“Οι γειτονιές του κόσμου” – Κριτική της παράστασης

Το θέατρο έχει επιτύχει το σκοπό της ύπαρξής του, διότι ο θεατής φεύγει από το θέατρο αναλογιζόμενος τα όσα είδε και την βαθύτερη ταξική τους αιτία. Διότι πίσω απ’ όλα τα δεινά κρύβεται πάντα μασκαρεμένος με διάφορα κοστούμια και προσωπεία ο καπιταλισμός.

Ο Γιάννης Ρίτσος μας παίρνει απ’ το χέρι και μας πηγαίνει μια βόλτα στις γειτονιές του κόσμου. Ο ζεστός και ανθρώπινος λόγος του, χωρίς ίχνος βερμπαλισμού, μας ταξιδεύει στην Αθήνα της ταραγμένης δεκαετίας του ’40. Μας φωτίζει το δρόμο της χαμένης ευτυχίας μέσα στη σκοτεινιά της κατοχής, της αντίστασης, της απελευθέρωσης, των Δεκεμβριανών και του εμφυλίου. Λες και το ρολόι του τόπου σταμάτησε για δέκα ολόκληρα χρόνια. Κακουχίες και πείνα, διώξεις, φυλακίσεις, βασανιστήρια και ολάκερα ποτάμια αίματος κυλούν στο σανίδι του Βαφείου. Χωρίς ποτέ να τα δεις, τα βιώνεις μέσα από τα λόγια του Ρίτσου, μέσα από τις υπέροχες ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών.

Και όμως μέσα σε όλη αυτή την καταχνιά, τα λόγια του ζεσταίνουν σαν φωτεινές ηλιαχτίδες τις ψυχές των ανθρώπων, που φλέγονται από τη νιότη και δεν μπορούν να πάψουν να ονειρεύονται, δεν αντέχουν να μην ερωτεύονται, αρνούνται να πάψουν να ζουν, ακόμη και ως ένοικοι σε λαβωμένα και ασθενικά κορμιά. Ο Ρίτσος καταφέρνει να κρύψει καλά κάτω από τις λέξεις όσα βιώνει στα ξερονήσια του Αη-Στράτη και της Μακρονήσου που βρίσκεται όταν γράφει το συγκεκριμένο έργο. Ίσως ετούτες οι αράδες να είναι οι δικές του ηλιαχτίδες, οι προσωπικές του αποδράσεις από τα κολαστήρια, στο άρωμα της δοξαστικής μυρσίνης.

Η παράσταση είναι ένα ποιητικό χρονολόγιο της πιο μελανόχρωμης δεκαετίας στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας. Το μαύρο του φασισμού και του ναζισμού, το μαύρο των χιτών και των ταγματασφαλιτών, το μαύρο των Άγγλων και των Αμερικανών, ενώνουν τις αποχρώσεις τους και δημιουργούν ένα κακόηθες μελάνωμα που εξαπλώνεται στο πετσί του λαού. Η διασκευή του έργου σε συνδυασμό με τη σκηνοθεσία, τις οποίες ανέλαβε αμφότερες η Νάντια Δαλκυριάδου, διατηρούν το λυρικό χαρακτήρα, δημιουργώντας γλαφυρές σκηνές και αναπαραστάσεις που σε ταξιδεύουν στην εποχή, σε κάνουν να νιώθεις κομμάτι της ακόμη και αν είσαι από τους τυχερούς που δεν την έζησες.

Το σκηνικό είναι απολύτως λιτό και αρκούν μονάχα τέσσερα ξύλινα σκαμνιά, λίγα εφημεριδόφυλλα και μια χούφτα γκαζές για να στηθεί ολάκερη η εποχή μπροστά στα μάτια σου. Οι ήχοι που ντύνουν την παράσταση παράγονται όλοι από μια ευφυέστατη εναλλακτική χρήση του σκηνικού από τα χέρια και τα πόδια των ηθοποιών. Μία κιθάρα και οι φωνές τους προσφέρουν τη γλύκα που σπάει την πικρή γεύση που έχει στο στόμα ο θεατής.

Η επίγευση είναι γλυκόπικρη και ελπιδοφόρα. Το θέατρο έχει επιτύχει το σκοπό της ύπαρξής του, διότι ο θεατής φεύγει από το θέατρο αναλογιζόμενος τα όσα είδε και την βαθύτερη ταξική τους αιτία. Διότι πίσω απ’ όλα τα δεινά κρύβεται πάντα μασκαρεμένος με διάφορα κοστούμια και προσωπεία ο καπιταλισμός.

Θέατρο Βαφείο – Λάκης Καραλής
(Αγ. Όρους 16 & Κωνσταντινουπόλεως 115, Βοτανικός)
Παραστάσεις: Κάθε Τετάρτη στις 20.30

Διάρκεια: 90′
Διασκευή-σκηνοθεσία:Ν. Δαλκυριάδου

Ερμηνεύουν:

Λάζαρος Βαρτάνης
Στέφανος Παπατρέχας
Βασιλική Σαραντοπούλου
Δημήτρης Χατζημιχαηλίδης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: