Τι έγινε ρε παιδιά; Ο υπέροχα απαράδεκτος ρόλος του Σπύρου Παπαδόπουλου

Ο Σπύρος Παπαδόπουλος είναι, πέρα και πάνω από οτιδήποτε άλλο, ο ρόλος του Σπύρου Παπαδόπουλου στους Απαράδεκτους, που κουβαλά πιθανότατα κι ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα Πολυτεχνείο κι ένα αριστερό παρελθόν, που κάποτε φώτιζε το μέλλον, αλλά στην εποχή του, το εγγυόταν μόνο αν το πουλούσε και το εξαργύρωνε.

Χτες ο Σπύρος Παπαδόπουλος είχε γενέθλια, κλείνοντας 63 χρόνια ζωής. Έχει παίξει πολλούς ρόλους στο θέατρο και την τηλεόραση, ανάμεσά τους και στο “Εκμέκ Παγωτό”, όπου διαγίγνωσκε ως γιατρός “οξεία οσφυοκαμψία” στους βολεμένους γύρω του. Τα τελευταία πολλά χρόνια, έχει συνδεθεί με το ρόλο του τηλεοπτικού οικοδεσπότη στα φαγοπότια διάσημων που γλεντάνε και ενίοτε μεθοκοπούν μπροστά στις κάμερες. Αλλά ο Σπύρος Παπαδόπουλος, πέρα και πάνω από οτιδήποτε άλλο είναι ο ρόλος του Σπύρου Παπαδόπουλου στους Απαράδεκτους, που κουβαλά πιθανότατα κι ένα κομμάτι του εαυτού του.

Ο Σπύρος κουβαλά πίσω του ένα Πολυτεχνείο κι ένα αριστερό παρελθόν, που κάποτε φώτιζε το μέλλον, αλλά στην εποχή του το εγγυόταν σε ατομικό επίπεδο, μόνο αν το πουλούσε και το εξαργύρωνε. Πρόκειται για την εποχή της αντεπανάστασης, όπου η κλασική ερώτηση του Σπύρου, το περίφημο “τι έγινε ρε παιδιά;” αποτυπώνει βασικά την αμηχανία και την υπαρξιακή αγωνία του κομμουνιστή μπροστά στα γεγονότα, που βλέπει τα πάντα γύρω του να αλλάζουν προς το χειρότερο, σταθερές χρόνων να καταρρέουν (ή μάλλον να ανατρέπονται) και προσπαθεί να βρει, απορημένος, κάποια εξήγηση, γιατί πέσαμε και μας την πέσανε.

Χρησιμοποιεί τα παραδοσιακά ιδεολογικά εφόδια που έχει, κερδίζοντας συχνά τη χλεύη της γυναίκας του και των φίλων του -που δεν αντέχουν τις αναλύσεις και τις πολυσύλλαβες, σύνθετες λέξεις- και το γιαούρτι των καταληψιών της γειτονιάς, δίνοντας αργότερα αναφορά για τα νέα μηδενιστικά κινήματα στον καθοδηγητή του (Παπασταύρου), που τον ρωτάει πόσα λιπαρά είχε το γιαούρτι.

Θέλει να τα έχει καλά με το κόμμα, παρά την κρίση και το δικό του “χάσιμο”, γιατί μπορεί να σου δώσει προσβάσεις. Πού; Πουθενά, ξέρω γω, λέμε τώρα -κι αποτυπώνει έτσι με μοναδικό τρόπο την ανιδιοτέλεια των κομμουνιστών που κινούνται από ανώτερα ιδανικά και αγωνίζονται για όλα αυτά. -Ποια αυτά; -Όλα αυτά ρε παιδί μου, το ένα, το άλλο, από εδώ, από εκεί, άσε με τώρα. Και όχι, δεν ήταν μόνο για να ρίξει τη Φώφη, αλλά και για τη χούντα, συνδυάζοντας διαλεκτικά το τερπνό με το επαναστατικά ωφέλιμο. Και στην τελική διάολε -που και με αυτόν θα συμμαχήσουμε, αν χρειαστεί- είναι όντως καλό να τα έχεις καλά με το κόμμα, και ας μην υπάρχει άμεσο πρακτικό αντίκρισμα ή κάποιο αντάλλαγμα -και ας νιώθει πως τον κυνηγάει αυτό το κόμμα, ακόμα και στο κρεβάτι του ή όταν επιχειρεί να δει “την Παπαρήγα την καλή” και ταινίες αισθησιακού περιεχομένου.

Η μοναδική φορά που είχε τέτοια χυδαία πρακτική αξία η ιδεολογία του ήταν στο τηλεπαιχνίδι με την Αλιφέρη, και στην ερώτηση για το διάδοχο του Λένιν (τόσα χρόνια κομμουνιστής, πρώτη φορά του χρησίμευσε, λέει ο Γιάννης). Αν και η Δημητρούλα του σχολιάζει αρνητικά, από το πρώτο επεισόδιο κιόλας, τη σχέση του με το πεδίο της πράξης -που είναι κριτήριο για τη θεωρία: εδώ δεν μπορείς να με βοηθήσεις στην κουζίνα και θα βοηθήσεις τους Κούρδους; Εξάλλου ο Σπύρος, αν και κομμουνιστής, είναι λίγο παραδοσιακός σε αυτά, ενσωματώνοντας κάποια πατριαρχικά κατάλοιπα για το ρόλο της γυναίκας, που πρέπει να υποτάσσεται στον άνδρα και να μην τον… ατιμάζει: “εμένα, ένα Σπύρο Παπαδόπουλο…;”

Ο έρωτας βέβαια είναι βαθιά δεμένος με την επανάσταση, κι ο Σπύρος έχει κάποιες ερωτικές περιπέτειες εκτός γάμου, όπως όταν προσπαθεί να κάνει τον “ιστορικό συμβιβασμό” και να γεφυρώσει το ταξικό χάσμα -με ένα φιλί- με την πλούσια κυρία του Κολωνακίου, που ήταν πάππου προς πάππου δεξιά και της τραγουδάει ρομαντικά το δικό του αγαπημένο τραγούδι: “Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, πέσανε πάνω στην εργατιά…” Γιατί η ταυτότητα και η ιδιότητα του κομμουνιστή δεν τον εγκαταλείπουν ποτέ.

Εξάλλου, οι περιπέτειες με το κεφάλαιο δεν του βγαίνουν συχνά σε καλό, όπως στο επεισόδιο με τον απατεώνα Κουτρουμπέση, που ξεσκεπάζεται και τότε ξυπνάνε νεανικές θύμησες στο Σπύρο: “εγώ είμαι προλετάριος από καταγωγή, τι δουλειά έχω εγώ με το κεφάλαιο; Κάτω το κεφάλαιο, ζήτω η εργατική Πρωτομαγιά” (ζήτω, δεν έχω κάνα πρόβλημα εγώ, του απαντάει ο απατεώνας, σα γνήσιο λαμόγιο πασοκικού τύπου).

Βιώνει όμως κι αυτός τις δικές του αντιφάσεις, καθώς γοητεύεται από την παρέα κουλτουριάρηδων ανανεωτών, όπως της ποιήτριας Βάνας Καρούλου Λέκκα, με τη συλλογή “Πευκοβελόνες”. Και σε ένα άλλο γκεστάλτ, προσπαθεί να μπει στους κύκλους της υψηλής διανόησης και να “στραπατσίρεν” τον Παρασκευά, κρεμώντας μια καρέκλα στον τοίχο του σαλονιού του, γιατί η τέχνη ξεκινάει εκεί που σταματάει η αναγκαιότητα και η χρηστική αξία.

Είναι κλασικό παράδειγμα, τραβάτε με κι ας κλαίω, που συμμετέχει σε όλα “από Γιουροβίζιον, μέχρι εκδηλώσεις για τη Μακεδονία” παρά τις αντιρρήσεις του. Αλλά προσπαθεί να δώσει τη δική του οπτική, πχ στο θέατρο όπου αλλάζει το τέλος στο “Ρωμαίος κι Ιουλιέτα”, που τους φαντάζεται σύγχρονους, επαναστάτες και με ένα λιγότερο απαισιόδοξο τέλος (η προοπτική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού). Ή στα καλλιστεία, όπου θέλει να αναδείξει την προσωπικότητα και την πολιτική άποψη της Ρένιας, καθοδηγώντας την για να πει ότι “η πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού είναι ένα καθαρά συγκυριακό φαινόμενο και η ιστορία δεν είπε ακόμα την τελευταία της κουβέντα”.

-Κι έτσι θα πάρω το σκάφος;
-Δε νομίζω…

Πολλές φορές όμως παρασύρεται από το κλίμα της εποχής, ξεχνάει τις κομμουνιστικές του καταβολές και μπλέκει σε προσωποπαγή κομματίδια “λεβέντικου τύπου”, όπως το ΚΟΛΑΝ -προφητικό για το όνομα της Πολιτικής Άνοιξης του Σαμαρά- που πρεσβεύει την… υγιή αριστερά και κάνει κριτική στο -πρόσφατο τότε- 89′!

Κι η ανάλυση θα μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον για τον υπέροχα απαράδεκτο Σπύρο Παπαδόπουλο και τις ομοιότητες του χαρακτήρα που ενσάρκωσε με τη δική του προσωπική διαδρομή στην ενσωμάτωση και τη διαφήμιση “με το Ευρώ καλύτερα”. Για τις αντιφάσεις του, καθώς συμμετείχε σε όλα, ως γνήσιο μαζικό στοιχείο, και για να μην αποκοπεί από τις μάζες, αλλά κρατούσε πάντα τις αντιλήψεις και τις ενστάσεις του -χωρίς αυτές θα ένιωθε τελείως… μαλάκας, κι αυτό τον κλείδωνε από μικρό, όπως βλέπουμε σε ένα από τα τελευταία επεισόδια.

Κι είναι αυτή η εναγώνια πάλη του παλιού κομμουνιστή να μην ξεπουληθεί, να μη γίνει μαλάκας, μολονότι όλες οι ανατροπές γύρω του τον κάνουν να νιώθει αυτό ακριβώς, που μας κάνει να ταυτιζόμαστε με το χαρακτήρα του -και ας σατιρίζει τη “γενιά του Πολυτεχνείου” κι αυτούς που συμβιβάστηκαν. Η Δήμητρα Παπαδοπούλου -που είχε κάνει ένα πέρασμα από την ΚΝΕ, όπως και τόσοι άλλοι- δεν έγραψε απλά έναν ρόλο-καρικατούρα. Και όσο και αν έμοιαζε να συμβαδίζει με το απολιτίκ πνεύμα και την αποστράτευση της εποχής, έχει βαθιά τα σημάδια της πολιτικοποίησης της Μεταπολίτευσης, που ήταν ακόμα ζωντανή -έστω και ψυχορραγώντας. Ένας ρόλος σχεδόν τριάντα χρόνια πριν, που μοιάζει δεκαετίες μπροστά από την εποχή μας, γιατί είναι σαν την αρχαιολογία του μέλλοντός μας…

Κι αν το ρολόι της ιστορίας φαίνεται να σταμάτησε και να πισωγύρισε, δεν είναι ακριβώς δικό του το λάθος. Μόλις συνέλθει από το σοκ, θα ψάξει να βρει τι έφταιγε και να δώσει απάντηση στο προαιώνιο ερώτημα που τον βασανίζει: τι έγινε ρε παιδιά;

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: