήσω. Όλοι κάτι φθονούμε.

Αν έπρεπε να ονομάσεις- κατηγοριοποιήσεις τη γενιά των λογοτεχνών που “γέννησε” η κρίση, πώς θα την έβγαζες;

Δεν υπάρχει μια γενιά, εννοώ πως μια γενιά χρονολογικά, δεν σημαίνει απαραιτήτως πως θα ταυτίζεται και δημιουργικά. Γενικά δεν υπάρχει μια ενιαία τέχνη και ενιαίες αναζητήσεις. Μια βασική διαφορά είναι πως η τέχνη πάντα χωρίζονταν σε εκείνη που διαχρονικά καταφάσκει στην εκάστοτε εξουσία και σε εκείνη που την αρνείται. Επίσης, δεν ξέρω αν ήταν η κρίση ή ο Δεκέμβρης του 08’ που προηγήθηκε, το καταλυτικό γεγονός που γέννησε την ανάγκη σε κάποιους ανθρώπους της ηλικίας μας πάνω κάτω, να δουν πως η οφειλόμενη απάντησή μας δεν είναι άλλη, από την άρνηση της επιβαλλόμενης από τα πάνω πραγματικότητας.

Σε εκνευρίζει κάτι πολύ στους ανθρώπους του λογοτεχνικού σιναφιού;

Με ενοχλεί αφάνταστα ότι η συγγραφή αντιμετωπίζεται και από την πλειονότητα του δικού μας χώρου ως πάρεργο, είτε γιατί οι περισσότεροι κάνουν κάτι συναφές ακαδημαϊκά, είτε γιατί μπορεί να το κοιτάνε με μια πολύ “λούμπεν” ματιά. Με ενοχλεί που στην πρώτη καραντίνα ήμουν καλεσμένος σε διάφορα zoom για να μιλήσω για τα δικαιώματα των συγγραφέων απέναντι στην υποκρισία της Μενδώνη και του Υπ.Πο και δεν είχα τι να πω, γιατί δεν υπάρχει μέριμνα για τα δικαιώματα των συγγραφέων, γιατί τα όποια συνδικαλιστικά όργανα αποτελούνται από αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους που θεωρούν τη συγγραφή πάρεργο, οπότε και οι διεκδικήσεις τους δεν έχουν ούτε διάρκεια, ούτε ένταση. Σαν αποτέλεσμα, σπουδαίοι άνθρωποι σαν την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ για παράδειγμα, πεθαίνουν στην ψάθα και για να γίνεται ολόκληρος δημόσιος διάλογος για το πώς θα κηδευτούν.

Τι ρόλο οφείλει στην κοινωνία ο λογοτέχνης;

Ο καλλιτέχνης ζει και εργάζεται μέσα στην κοινωνία. Είναι κομμάτι της. Ο καλλιτέχνης επιλέγει να είναι γελωτοποιός της εξουσίας ή επιλέγει να δείξει τη δυνατότητα μιας άλλης κοινωνίας και να αγωνίζεται μαζί με τους καταπιεσμένους, για αυτήν.

Διαβάζει ο κόσμος περισσότερο τώρα που αναγκαστικά κλείστηκε σπίτι λόγω πανδημίας;

Μπορεί και ναι. Αλλά και πάλι, μοιάζει ένα αντανακλαστικό λόγω της συγκυρίας. Αν δεν υπάρξει στοχευμένη κρατική πολιτική βιβλίου, το διάβασμα θα παραμένει ατομική ευθύνη.

“Αστικά δύστυχα” αποφάσισες να ονομάσεις, το νέο σου “παιδί”, πες μας δυο λόγια για αυτό.

Είχα σχεδόν μια επταετία να βρεθώ με προσωπικό βιβλίο. Μεσολάβησε βέβαια η γραφή και η έκδοση του ποιητικού διαλόγου Αντάρτικο² που συνέγραψα με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη-Πανάτσα και η οποία οδεύει σιγά σιγά προς την τρίτη της πλήρη έκδοση. Πολλοί θα χαρακτήριζαν (και από τον τίτλο της ακόμα), αυτής της μορφής την τέχνη στρατευμένη, εγώ λέω απλά πως παίρνει ξεκάθαρη θέση και για αυτό βρήκε τόσο ευρεία ανταπόκριση, μελοποιήθηκε, έγινε περφόρμανς, ενώ συζητάμε και τη μετάφρασή της και την έκδοσή της σε άλλες χώρες.

Για τα Αστικά δύστυχα τώρα. Πρόκειται για μια γενναία απόφαση της νέας μου εκδότριας, Ζιζής Σαλίμπα (εκδ. Θίνες), να προχωρήσει στην έκδοση του βιβλίου. Συνολικά, θεωρώ πως έγινε μια εξαιρετική δουλειά, τόσο από τον επιμελητή μου, Γιώργη Μαθόπουλο, όσο και από τη Μελισσάνθη Σαλίμπα που είναι υπεύθυνη για το στήσιμο, αλλά και για το εξώφυλλο της συλλογής. Δεν έχω αρκετά λόγια να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σε όλους όσους έβαλαν ένα λιθαράκι για να αποκτήσει ένα χάρτινο κορμί η συλλογή μου.

Η ίδια η συλλογή, περιστρέφεται γύρω από τα κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια. Τον εμφύλιο που δεν έχει λήξει, την επαρχία και το άστυ που κλείνει γύρω μας σαν θηλιά, το ανοικτό τραύμα της ανθρώπινης απώλειας, την αγωνία για το μέλλον.

Τι προσδοκάς για το μέλλον;

Δεν θέλω να απαντήσω με κάποιο τσιτάτο που μπορεί σήμερα, με όλο αυτό που βιώνουμε, να μοιάζει κλισέ. Θέλω το τέλος του τωρινού εφιάλτη να μας βρει όλους εδώ, να φροντίζουμε τους εαυτούς μας και τους δικούς μας ανθρώπους, τους αδύναμους, τους πρόσφυγες, τους άστεγους, όλους όσους βρίσκονται στο κάθε περιθώριο που τους έθεσε η καπιταλιστική κοινωνία και ελπίζω κάθε μέρα η αγκαλιά μας να φτάνει να χωρά όλο και περισσότερο κόσμο.

Γράφω αυτές τις γραμμές, βράδυ του Δεκέμβρη του 2020 και σκέφτομαι πως μας έλεγαν πως όσο περνάνε τα χρόνια, οι ιδεολογίες μπλέκονται και πώς τα στρατόπεδα πλέον είναι φοβερά δυσδιάκριτα, μα δεν μπορείς να διαλέξεις μεριά στη χρήση της ανθοδέσμης, δεν ξέρω τι σου μένει να σώσεις.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: