Συνέντευξη Ελένης Γερασιμίδου – “Όπως χτυπήθηκε το λαϊκό κίνημα, έτσι έχει δεχτεί πλήγμα και η αισθητική του κόσμου”

Εκτός από το λαϊκό κίνημα, μεγάλο πλήγμα δέχτηκε και η αισθητική του κόσμου. Έχει πέσει πολύ χαμηλά το κριτήριο, λίγοι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι «εδώ είμαστε καλά, μας υπολογίζουν, δε μας κοροϊδεύουν». Γιατί υπάρχει μια τεράστια δύναμη, η τηλεόραση, που είναι στα χέρια της εξουσίας, και καλλιεργεί όλη αυτήν την αισθητική. Ακόμα και στο πώς φέρονται οι νέοι άνθρωποι…

Η Ελένη Γερασιμίδου μας κάνει την τιμή να συνεργάζεται με την Κατιούσα και να μας στέλνει τα κείμενά της. Αυτή τη φορά όμως πήρε ένα διαφορετικό ρόλο. Μας υποδέχτηκε στο σπίτι της, μαζί με τη Μόσχα, την πολύ φιλική σκυλίτσα της, και μας μίλησε για όλα. Η συζήτηση είχε ως αφορμή το έργο του Γιάννη Ξανθούλη “Τα σκουπίδια” που ανεβαίνει αυτόν τον καιρό στο θέατρο “Από κοινού”, τον επίκαιρο χαρακτήρα και τα μηνύματα που περνάει. Μας μίλησε επίσης για το είδος της επιθεώρησης, που είναι πολιτικό και ελληνικό, αλλά μπορεί να πέσει και σε κακά χέρια, για την οικογενειακή-συλλογική προσπάθεια στο “Από Κοινού”, για το Διαγωνισμό “Θεατρικό Αναλόγιο”, που ξεκίνησε φέτος και θα συνεχιστεί, για το ΣΕΗ, για την εμπειρία της στη Βουλή. Σε μια ζεστή, συντροφική ατμόσφαιρα, μοιράστηκε μαζί μας σκέψεις, παλιές ιστορίες και καυστικά σχόλια, σε μια συνέντευξη-φιλική συζήτηση, που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το αποτέλεσμα, κι ελπίζουμε να το απολαύσετε όσο κι εμείς.

-Με ποιο κριτήριο επιλέχθηκαν τα “Σκουπίδια του Ξανθούλη”;

-Εμένα μου αρέσει ο Ξανθούλης έτσι κι αλλιώς, έχω ξαναπαίξει έργο του στο “Δόξα και Λόξα” στο θέατρο “Αποθήκη”, έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του, τα πιο πολλά είναι δώρα του. Η πρόταση ήταν του Κοραή του Δαμάτη, αυτός το σκέφτηκε, το υποδεχτήκαμε με μεγάλη χαρά, μας έκανε την τιμή ο Γιάννης να μας το δώσει. Από εκεί και πέρα κι αυτός εξεπλάγη πώς τέσσερα άτομα έκαναν αυτή την παράσταση, είναι ένα έργο με πολλούς ρόλους. Δε θυμάμαι πόσοι ήταν στο “Αποθήκη” με τον Παράβα. Σίγουρα 8-10, δε θυμάμαι καλά.

-Είχε ξανανέβει δηλαδή.

-Ναι, βέβαια. Κι είχε πολύ μεγάλη επιτυχία, τη δεκαετία του 80′. Είχε ωραία ιστορία. Βλέποντάς το, είδαμε πόσο επίκαιρο είναι. Ο Γιάννης το τοποθετεί εκατό χρόνια μετά από τότε που το έγραψε, ελπίζω τότε να μην είναι ίδια τα πράγματα (γέλια). Αλλά αφορά τον κόσμο, έχει αυτό το σουρεαλιστικό, αλλά όχι δυσνόητο χιούμορ. Περνάνε όλα αυτά τα όνειρα των σκουπιδιών, όνειρα είναι στην ουσία, που ζωντανεύουν, ο “Μικροκλέφτης”, η “Βασιλική Μετατρούλου”, η “Αποκλειστική Νοσοκόμα”, ο “Σερβιτόρος”. Βλέπουμε ότι έχει μια απήχηση στον κόσμο και γελάει με έναν τρόπο ποιοτικό. Είναι μια προσεγμένη δουλειά, έκανε πολλή δουλειά ο Κοραής και πρέπει να το πούμε, και τα κοστούμια και τα σκηνικά, όλα χωρίς έξοδα.

Είναι καλό να διαπιστώνεις ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν καταλάβει τι κάνουμε εμείς εκεί, ο σκηνοθέτης μας, ο μουσικός μας, είναι πολύ παρήγορο να ξέρεις ότι υπάρχουν δίπλα σου. Στην αρχή ήταν τα πράγματα δύσκολα. Κι εξακολουθούν να είναι από κάποιους. Είναι γνωστά φύλλα και sites, που κοροϊδεύανε ακόμα και το γεγονός πως το θέατρο είναι χειροποίητο. Και πρέπει να πούμε πως σε αυτήν την τρομερά καπιταλιστική χώρα που είναι η Αμερική, κάποια πράγματα λειτουργούν διαφορετικά. Το χειροποίητο στην Αμερική είναι πάρα πολύ σπουδαίο πράγμα. Δεν πειράζει, κάποιοι είναι παράγοντες. Αυτοί οι παράγοντες λοιπόν από ένα σημείο και μετά αναγκάστηκαν, ειδικά φέτος το καλοκαίρι, αλλά και με όλη την πορεία του θεάτρου που επιμένει, να μας βάλουν στα πιο δημοφιλή θέατρα. Αυτό για εμάς είναι νίκη και περηφάνια.

-Το έργο λοιπόν είναι τοποθετημένο εκατό χρόνια μετά από την εποχή που γράφτηκε.

-Ναι είναι σκουπίδια ονείρων.

-Μπορούμε να πούμε περισσότερα για τα μηνύματα του έργου, λες ότι είναι επίκαιρο.

-Ναι βέβαια είναι. Είναι και πώς προσλαμβάνει ο θεατής κάποια πράγματα και πώς δίνονται σκηνοθετικά και ερμηνευτικά. Όχι με κραυγαλέο τρόπο. Πιστεύω ότι κάποιες στιγμές που μπορεί να μην έχουμε τις αυθόρμητες αντιδράσεις, όπως το πολύ γέλιο -που έχουμε και τέτοιο- οι θεατές σκέφτονται λιγάκι τι ακούνε. Έχει και τέτοια αποτελέσματα το έργο, κι αυτό είναι πολύ καλό. Θυμάμαι πάντα τη μάνα μου, που της έλεγα για κάποια έργα που έπαιζα στο “Καφέ Θέατρο” στη Θεσσαλονίκη: “μωρέ μαμά γιατί δε γελάνε;” Και μου είχε πει, που ήταν πολύ αυστηρή μαζί μας: “Παιδί μου δε θέλουν να σε διακόψουν”. Δεν το έλεγε για να με παρηγορήσει. Το σκέφτηκα μετά κι είχε δίκιο, κι εγώ αυτό κάνω. Δηλαδή όταν κάτι που ακούω ή βλέπω έχει ένα περιεχόμενο, και δε λειτουργεί απλά στο θυμικό, δε θέλω να γελάνε δίπλα μου, γιατί αυτά περνάνε, δε γυρίζουν πίσω, δεν μπορείς να πατήσεις παύση.

-Γενικά όμως ο κόσμος έχει επηρεαστεί στο κατά πόσο γελάει, λιγότερο ή περισσότερο, τα τελευταία χρόνια της κρίσης;

-Σίγουρα υπάρχουν στιγμές που θα γελάσεις και με μια λέξη, που μπορεί να μην είναι και τίποτα φοβερό, πχ μια πιο τολμηρή λέξη. Αυτό υπάρχει. Αλλά το καλύτερο είναι αυτό που με ρώτησες και το παρατηρήσαμε το καλοκαίρι, από τη στιγμή που είπανε πως τελειώσανε τα μνημόνια. Υπάρχει μια ατάκα που λέω “και μετά ήρθε η κρίση, ήρθαν τα μνημόνια”, κι ο κόσμος γελούσε πολύ. Όταν οι κύριοι αυτοί είπανε “τα μνημόνια τελειώσανε”, κι έλεγα κι εγώ “τα μνημόνια τελειώσανε” και περίμενα, έβλεπα ένα μούδιασμα απίστευτο. Αυτό δεν το λέω για καλό. Γιατί εκφράζει ένα μούδιασμα που υπάρχει πραγματικά σε μια μερίδα του κόσμου. Δεν ξέρω, πιστεύουν, ελπίζουν; Υπάρχει κι αυτός ο κόσμος. Είναι ένα βήμα για να κάνεις και σφυγμομέτρηση. Εγώ τώρα προσθέτω κι άλλα. Λέω: “εσείς το καταλάβατε τώρα ότι τελειώσαν τα μνημόνια;”

-Έγραψε κι ο Ξανθούλης ένα νούμερο που το προσθέσατε.

-Ναι, έκανε καινούριο. Κι αυτό είναι προς τιμήν μας, γιατί ο Γιάννης από την αρχή που τον πήρα, μου είπε “Ελένη εγώ δε γράφω πια για το θέατρο”, γράφει τα βιβλία του. Λέω δεν πειράζει, εμείς θέλουμε αυτό που υπάρχει. Είναι τιμή μας αυτό, ότι τον τσιγκλίσαμε χωρίς να του το ζητήσουμε, να γράψει ένα καινούριο νούμερο.

-Ήρθε να δει την παράσταση;

-Ναι βέβαια. Την είδε και μάλιστα του άρεσε πολύ. Δεν περίμενε τέτοιο πράγμα από τέσσερα άτομα. Αυτά δεν τα λέω για να κάνουμε τους σπουδαίους. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Αρκεί να ξέρεις καλά τι πας να κάνεις. Και βέβαια, εμείς σα θέατρο, θεωρούμε απαραίτητο να υπάρχει πολιτική σκέψη. Όχι στενή, αλλά να υπάρχει. Για όλα τα έργα, πόσο μάλλον για κάτι που έχει τη δομή της επιθεώρησης, που είναι εκπληκτικό, ιστορικό είδος, καθαρά ελληνικό. Εξαρτάται από το σε ποια χέρια βρίσκεται, άλλοι στοχεύσανε στο θυμικό και ξεχάσανε ότι είναι καθαρά πολιτικό είδος η επιθεώρηση.

-Η μεγαλύτερη πρόκληση για την παράσταση ήταν αυτή; Ότι τέσσερα άτομα έπρεπε να βγάλουν όλους τους ρόλους;

-Ήταν επιλογή ανάγκης, υπάρχει η οικογένεια που είναι ο βασικός πυρήνας και ο θίασος συμπληρώνεται από το συνεργάτη μας, τον Άκη Σιδέρη. Σε αυτή τη φάση δεν τολμάμε να απασχολήσουμε περισσότερα άτομα γιατί δεν μπορούμε να κοροϊδεύουμε τους άλλους συνεργάτες που δουλεύουν εκεί.

-Άλλες προκλήσεις, δυσκολίες κι ενδιαφέροντα σημεία που είχε το έργο;

-Σίγουρα θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε και διαφορετικά κάποια πράγματα που λέγονται, ίσως κι οι ίδιοι οι θεατές να το κάνουν. Εμείς τονίζουμε τα σημεία που διασκεδάζουν αλλά και προβληματίζουν το θεατή, χωρίς να δίνουμε «γραμμή», γιατί δεν είναι στις προθέσεις μας.

-Εμένα μου άρεσε η αμίμητη ατάκα από το νούμερο με τις συντάξεις που λέει: Μισή σύνταξη και μισή σύνταξη, μας κάνουν μία.

-Πολλοί γέλασαν, μια φορά που είπα: γιατί δεν πήραμε και του κουμπάρου να είναι μιάμιση;

-Αυτοσχεδιάζετε κιόλας δηλαδή…

-Βέβαια. Είναι ένα είδος που το σηκώνει, αν κι εγώ άργησα να το μάθω, όταν πρωτοξεκίνησα να παίζω επιθεώρηση στο Θεσσαλικό. Ακόμα αγνοώ ή απλά αρνούμαι να τηρήσω κάποιους κανόνες. Πχ. πάντα κοιτάω το συνάδελφό μου στο ντουέτο κι όχι τον κόσμο, παρότι θεωρητικά απαγορεύεται.

-Τελευταία έχετε αρκετά έργα επιθεώρησης, είτε με τη δομή της επιθεώρησης.

-Ναι, γιατί είναι τέτοιος ο χώρος που ευνοεί. Έχουμε κατά νου να ανεβάσουμε κι άλλα έργα, αλλά είναι θέμα προσώπων.

-Θες να επικεντρώσεις στα στοιχεία που κάνουν το έργο πιο επίκαιρο σήμερα;

-Δυστυχώς αυτό που λέει ο “Κλέφτης”, είναι τρομαχτικά επίκαιρο. Ας πάρουμε κι αφορμή από την καθαρίστρια που «πλαστογράφησε» μια τάξη του δημοτικού. Σιγά την απάτη, τα δούλεψε τα λεφτά. Και δε λέω ατιμωρητί να παρανομούμε, έστω από ανάγκη. Αλλά αυτό είναι νέος Γιάννης Α-Γιάννης.

-Μπήκε κι αυτό στο έργο, προστέθηκε;

-Όχι, δεν προστέθηκε. Αλλά αυτό είναι το έργο. Αυτός είναι ένα παιδί πολύτεκνου πατέρα που δεν τον δικαιώνει. Αλλά κάποια στιγμή λέει: κλέβεις λίγα, μπαίνεις φυλακή, κλέβεις πολλά κι ανεβαίνεις ψηλά.

-Διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλο.

-Το έργο είναι της «εποχής του σοσιαλισμού», δηλαδή της μεγάλης ανόδου του ΠΑΣΟΚ. Τότε άρχισε το μεγάλο χτύπημα στο λαϊκό κίνημα. Τόσοι αγωνιστές, ιδίως της Αντίστασης, που προσχώρησαν στο ΠΑΣΟΚ με ελπίδα…

-Και ο Βαφειάδης πήγε…

-Ακριβώς. Και τώρα ζούμε την ολοκλήρωση του εκφυλισμού. Οπότε καλά έκανε και το έβαλε έτσι. Δεν ξέρω τι σκέφτηκε ο ίδιος ο Ξανθούλης. Αλλά για εμάς έτσι είναι. Πρέπει να γυρνάμε και να βλέπουμε πού άρχισε αυτή η ιστορία. Πάντα υπήρχε το χτύπημα, αλλά εδώ πια ήταν επιστημονικό. Έτσι λοιπόν όταν λέμε για «μικροκλέφτη», δεν δικαιώνουμε την κλοπή, αλλά προβληματίζουμε τον κόσμο για την αιτία. Ούτε στο κομμάτι για τους δημόσιους υπαλλήλους θέλουμε να τους χτυπήσουμε συλλήβδην, εξάλλου ένα μέρος τους είναι στο λαϊκό κίνημα και διεκδικεί και πετυχαίνει. Υπάρχει όμως και μια σάπια νοοτροπία, που κληρονομείς κι από το σπίτι του. Για παράδειγμα την ίδια εποχή που γινόταν μεγάλες μαθητικές κινητοποιήσεις, υπήρχαν κι όσοι θέλαν να βγουν στο 15μελές για να πάρουν προμήθεια από τις σχολικές εκδρομές. Όταν ο πατέρας και η μάνα κανοναρχούν με το “φίλα κατουρημένες ποδιές να πάρεις μια θέση στο Δημόσιο”, υπάρχουν και τέτοια φαινόμενα.

Μετά δείχνουμε τον άνθρωπο που δουλεύει στο καφενείο το πρωί και το βράδυ στο σκυλάδικο, που τον ερμηνεύει ο Άκης Σιδέρης. Και δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί τραγουδάει και στον ύπνο του. Κι αυτό είναι μία πραγματικότητα. Εγώ που δεν ήμουν μαθημένη σε τέτοια μαγαζιά κι έτυχα μια φορά, δεν ήξερα καθόλου τις συμπεριφορές. Μου έκανε εντύπωση που άνοιγαν τη σαμπάνια και δεν την πίνανε. Και μου είπαν δεν πίνεται κιόλας αυτό το πράγμα. Είχα δεν έναν πολύ σκουληκιάρη τύπο, να το πω έτσι να το καταλάβει κι ο κόσμος, ο οποίος όμως είχε πάρα πολλά λεφτά, στη Θεσσαλονίκη. Και ξόδευε τα χιλιάρικα τότε, σα να ήταν δεν ξέρω τι… Τον ήξεραν όλοι στο μαγαζί, πήγαιναν στο τραπέζι του, του μιλούσαν, κι εγώ σκεφτόμουν κι έλεγα: πενήντα χιλιάδες είναι για μένα ένα γραμμάτιο, που δεν έχω να τα δώσω. Δεν ήξερα τις συμπεριφορές αυτές, με τα λουλούδια, τις σαμπάνιες… Αυτό λοιπόν θίγει έναν τρόπο ζωής που εξακολουθεί να υπάρχει. Στη γειτονιά μας υπάρχουν διάφορα με ένα κέντρο, όπου κάποιος βγήκε αναίσθητος από εκεί μέσα, προχτές είχαν πυροβολισμούς το πρωί, δυο παρέες, και βλέπεις 16 χρονών παιδάκια να βγαίνουν, να στέκονται στην ουρά για αυτό το πράγμα. Που κάποια σταρ του Χόλιγουντ έχει κάνει αλυσίδα μαγαζιών και νομίζουν ότι θα την δούνε; Δεν ξέρω αν ήρθε και ποτέ. Δε θα δουν και τη Μέριλ Στριπ…

-Και η αναφορά που γίνεται στο ρόλο του εσωτερικού μετανάστη-θυρωρού, που είναι τραγικά επίκαιρο.

-Αυτό είναι το καλύτερο. Ευχαριστώ που μου το θυμίζεις. Γιατί είναι και μια περίοδος, που δεν ήταν όλοι από αστυφιλία, βέβαια ο θυρωρός αυτός ήταν πάρα πολύ συμβιβασμένος, αλλά ήρθε και πάρα πολύς κόσμος για να κρυφτεί από το κυνηγητό το μετεμφυλιακό. Μπορεί κι από φόβο να γίνανε κι αυτοί σαν κι αυτόν το θυρωρό, να γίναν και καρφιά, πολλοί, αλλά όχι όλοι.

-Ήταν κι αυτοί που έρχονταν από μια ρημαγμένη ύπαιθρο που δεν είχε να τους δώσει τα προς το ζην.

-Τίποτα. Κι όχι μόνο. Πολλοί φοβόντουσαν. Αλλά υπήρχαν κι αυτοί που δούλευαν στα εργοστάσια και τις οικοδομές ή στο σινεμά. Ο Τάσος ο Ζωγράφος, ο Βέγγος και πολλοί άλλοι, πήγαν στο σινεμά ή στο θέατρο γιατί εκεί δεν τους κυνηγούσαν. Και έχω μια ιστορία, που μου την είχε πει και η Αλίκη Γεωργούλη και ο Τάσος ο Ζωγράφος, δε θυμάμαι το όνομα του αγωνιστή. Τον πήρε λοιπόν η Αλίκη, τότε ήταν με τον Αλεξανδράκη κι ανέβαζαν πολύ ωραία έργα στο θέατρο, πολύ δραστήρια γυναίκα ως το τέλος. Αποφυλακίστηκε αυτός και τον είχαν και δούλευε γενικών καθηκόντων: Πήγαινε, του έδινε τα φέιγ-βολάν για τη διαφήμιση της παράστασης, γυρνούσε, ήταν εργατικός και πρόθυμος. «Κυρα-Αλίκη τα πέταξα, τις πέταξα όλες τις προκηρύξεις.» Ή όταν σήκωνε το τηλέφωνο, έλεγε πχ: Κώστας Παπαδόπουλος (σ.σ τυχαίο όνομα), αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης και του Δημοκρατικού Στρατού. Η έλεγε «Κυρία Αλίκη, τα καθάρισα όλα τα κελιά (τα καμαρίνια δηλαδή)». Κι έτσι ξεπήδησε κι ο Θανάσης ο Βέγγος, που από φροντιστής του είπαν “παίξε κι αυτόν το ρόλο”, γιατί είχε έρθει από τη Μακρόνησο, και ο Τάσος ο Ζωγράφος και πολλοί άλλοι, που ίσως εγώ δεν τους ξέρω.

Έχουμε την Αποκλειστική Νοσοκόμα. Εκεί νομίζω, υπάρχει ένα μαύρο χιούμορ σε αυτό το νούμερο, αλλά εμείς επικεντρώνουμε στο ότι… “μα είσαι του ΙΚΑ και θες και να ζήσεις;”. Δηλαδή στην ουσία δεν καταγγέλλει αυτή που βγάζει τους ορούς, το σύστημα καταγγέλλει. Γι’ αυτό και γελάνε.

Αλλά αυτό το προηγούμενο που είπες, προκαλεί πολύ μεγάλη συγκίνηση στον κόσμο. Γιατί πέρα από όλα τα άλλα, υπάρχει κι ένας κόσμος που μπορεί να νιώθει τύψεις για τη συμπεριφορά του στους γονείς. Αυτό είναι σε άλλη σφαίρα, δεν είναι πολιτικό, αλλά υπάρχει. Πολλοί άνθρωποι όταν χάνουν ένα δικό τους πρόσωπο, κλαίνε πάρα πολύ από τύψεις. Αυτό είναι πολύ κακός σύμβουλος. Δε χρειάζεται να τον έχουμε.

-Ο θυρωρός συνδιαλέγεται με τη μάνα του, που έρχεται στον ύπνο του, τα όνειρά του και τον ρωτάει, του λέει διάφορα…

-Ναι, την αφήσαν ολομόναχη, την σκότωσε το αεροπλάνο του Ερυθρού Σταυρού, εγώ είμαι το φάντασμα. Αλλά τελειώνει εκεί που τον αγκαλιάζει και του λέει ένα τραγούδι. Εκεί βγαίνουν μαντίλια.

-Είσαι ένα φάντασμα που πλανάται ακόμα…

-Ναι, αυτό που είπες, μπορεί να βάλει και σε τέτοιες σκέψεις. Είναι η συνείδησή του πια. Της ζητάει να του πει ένα τραγούδι, που του έλεγε στην πίσω αυλή, όταν ξεκουραζόταν, κι έτσι τελειώνει το κομμάτι αυτό, πολύ συγκινητικά. Και σκέφτονται, σκέφτεται ο κόσμος… Και βέβαια έχουμε τη μαμά-φρικιό. Αυτό έκανε την αρχή ο Ξανθούλης νομίζω και αποτέλεσε έμπνευση για πολλά άλλα θεατρικά κομμάτια αργότερα, αλλά όχι με την ίδια δύναμη. Είναι η γυναίκα που σε όλη της τη ζωή δουλεύει, δεν προχώρησε πέρα από παραδουλεύτρα. Ο άντρας της έκανε ότι ήταν προοδευτικός, αλλά ήταν τεμπέλης και την εκμεταλλευόταν, ο γιος της μπήκε σε μια μια σχολή στο Πανεπιστήμιο, αλλά κι αυτός με άλλα ασχολιόταν, η κόρη κι αυτή, η πεθερά… Μένει μόνη κι απελπισμένη ζητάει από τη θεια της να πάει στο χωριό. Και η θεια της έχει γίνει από αγρότισσα, πρόεδρος του Συλλόγου “ο Μπρεχτ κουνάει τα αρχίδια του και ο Σαίξπηρ τα βυζιά του”. Και την βάζουν να παίξει. Βλέπει τους άλλους κάτω να χασμουριούνται και κλαίει. Και πάει στα Εξάρχεια και γίνεται η βασίλισσα των Εξαρχείων. Γιατί εκεί δεν είναι μόνο αυτοί που προκαλούν, υπάρχει κι ένας κόσμος που είναι άθελά του στο περιθώριο.

-Την επιθεώρηση που έλεγες πως άργησες να την πιάσεις…

-Ναι είναι καθαρά πολιτικό είδος. Στο Θεσσαλικό πρωτόκανα, και τότε είχε πρωτογράψει κείμενα ο Λάκης Λαζόπουλος, ήταν 23 χρονών. Μετά ακολούθησε την πορεία που ακολούθησε. Η επιθεώρηση έχει κάποιους κανόνες. Οι κανόνες δεν είναι να γελάει ο κόσμος χωρίς να σκέφτεται, γιατί πραγματικά είναι ένα είδος ελληνικό που μπορεί να έχει κι άλλα είδη του εξωτερικού, το σταντ-απ κόμεντι κτλ που εδώ είναι… Δεν… Έχω άποψη για αυτό. Μόνο σταντ-απ κόμεντι δεν είναι. Γιατί ξέρουμε πώς είναι αυτό το είδος από το Χάρρυ Κλυνν, όταν ήταν στις καλές του μέρες ή από το εξωτερικό.. Τώρα βγαίνει ο καθένας, λέει μια ιστορία προσωπική, κι αν δε γελάει ο κόσμος, τους λέει “γιατί δε γελάτε; Γελάστε…”. Κάποιοι είναι καλοί, πχ ο Χριστόφορος Ζαραλίκος, με περιεχόμενο και σεβασμό στους κανόνες. Αλλά κάνουν και κάτι Φεστιβάλ, μόνοι τους γελάνε, μόνοι τους ανακηρύσσονται πρώτοι… Δεν μπορεί να σταματάς να παίζεις. Πρέπει να έχεις κάποιους κανόνες.

Ένα διάστημα πήγαινα κι έβλεπα, πολύ νέα τότε, στην παρακμή του το είδος, μόνο και μόνο για να δω κάποιους πολύ σπουδαίους, κι όχι σε καλές παραστάσεις. Είδα τον Αλέκο Λειβαδίτη, τη Ρένα Ντορ, τον Κούλη Στολίγκα, νομίζω ήταν λίγο υποτιμημένος ηθοποιός… Είχαν ιδιαίτερες ικανότητες, κάποιοι μπορούσαν να κάνουν μόνο έναν τύπο, οι λεγόμενοι “τυπίστες”, αλλά ήταν έξοχοι, αλλά υπήρχαν κι ηθοποιοί σπουδαίοι με μεγαλύτερη γκάμα που έκαναν και επιθεώρηση, από παλιά πχ η Μαρίκα Κοτοπούλη. Είναι ένα είδος πολύ σημαντικό, που καμιά φορά δεν πέφτει σε καλά χέρια.

-Το προτιμάς; Είναι το αγαπημένο σου;

-Όχι, δεν είναι το πολύ αγαπημένο μου. Προσπαθώ σε ό,τι παίζω, να είμαι έτοιμη να το κάνω. Για αυτό και όταν μου λένε “γιατί δεν κάνεις τραγωδία;”, δεν εννοούμε να κάνω την Εκάβη πχ, μου το έχουν πει και γέλασα. Θα μπορούσα ίσως να παίξω ρόλους όπως της τροφού, αλλά πρέπει πρώτα να ασχοληθώ δυο χρόνια με το είδος, να δω τους κανόνες του. Έχω καλή φωνή και άρθρωση, αλλά όχι τις απαραίτητες αναπνοές. Το λέω ακριβώς επειδή μου αρέσει η τραγωδία, την θεωρώ πολιτικό θέατρο που ασχολείται με τα προβλήματα των μειονοτήτων, ενώ δε μου αρέσει ο Αριστοφάνης, το λέω. Δε μου αρέσει κι ο Μολιέρος, επίσης το λέω. Μου αρέσει ο Τσέχοφ, ο Ίψεν, ο Στρίντμπερκ, υπάρχουν επίσης πολλά ελληνικά έργα ενδιαφέροντα.

-Το πας κατά συγγραφείς περισσότερο…

-Ναι, ναι…

-Είπες ότι πολλές φορές η επιθεώρηση πέφτει και σε κακά χέρια.

-Είναι πολύ εύκολο να γελάσει ο κόσμος, έχει ανάγκη να το κάνει αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Νομίζω ότι κι ο τρόπος, ακόμα και η εκφορά του λόγου και η αισθητική της όλης παράστασης, πώς είναι τα σκηνικά, τα κοστούμια, μπορούν να είναι η ποιότητα του πραγματικά λαϊκού και όχι του λαϊκίστικου. Και να μη στοχεύει στο θυμικό. Εκεί είναι η διαφορά μου με τον τρόπο. Αλλά πρέπει να πούμε ότι εκτός από το λαϊκό κίνημα, μεγάλο πλήγμα δέχτηκε και η αισθητική του κόσμου. Έχει πέσει πολύ χαμηλά το κριτήριο, λίγοι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι «εδώ είμαστε καλά, μας υπολογίζουν, δε μας κοροϊδεύουν». Γιατί υπάρχει μια τεράστια δύναμη, η τηλεόραση, που είναι στα χέρια της εξουσίας, και καλλιεργεί όλη αυτήν την αισθητική. Ακόμα και στο πώς φέρονται οι νέοι άνθρωποι, τα “πανομοιότυπα” που έλεγα στο πρώτο έργο. Είναι περίεργα τα πράγματα. Υπάρχει όμως και το αντίστροφο φαινόμενο. Στην πρώτη μας παράσταση, που είχα γράψει, σατίριζα την Αμπράμοβιτς, αυτό το τίποτα και το λέω με το θάρρος της γνώμης μου. Ίσως στην αρχή πήγε να κάνει κάτι ενδιαφέρον, αλλά τώρα κοροϊδεύει τον κόσμο για τα φράγκα. Ήρθαν λοιπόν σε γκρουπ καλλιτέχνες, όχι ηθοποιοί. Ήταν από τις χειρότερες μέρες που έπαιξα. Δεν ξέρω τι τους κακοφάνηκε.

-Ότι τους έθιξες την Αμπράμοβιτς;

-Δεν μπορώ να το πιστέψω. Θυμάμαι πάλι από την άλλη την Αριστούλα (σ.σ. Ελληνούδη) που ήρθε. Δεν ήταν πολύ εκδηλωτική η Αριστούλα, ήταν προσεκτική στις κριτικές της, εμένα με είχε στα όπα-όπα από μικρό κορίτσι, δεν το συζητώ. «Επιτέλους κάποιος τα είπε». Αυτό μου είπε, δεν ξέρω αν το έπαιξα καλά ή όχι. Και δε σου λέω ότι έγραψα το αριστούργημα. Αυτό ήταν σταντ-απ κόμεντι. Αλλά ασχολιόταν όχι με τα προσωπικά μου, αν πήγα στην τουαλέτα κι αν έφαγα πολύ, αν απέτυχε η σεξουαλική συνεύρεση… τέτοιες αηδίες, δε λένε και τίποτα άλλο. Αυτό είχε τη μορφή του σταντ-απ κόμεντι. Στην ουσία έπαιζα εγώ, έβγαινε κι ο Αντώνης ως alter ego, η Αγγελική ως βοηθητικό πρόσωπο που δε μιλούσε, το είχε σκηνοθετήσει κιόλας, κι είχαμε το εξής φαινόμενο: Ερχόντουσαν γυναίκες από το Αιγάλεω, τη Νίκαια και το Χαϊδάρι και πέθαιναν στο γέλιο, δεν έχουν ασχοληθεί θεωρητικά με θέματα αισθητικής, σαν αυτά που θίγαμε στην παράσταση..

-Άγγιζε τον κόσμο δηλαδή;

-Πολύ, πολύ. Για αυτό δε λεώ ποτέ “α, αυτό δεν είναι για τον κόσμο”. Μια χαρά είναι ο κόσμος. Ό,τι του δίνεις το καταλαβαίνει. Επειδή όμως του δίνουν πολλά σκατά, όλη μέρα, επηρεάζεται αρκετά.

Να πούμε για το Θεατρικό Αναλόγιο και το διαγωνισμό που κάνατε;

-Είμαστε πραγματικά περήφανοι για αυτό. Ήταν μια ιδέα του Άκη Σιδέρη που την υλοποίησε μαζί με την Αγγελική. Διαβάσαμε ογδόντα έργα, εγώ ήμουν στην επιτροπή, φέτος δε σκοπεύω να είμαι ξανά, δεν μπορώ να διαβάσω τόσα (γέλια). Επιλέξαμε τα 14, μπορεί και να αδικήθηκαν κάποια, γιατί είχε πολύ περισσότερα καλά έργα και μετά αποφάσισε το κοινό κι η επιτροπή. Το κοινό λοιπόν επέλεξε το “Ράκο” που παίχτηκε ήδη, και τώρα παίχτηκε σε δύο παραστάσεις το βραβείο της επιτροπής που είναι το “Con”, και θα έχει άλλες δύο παραστάσεις την άλλη βδομάδα. Αυτό είναι το δώρο του θεάτρου μας προς τους νικητές. Θα το συνεχίσουμε βέβαια, ίσως βάλουμε μια θεματική πια. Ξεπηδάνε ωραία πράγματα. Εγώ είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν πολλοί συγγραφείς και καλοί Έλληνες συγγραφείς, ξέρουμε κιόλας κάποιους. Κάποτε έλεγα ότι δεν τα ανεβάζουν τα μεγάλα θέατρα, γιατί δεν έχουν την ευκαιρία οι πρωταγωνίστριες να στολίζονται και να αλλάζουν κοστούμια. Δεν ξέρω όμως στ’ αλήθεια, είναι δύσκολα τα πράγματα κι έτσι βλέπεις ένα καλό έργο να παίζει σε ένα θέατρο όχι τόσο κεντρικό.

-Πάντως βγαίνουν καλά πράγματα λες. Και το επίπεδο όσων συμμετείχαν…

-Ήταν πολύ καλό, ναι.

-Πώς πάει αυτή η προσπάθεια που κάνετε τα τελευταία χρόνια στο Θέατρο “Από κοινού”;

-Πολύ μεγάλη ιστορία, πολλή δουλειά, απαιτεί να είμαστε κι οι τρεις απίκο, ο καθένας στο πόστο του ή και όλοι μαζί σε κάποιο. Επιπλέον, ενώ δε μου αρέσει να παίζω πια στην τηλεόραση, έχω κουραστεί, με αυτήν την έννοια το λέω, ανταποκρίνομαι σε κάποιες προτάσεις, καλές συνήθως, για να δώσω μια μικρή οικονομική βοήθεια. Είμαστε στην ευχάριστη θέση να μη χρωστάμε πουθενά και πρέπει να πω ότι αυτοί στους οποίους χρωστούσαμε, ήταν φίλοι. Που προσφέρθηκαν άδολα, χωρίς να τους ζητήσουμε τίποτα. Κάποια στιγμή απευθυνθήκαμε κατόπιν προτροπής και σε υποψήφιους χορηγούς. Σε μια μεγάλη τηλεφωνική εταιρεία, ένα golden boy μου υποσχέθηκε ένα μικρό ποσό, «επειδή με αγαπάνε», αλλά ποτέ δεν έστειλε τίποτε. Συνεργάστηκα και με εταιρία ηλεκτρολογικού υλικού που ξεκαθάρισε πως δεν κάνει χορηγίες, αλλά θα μας έδινε υλικό σε τιμή κόστους και τώρα έχουμε μια άψογη επαγγελματική συνεργασία.

-Και το Υπουργείο Πολιτισμού που επιχορηγεί τόσες παραστάσεις;

-Μία και μόνη φορά, κάναμε αίτηση, πρώτη και τελευταία στα χρονικά της ιστορίας μας γιατί θέλαμε να ανεβάσουμε τον «Κοριό» του Μαγιακόφσκι. Δε μας απάντησαν καν.

-Με ποιον υπουργό;

-Την κ. Κονιόρδου. Δεν έχει σημασία αυτό. Θα μπορούσα κι εγώ να την πάρω τηλέφωνο και να της πω «Λυδία είμαι η τάδε, με ξέρεις». Θα μπορούσα να το κάνω, αλλά δεν το έκανα. Μάλιστα ένας υπάλληλος μου είπε, δε χρειάζεται να βάλετε βιογραφικά κ. Γερασιμίδου. Πήρα μία φορά μόνο γιατί είμαι Πόντια κολοπετσωμένη: Λέω μπορείτε να μας πείτε γιατί μας απορρίψατε; Το πρώτο ύφος ήταν “θα κάνετε ένα αίτημα…” και απαντάω εγώ αυτόματα: «Εγώ; Να σας ξανακάνω αίτημα; Όχι! Είστε υποχρεωμένοι να μου απαντήστε.» Με αυτόν τον τόνο. Εκεί μαζεύτηκε και ψέλλισε δικαιολογίες. Εντέλει δε δικαιολογήθηκε ποτέ η απόρριψη, αλλά έτσι κι αλλιώς ψίχουλα δίνουν. Προχτές είπα στον κόσμο, που ήταν πολύ ζεστός, πως εσείς είστε η επιχορήγησή μας κι όχι το υπουργείο.

Υπήρξαν και κάποιοι πλούσιοι φίλοι, που χωρίς να έχω καμία πρόθεση να του ζητήσω χρήματα, άρχιζαν τα «δεν έχουμε καθόλου αυτό τον καιρό». Τους απαντώ αν ήθελα να σας ζητήσω, θα σας έλεγα απευθείας. Υπήρξαν κι άλλοι, που βοήθησαν από το υστέρημά τους, το λέω και συγκινούμαι, κι έτσι όλα έγιναν δίχως δάνεια από τράπεζες. Τα επέστρεψα όλα κι είμαι πολύ χαρούμενη γι’αυτό.

-Στο θέατρο αυτό από πότε είστε;

-Νοικιάσαμε τον Αύγουστο του 15′, αλλά ο Αντώνης δούλευε μέσα 14 μήνες και πληρώναμε τα ενοίκια.

-Και πώς φτάσατε στην απόφαση να το ξεκινήσετε;

– Θέλαμε πάντα να κάνουμε κάτι δικό μας, ενώ δουλεύαμε κι αλλού. Για να έχεις μεγαλύτερη ελευθερία, να κάνεις μια παράσταση δική σου. Τα βάλαμε κάτω και υπολογίσαμε ότι αν είναι να δίνουμε τόσα λεφτά για να παίρνουμε για δύο μέρες και ένα μήνα σύνολο οκτώ παραστάσεις, καλύτερα να βρούμε ένα χώρο και να τον νοικιάσουμε. Βέβαια δεν τα υπολογίσαμε σωστά. Δεν πειράζει.

-Δε θα το ξανάκανες δηλ με τη στερνή σου γνώση;

-Όχι, θα το ξανάκανα.

-Αξίζει τον κόπο;

-Βέβαια αξίζει. Πρώτα από όλα γίνονται πάρα πολλά πράγματα εκεί και μουσικά. Κάνουμε και στο φουαγιέ και μέσα. Φιλοδοξούμε να κάνουμε διάφορα πράγματα. Φιλοξενούμε ομάδες νέων ανθρώπων για παράδειγμα.

-Όταν ήρθαμε μιλούσες στο τηλέφωνο και για την αυριανή απεργία. Θέλω να σε ρωτήσω για το ΣΕΗ, ασχολείσαι ακόμα ενεργά ή όχι;

-Ενεργά δεν μπορώ γιατί είμαι συνταξιούχα. Μέχρι πρότινος, πριν από κάποια χρόνια, πήγαινα κι έξω από τα θέατρα ή λειτουργούσα συμβουλευτικά. Κάποια πράγματα θα μπορούσαν να αλλάξουν προς το ακόμα καλύτερο.

-Γίνεται καλή δουλειά; Πχ το ντοκιμαντέρ για τα 100 χρόνια που έγινε.

-Βέβαια, γίνεται καλή δουλειά, απλά ο εχθρός του καλού είναι το καλύτερο. Γίνονται πράγματα, θα μπορούσαν και περισσότερα. Γιατί υπάρχει το έδαφος για να γίνουν παραπάνω.

-Στη Βουλή ποια ήταν η εμπειρία σου, την περίοδο που ήσουν;

-Ένα μπάχαλο ήταν, πολλή ψευτιά, πάρα πολλή. Βέβαια υπάρχουν πάντα άνθρωποι με ευγένεια και φινέτσα, δε μιλάω για τους χρυσαυγίτες, σε καμία περίπτωση, τους βλέπεις κι εξοργίζεσαι, δεν είναι και να τους φοβάσαι κιόλας. Υπάρχουν και στα άλλα κόμματα, κάποιοι λίγοι, που έχουν μια εντιμότητα σε αυτό που πιστεύουν και μπορούν να εκτιμήσουν και να σέβονται. Αλλά οι περισσότεροι είναι μες στην ψευτιά κι αυτό το βλέπουμε από το πώς αλλάζουν τα κόμματα κτλ. Μεταξύ μας στο γραφείο μας, γιατί δεν πήγαινα στο κυλικείο, κανείς μας, περνούσαμε υπέροχα.

-Κι ως ηθοποιός πώς κρίνεις τις παραστάσεις και τη σκηνοθεσία στη Βουλή;

-Εκεί δεν μπαίνει θέμα ηθοποιίας παιδιά. Το θέατρο είναι αλήθεια. Ο ηθοποιός προσπαθεί να βγάλει την αλήθεια του ρόλου του και όλου του έργου. Κι αν είναι κακός, δεν ταυτίζεται ποτέ. Παίζει έτσι που να αφήσει τον κόσμο να καταλάβει, δε γίνεται δολοφόνος για να παίξει καλά το δολόφονο. Πάντα χρειάζεται η σκέψη. Αυτό που έχει παρεξηγηθεί από το μπρεχτικό θέατρο, η αποστασιοποίηση, δεν είναι ‘δεν παίζω’, είναι κρατάω μια κριτική ματιά, αυτήν την απόσταση, όχι να μην κάνω τίποτα. Εκεί λοιπόν, δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική, θέατρο… Θεατρινισμός και υποκρισία ναι. Αλλά… και το θεατρινισμό δεν το δέχομαι, γιατί έχει σα βάση κάτι που μεταφέρει τις ανθρώπινες αλήθειες.

Βλέπεις κακούς ηθοποιούς;

-Κάκιστοι είναι όλοι. Φαίνεται η ψευτιά.

Το εμβληματικό έργο του Γιάννη Ξανθούλη “Τα σκουπίδια” είναι μια πικρή σάτιρα για μια πραγματικότητα επίκαιρη ακόμα. Σκουπίδια είναι τα όνειρα κάποιων ανθρώπων που ζωντανεύουν για να καυτηριάσουν όσα συμβαίνουν στις ζωές μας χωρίς δική μας υπαιτιότητα.

Συντελεστές παράστασης

Σκηνοθεσία: Κοραής Δαμάτης

Μουσική: Φίλιππος Παχνιστής
Χορογραφίες: Άκης Σιδέρης
Σκηνικά-Κοστούμια: Κοραής Δαμάτης
Διδασκαλία τραγουδιών: Νένη Ζάππα
Φωτογραφίες: Δημήτρης Λυκουρέζος
Αφίσα: Ελένη Κανιώτη

Παίζουν οι:

Ελένη Γερασιμίδου
Αντώνης Ξένος
Άκης Σιδέρης
Αγγελική Ξένου

Φωνή πόντικα: Νικολέτα Βλαβιανού

https://www.facebook.com/events/560758874353699/

Διάρκεια παράστασης: 105 λεπτά

Παραστάσεις: Παρασκευή-Σάββατο στις 21:00 & Κυριακή στις 20:00

γενική είσοδος black friday 23/11: 8€

Από Κοινού Θέατρο

Ευπατριδών 4, Γκάζι

(μετρό Κεραμεικός)

Τηλ. 211 4057249

apokoinou[email protected]gmail.com

 facebookpage: Από Κοινού Θέατρο – Apo Koinou Theater
Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: