Ένα… άλλο βιβλίο: “Η άλλη Αριστερά” – Ο αριστερισμός της Μεταπολίτευσης στο μικροσκόπιο

Ακόμα και σήμερα, για αρκετούς πληροφορητές, το ΚΚΕ υπήρξε η σημαντικότερη ρίζα των αριστερών οργανώσεων. Η αντίθεση στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ είναι ένα από τα λίγα σημεία πολιτισμικής και πολιτικής ταυτότητας, τα οποία είναι κοινά για το σύνολο των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Αν θέλουμε να μείνουμε (εμείς, εμείς, οι μόνοι) συνεπείς στον τίτλο και το αντικείμενό του, πρέπει να πούμε πως δεν πρόκειται για άλλο ένα βιβλίο, αλλά για… ένα άλλο βιβλίο! Κι αν συνεχίζαμε με την παιγνιώδη διάθεση που χαρακτηρίζει τον χώρο και τα πολιτικά βαφτίσια για τα φοιτητικά του σχήματα, το όνομα του συγγραφέα Δημήτρη Γλύστρα, θα ‘ταν συνειρμικό υπονοούμενο για το οπορτουνιστικό ολίσθημα. Ναι, αλλά αριστερό, όχι σαν τις τωρινές του πολιτικές συμπάθειες…

Η “άλλη αριστερά” είναι η εξαίρεση -ευτυχώς- στον κανόνα που θέλει μια σειρά αντίστοιχες διατριβές και μεταπτυχιακές εργασίες, με πολύ ενδιαφέροντα θέματα να μένουν αδημοσίευτες. Αυτή βρήκε όμως τον δρόμο για το τυπογραφείο και -το πιο σημαντικό- χωρίς την άχαρη, ακαδημαϊκή γραφή που δεσμεύει κατά κανόνα τέτοιου είδους μελέτες. Φροντίζουν να την δροσίζουν και να την πλουτίζουν οι προφορικές μαρτυρίες των πληροφορητών -όπως τους ονομάζει ο ΔΓ- που διηγούνται με ρέοντα λόγο τα βιώματά τους στον χώρο, στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, που είναι -διόλου τυχαία- και η εξεταζόμενη περίοδος.

Εντάξει, δεν είναι σαν το εμβληματικό “Σύντομο Εγχειρίδιο του Αριστερισμού” του Λαϊκού Στρώματος, είναι όμως ένα μικρό πανόραμα του χώρου εκείνων των χρόνων, που τα έχει όλα. Από τις πολιτικές θέσεις και διαφορές των οργανώσεων, μέχρι τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την πολιτισμική ταυτότητα των μελών τους, που συχνά είναι πιο σημαντική από το αμιγώς πολιτικό στοιχείο. Μαρτυρίες για το πώς τα μπαρ αντικατέστησαν τις ταβέρνες, για το ροκ και το ρεμπέτικο, για τις σεξουαλικές σχέσεις, τις επώδυνες διασπάσεις, όπου διαμεσολαβούσε έντονα το προσωπικό στοιχείο, ακόμα και για την κομμουνιστική διάλεκτο ή μάλλον διάλεχτο, με τις “καταχτήσεις του Οχτώβρη” και άλλα αξιολάτρευτα γλωσσικά φετίχ της εποχής. Στο τέλος υπάρχει κι ένα παράρτημα-χάρτης των οργανώσεων εκείνων των χρόνων -το βιβλίο θα άξιζε να εκδοθεί και μόνο για αυτό. Και αν όχι για αυτό, τότε για το αρχειακό υλικό (κυρίως του ΑΣΚΙ) και τις φωτογραφίες με τις υπέροχες φυσιογνωμίες της εποχής, με τα κλασικά μουστάκια και τα χαρακτηριστικά γυαλιά…

Το ταυτοτικό πρόβλημα του εξεταζόμενου αντικειμένου ξεκινά ήδη από τον τίτλο της μελέτης, με τον συγγραφέα να καταλήγει σε έναν μη επιστημονικό όρο, μάλλον συνθηματικό, αποφεύγοντας προφανώς το “αριστεριστές” αλλά και την έννοια “εξωκοινοβουλευτική”, όπου πάντα υπάρχει το ερώτημα αν είναι τέτοια εκ πεποιθήσεως, από θέση αρχής δηλαδή, ή γιατί δεν μπόρεσε να αλλάξει τους συσχετισμούς.

Ο Γλύστρας καταλήγει σχηματικά σε τρεις βασικούς πυλώνες: τους μαοϊκούς, τους τροτσκιστές και το λεγόμενο “τρίτο ρεύμα”. Οι δύο πρώτοι έχουν πιο παραδοσιακές αναφορές, οργανώσεις και οργανωτικά σχήματα, εκ των οποίων κάποιες θα ήθελαν να γίνουν μικρά ΚΚΕ και να πάρουν τη θέση του όταν -και εφόσον- μεγαλώσουν, εγκαλώντας το για ασυνέπεια, ρεβιζιονισμό κοκ. Διατηρούν όμως κάποιες κοινές θέσεις-στάσεις -πχ απέναντι στη μόδα εξ Αμερικής και τις εξαρτήσεις- καθώς και την οργανωτική αρχή του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού.

Αντιθέτως, οι οργανώσεις του τρίτου ρεύματος είναι η πολιτική έκφραση της Νέας Αριστεράς και του Παρισινού Μάη, που εχθρεύονται κάθε τι “παλιό”-παραδοσιακό, την έννοια της οργάνωσης και τους κομμουνιστές εν γένει. Ο συγγραφέας δυσκολεύεται -και αποτυγχάνει βασικά- να κρύψει την αντιπάθειά του προς τον Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό, σε αντίθεση με το μοντέλο (;) που άφησαν οι συνελεύσεις και οι καταλήψεις ενάντια στο νόμο-πλαίσιο 815 του Καραμανλή, όπως αντίστοιχα τη συμπάθειά του στη Β’ Πανελλαδική -εντάξει, από τις εκδόσεις Θεμέλιο βγαίνει η έκδοση, οπότε έχει σαφείς περιορισμούς και οπτική γωνία.

Αυτό το τελευταίο μας εξηγεί ίσως γιατί διαφεύγει ή απλώς περνάει ξώφαλτσα από την οπτική του η βασική αιτία της πτώσης-εκφυλισμού του χώρου, μετά τα πρώτα ηρωικά χρόνια της Μεταπολίτευσης, όπου (η συγκέντρωση ανάβει και) όλα ήταν πολιτικά-συνειδητά. Σημειώνει ως χρονικό ορόσημο περισσότερο την εμβληματική πορεία του Πολυτεχνείου το ’80, με την ωμή κρατική καταστολή (και τη δολοφονία των Κουμή-Κανελλοπούλου) και την αδυναμία των οργανώσεων να απαντήσουν δυναμικά και να σταθούν στο ύψος της περίστασης! Αλλά δεν αναλύει ουσιαστικά τη λαίλαπα του ΠΑΣΟΚ και την κατάρα της ενσωμάτωσης, που όχι απλά δεν άφησε αλώβητο αυτόν τον χώρο, αλλά τον άφησε για αρκετά χρόνια στο περιθώριο των εξελίξεων και -ως ένα βαθμό- ουρά των αναρχικών, που παίρνουν τη σκυτάλη στη δεκαετία του ’80.

 

Γιατί μιλάμε όμως για ενιαίο χώρο; Και ποιο μπορεί να είναι το συνεκτικό στοιχείο αυτού του ψηφιδωτού οργανώσεων και ετερόκλιτων συλλογικοτήτων, με διαφορετικές θέσεις και αντιλήψεις; Η απάντηση είναι ένα και μόνο όνομα-αρκτικόλεξο. Ή αλλιώς τρία γράμματα. Ας αφήσουμε όμως τις σελίδες του βιβλίου και κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα να μας δώσουν την απάντηση…

Η ΚΝΕ ήταν κόκκινο πανί -ώρες ώρες πιο κόκκινο πανί και από τους μπάτσους. Γιατί όταν πλακωνόμασταν με την ΚΝΕ και οι μαοϊκοί και οι τροτσκιστές και οι έτσι μαοϊκοί και οι έτσι τροτσκιστές, δερνόμασταν με τους Κνίτες και ήμασταν μια γροθιά. Το μένος ήταν κοινό. Το ΚΚΕ για εμάς ήταν μια ύπουλη ιστορία. Ήταν κομμουνιστικό κόμμα. Κομμουνισμός που όμως ο τρόπος δράσης του και η νοοτροπία του έθαβε το κίνημα. Το κράτος ήταν ο εχθρός, ενώ εσύ που όφειλες να μην είσαι ο εχθρός, στηρίζεις τους καπιταλιστές και το κατεστημένο με τον τρόπο που κινείσαι. Και ήταν τεράστιο το μένος. Έπεφτε ξύλο. Το σύνθημα ήταν “Κνιτες-Χίτες-Ταγματασφαλίτες”. Πολύ χοντρό. Το φώναζαν όλοι αυτό. (Κ.Ν.)

Ο  Ζ.Ρ. θυμάται τα μέλη της ΚΝΕ ως “ταξικό αντίπαλο” και ως “φασίστες”, ενώ ανακαλεί ότι από την οργάνωση απαγορευόταν αυστηρά η παρέα με μέλη της ΚΝΕ. Η Λ.Ρ. διηγείται ότι η αρχική οδηγία της οργάνωσής της, της ΟΣΕ, ήταν για συνεργασία με άλλες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και αποφυγή των αντιπαραθέσεων μεταξύ τους. Αιτία της ενωτικής πρακτικής ήταν η ύπαρξη του ΚΚΕ. “Στην αρχή ήμασταν πάντα μαζί. Αφού υπήρχε ο ογκόλιθος του ΚΚΕ και όλη η επαναστατική Αριστερά από την άλλη”, λέει. (…) Ο Ν.Μ. (ΜΛ-ΚΚΕ) αναφέρεται στη στάση και τις παρεμβάσεις του ΚΚΕ σα να μιλά για ένα πανίσχυρο εξουσιαστικό σύστημα, το οποίο ο ίδιος παρακολουθούσε από θέση αδυναμίας: “Ο Κνίτης είχε και τη δύναμη. Ο Κνίτης έλεγχε εργοστάσια, έλεγχε τέτοια, ήταν απεργοσπάστης σε πάρα πολλά (…)”.

Ο Ξ.Ν. αποδίδει τις συνήθεις, όπως λέει, συμπλοκές με μέλη της ΚΝΕ κατά τη διάρκεια πορειών και στη “μεγάλη κόντρα για το Πολυτεχνείο”, υπενθυμίζοντας το τεύχος 8 της Πανσπουδαστικής. Ο Ζ.Ρ., εκείνη την εποχή μέλος της ΟΜΛΕ, λέει: “Το Πολυτεχνείο σήμαινε για εμάς μόνο μια λέξη: Πανσπουδαστική νούμερο 8. Δεν υπερασπιζόμασταν ουσιαστικά το Πολυτεχνείο αλλά [μιλούσαμε για] το τι στάση κράτησε ακριβώς η ΚΝΕ. Εκείνη την εποχή ξέραμε ελάχιστα για το Πολυτεχνείο και πάρα πολλά για την Πανσπουδαστική νούμερο 8”.

Ο Ξ.Ν. επαναλαμβάνει αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της συνέντευξης πως θεωρεί ως το πιο σημαντικό επίτευγμα της οργάνωσής του, της Β’ Πανελλαδικής, ότι έσπασε την εσωτερική αστυνομία του κινήματος, που ήταν η ΚΝΕ. Οι κεντρικές στιγμές του ακτιβισμού που ανακαλεί, αφορούν συμπλοκές με μέλη της ΚΝΕ στα αμφιθέατρα, ενώ θυμάται προπηλακισμούς Κνιτών από μέλη της Β’ Πανελλαδικής.

Στη συνέλευση του Νομικού, στη συνέλευση μέσα, με το που έβγαινε ο Κνίτης και άρχιζε το ποίημα, έτρωγε γιαούρτι. (…) Ήταν το περίφημο “τιμημένο βελουτέ”.  Όταν σου λέω για γιαούρτια, σου μιλώ για πολύ γιαούρτι. Για τόσο πολύ γιαούρτι που δεν το βάζει ο νους του ανθρώπου. Δεν έμενε γιαούρτι σε απόσταση μέχρι την πλατεία Κολωνακίου. Πλέον δεν υπήρχε αντίλογος. Τι πολιτικό να συζητήσω ρε μαλάκα μαζί σου; Μάλιστα με έναν τέτοιο τρόπο που ακουγόταν η κραυγή μέσα σε 1.000 ανθρώπους “ε-ε-ε-έρχεται” και ξαφνικά φεύγανε 10-15 γιαούρτια εκεί που καθόταν η ΚΝΕ. Το εντυπωσιακό ποιο ήταν; “Μη χαλάσουμε τη συνέλευση”, το εκκλησίασμα, “Μην ενδίδετε στις προβοκάτσιες”. Τρώγανε το γιαούρτι, κάνανε έτσι και κάθονταν. Τόσο πολύ που εκνευριζόμασταν και λέγαμε “ρε μαλάκα; δεν τσαντίζεσαι;” […] Η γελοιοποίηση μέσα από ένα απέραντο χιούμορ. Ότι “ρε παιδιά, μόνο για γιαούρτια είσαστε”.

Εκεί που μίλαγε ο Κνίτης σηκωνότανε τέσσερα-πέντε παιδιά και αρχίζανε [δείχνει παράλληλα μια ρυθμική χορογραφία]: One o’clock, two o’clock, three o’clock, rock…

Γινότανε οι απολογιστικές συνελεύσεις, προκειμένου να γίνουν οι εκλογές του ’79, οι φοιτητικές, που τότε ήταν ένα κορυφαίο γεγονός. Συμπτωματικά ήταν περίοδος αποκριών. Και στη συνέλευση του Νομικού -εδώ μπορώ να σου πω ότι μπορεί και να ήταν 2.000 άνθρωποι… […] Την ώρα που μίλαγε ο γραμματέας της ΚΝΕ, στην επίσημη συνέλευση, μέσα από το πλήθος, βγαίνει ένα παιδί που κρατάει στο χέρι ένα τηλέφωνο και φοράει τη μάσκα του Μπρέζνιεφ. Την ώρα που μίλαγε, του έλεγε “νταβαρίτς Γιάννη, Yes, πες τα. Ναι, η γραμμή είναι αυτή”. Πάθανε φρίκη! Πάθανε ντελίριουμ. Δεν μπορούσανε να το χωνέψουν. Και έπεσε ένα φοβερό ξύλο.

Και το συμπέρασμα του συγγραφέα, στο τέλος της σχετικής ενότητας, που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί και σήμερα.

Ακόμα και σήμερα, για αρκετούς πληροφορητές, το ΚΚΕ υπήρξε η σημαντικότερη ρίζα των αριστερών οργανώσεων. Τα υποκείμενα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, συλλογικά και ατομικά, είχαν και έχουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, δεσμούς και δυναμικές σχέσεις με το ΚΚΕ, ακόμη και αν αυτές οι σχέσεις είναι σχέσεις απαράσκειας. Τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της πολιτικής τους ταυτότητας διαμορφώθηκαν και μέσα από αυτή τη συστημική σχέση. Η αντίθεση στο ΚΚΕ και την ΚΝΕ είναι ένα από τα λίγα σημεία πολιτισμικής και πολιτικής ταυτότητας, τα οποία είναι κοινά για το σύνολο των οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Τελικά η ζωή τρία (κόκκινα) γράμματα…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: