«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» – Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Η υποκριτική τέχνη, ο ηθοποιός, οι νέοι, τα «τάλεντ σόου», οι «μοντέλες» «ηθοποιοί», η ανεργία, η οικογένεια, η χειραγώγηση του πολιτισμού, η σχέση δάσκαλου – μαθητή, η Επίδαυρος, η Ρουμανία, το ΚΚΕ και… τα πλυντήρια που χαλάνε, είναι μερικά από τα θέματα της συζήτησής μας με την ηθοποιό Μαίρη Ραζή, που μας υποδέχτηκε στο θέατρο «Πρόβα».

Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Άπειρες φορές έχω περάσει έξω από το διώροφο νεοκλασικό, χωρίς να μετακινηθεί το βλέμμα μου. Σχεδόν πάντα βιαστικός, όπως οι περισσότεροι που στροβιλίζονται στο χωνευτήρι της μεγαλούπολης για να φτάσουν κάπου (αν φτάνουμε ποτέ είναι μια άλλη ιστορία…). Μερικές φορές όμως φτάνει μια αφορμή για να στρέψεις το βλέμμα και την προσοχή σου και ν’ ανακαλύψεις πράγματα που γίνονται δίπλα σου, αλλά για διάφορους λόγους δεν έφταναν σε σένα.

Ηπείρου και Αχαρνών γωνία στεγάζεται το θέατρο «Πρόβα». Κεντρική, Πειραματική, Παιδική Σκηνή, Σχολή Δραματικής Τέχνης και στέγη και άλλων πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Ένας πολιτιστικός οργανισμός δομημένος με γνώση, φαντασία, επιμονή και μεράκι – υλικά που αντέχουν απέναντι στις μόδες και στην καφρίλα της εποχής μας – από τους δημιουργούς του, την Μαίρη Ραζή και τον Σωτήρη Τσόγκα. Μα πάνω απ’ όλα με αγάπη για όλα όσα περικλείουν οι λέξεις θέατρο και ηθοποιός, όπως επιβεβαιώνεται από τις επιλογές των δημιουργών του και τη συνεχή αδιάλειπτη παρουσία του οργανισμού στα 35 χρόνια που μεσολαβούν από την ίδρυσή του.

Η ηθοποιός Μαίρη Ραζή δεν έχει ανάγκη τις δικές μου συστάσεις. Έχοντας διανύσει χιλιόμετρα πάνω στη σκηνή, όπως λέει η ίδια, με πολλούς σημαντικούς ρόλους και συνεργασίες στο ενεργητικό της και έχοντας ζήσει και αντιμετωπίσει όλων των ειδών καταστάσεις, από τα πρώτα δύσκολα παιδικά χρόνια, τις λεγόμενες «καλές εποχές» στη ζωή και το θέατρο, μέχρι τις δυσκολίες της Ελλάδας της «κρίσης», ο λόγος της, ας μη συμφωνείς σε όλα μαζί της, έχει βαρύτητα.

Χωρίς να την έχω ξανασυναντήσει, αναρωτιόμουν για τις ομοιότητες και τις διαφορές της πραγματικής από τη δημόσια εικόνα της. Πώς αντιμετωπίζει μια καταξιωμένη και «επώνυμη» ηθοποιός έναν ακόμα που έρχεται να της πάρει συνέντευξη; Δεν είναι λίγες οι φορές που οι προσλαμβάνουσές μας για κάποιον ανατρέπονται άρδην, μόλις παραβεί τα στεγανά της τέχνης του και αρχίσει να αναπνέει τον ίδιο αέρα που αναπνέουμε όλοι οι απλοί, συνηθισμένοι και κάποτε βαρετοί στους άλλους άνθρωποι.

Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η κυρία Ραζή είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι εμείς· αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις, τις δυσκολίες και την καθημερινή τριβή με το αντικείμενό της, δηλώνει παρούσα στην εποχή της, ξέρει δηλαδή «τι της γίνεται». Από τη στιγμή που με υποδέχτηκε στο θέατρο «Πρόβα», σε όλη τη διάρκεια της περίπου δίωρης συνομιλίας μας, την ξενάγηση στους χώρους του θεάτρου και της σχολής, μέχρι το «καλή αντάμωση», δεν άφησε να περάσει ούτε μια στιγμή που να μη με κάνει να νιώσω οικεία, σχεδόν όπως όταν συναντάς κάποιον γνωστό μετά από χρόνια.

Η Μαίρη Ραζή ανήκει σε κείνη την κατηγορία των ηθοποιών και γενικότερα των καλλιτεχνών, που είναι απορροφημένοι στην τέχνη τους, δεν έχουν ιδιαίτερα ενεργό συμμετοχή στα κοινά, δεν βρίσκονται όμως και κλεισμένοι σε κάποιο μικρόκοσμο, όπως συμβαίνει με τους περισσότερους. Έχει απόψεις και τις υποστηρίζει με σθένος, τολμώ να πω με τσαμπουκά – ξέρω ότι δεν θα παρεξηγήσετε την έννοια της λέξης. Δεν κρύβω ότι με ξάφνιασε η αμεσότητα και το πάθος με το οποίο απάντησε σε κάποιες ερωτήσεις. Όμως ήταν εκείνη που πρώτη ξαφνιάστηκε όταν τη ρώτησα αν ο ηθοποιός έχει να βγάλει σε πέρας κάποια αποστολή, ή το επάγγελμά του είναι ένα επάγγελμα όπως όλα τ’ άλλα…

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

«Όχι, είναι λειτούργημα! Η υποκριτική είναι μια μορφή τέχνης μέσα από την οποία εκφράζεται ο ηθοποιός, ο άνθρωπος που έχει την ανησυχία να εκφράσει τον εσωτερικό του κόσμο και να καταθέσει την ψυχή του, να την εκθέσει σε κοινό. Ίσως είναι η μοναδική τέχνη που την ώρα που γίνεται, η αμφίδρομη σχέση με τον θεατή είναι άμεση. Συμβαίνει και με το τραγούδι, την όπερα, όπου υπάρχει αμεσότητα με τον θεατή. Θέατρο χωρίς θεατή, έστω και έναν, δεν μπορείς να κάνεις. Είναι λειτούργημα επειδή απευθύνεται στις ψυχές κάποιων ανθρώπων που θέλουμε να βελτιωθούν, να πάρουν μια γεύση πολιτισμού, γεύση ψυχαγωγίας, ν’ αγαπήσουν τις τέχνες γενικότερα. Νομίζω ότι οι τέχνες είναι μεγάλο εργαλείο για να εκπολιτιστεί ο κόσμος, κι ακόμα αν θέλετε και για να ενωθούν οι πολυπολιτισμικές διαφορές με τις εισροές των προσφύγων, των μεταναστών – βλέπετε τι γίνεται σήμερα. Μόνο μέσα από την τέχνη μπορεί ο άνθρωπος να βελτιωθεί, να γίνει καλύτερος και να μη κλέβει, να μη σκοτώνει. Ν’ ανεβαίνει το ήθος του. Αυτό το σκοπό έχει με την τέχνη του ο ηθοποιός, δηλαδή με τις ερμηνείες του και με τις καταθέσεις ψυχής του, να μπορέσει να καλυτερεύσει και τον συνάνθρωπό του».

Άρα έχει μεγαλύτερη ευθύνη σήμερα η τέχνη;

«Πάντα έχει ευθύνη η τέχνη. Για σκεφτείτε έναν άνθρωπο να τρώει, να δουλεύει, να πηγαίνει στο σπίτι και να κοιμάται. Να μην ακούει μουσική στο ραδιόφωνο, να μη βλέπει έστω μια εκπομπή στην τηλεόραση. Σκεφτείτε τον εαυτό σας χωρίς τίποτα απ’ όλα αυτά, πώς θα ήσασταν;  Προχτές πήγα και είδα μια παράσταση και την άλλη μέρα το πρωί ένοιωθα πιο ευχάριστα, ήμουν πιο ελαφριά, αντιμετώπιζα καλύτερα τη μέρα μου. Η τέχνη βοηθάει. Κάποια συναισθήματα ξυπνάνε μέσα μας».

Η συνάντηση με τη Μαίρη Ραζή προγραμματίστηκε με την ευκαιρία του ανεβάσματος στο θέατρο «Πρόβα» της κωμωδίας «Η Μέση Διάρκεια Ζωής των Πλυντηρίων» της νέας και πολυβραβευμένης Ρουμάνας θεατρικής συγγραφέα Ελίζε Βίλκ.

«Η Μέση Διάρκεια Ζωής των Πλυντηρίων» δεν έχει ξαναπαιχτεί στην Ελλάδα. Το έργο ανεβαίνει μεταφρασμένο από τον Βαγγέλη Δουκουτσέλη, σε σκηνοθεσία  Νίκου Σακαλίδη, με την πρωτότυπη μουσική σύνθεση  του Αλέξανδρου Μέντη, και τους Μαίρη Ραζή, Σωτήρη Τσόγκα και Κωνσταντίνα Κουτουλάκη να υποδύονται τα μέλη μιας «τρελής» οικογένειας. Οι παραστάσεις ξεκινούν την 1η του Νοέμβρη, στην Κεντρική Σκηνή του θεάτρου «Πρόβα» (δείτε εδώ περισσότερα). Ποιοι ήταν οι λόγοι της επιλογής του έργου;

«Δεν ήξερα ότι υπάρχει αυτό το έργο. Ούτε την Ελίζε Βιλκ. Μας το έφερε ο Βαγγέλης ο Δουκουτσέλης ο οποίος πρωτοέπαιξε εδώ στο Θέατρο Πρόβα και είναι Ρουμάνος. Συνήθως μας φέρνουνε πολλά έργα, αλλά δεν έχω χρόνο να τα διαβάζω άμεσα. Μερικές φορές μου παίρνει και μήνες. Όταν μας το έφερε ο Βαγγέλης ήμουν πολύ πιεσμένη, διαβάζαμε πολλά έργα. Το διάβασε πρώτος ο Σωτήρης ο Τσόγκας, ο σύζυγός μου και μου το πρότεινε. Του άρεσε πολύ, του άρεσαν πολύ και οι ρόλοι. Το διάβασα μετά από δυο μέρες και τηλεφώνησα στον Δουκουτσέλη και του είπα “θα το κάνω”».

Η συγγραφέας του έργου, Ελίζα Βιλκ, είναι Ρουμάνα. Εδώ και αρκετά χρόνια το θέατρο «Πρόβα» έχει αποχτήσει μια στενή σχέση με το πολιτιστικό γίγνεσθαι στη Ρουμανία, στην οποία οφείλεται σε κάποιο βαθμό και η επιλογή του έργου. Η Μαίρη Ραζή μας μιλάει γι’ αυτή τη σχέση, και μας βάζει στην υπόθεση.

«Έχω μια προϊστορία με τους Ρουμάνους. Πριν από πολλά χρόνια, όταν είχαμε το θέατρο της οδού Ερμού, ανεβάσαμε το έργο του Καρατζιάλε «Η συμφορά» που το περιοδεύσαμε σε πολλές πόλεις της Ρουμανίας και σε πολλά φεστιβάλ. Έκτοτε η σχέση μου με τη ρουμανική κοινότητα ήταν πάρα πολύ στενή και φιλική. Στον πολιτιστικό σύλλογο «Σύγχρονα Βαλκάνια» παρουσιάσαμε δουλειά της δικής μας Δραματικής Σχολής. Στη συνέχεια βραβευτήκαμε τρεις φορές εκεί με τη Δραματική Σχολή Πρόβα. Αργότερα παίξαμε το «Επάγγελμα της κυρίας Γουόρεν» στη Μπραΐλα που έχει πολλούς Έλληνες. Γενικά με τη Ρουμανία έχουμε πολλές πολιτιστικές συναλλαγές. Έχουνε παίξει εδώ πολλά έργα δικά τους  στα ρουμανικά, για πολλά χρόνια. Κι έτσι προέκυψε και το έργο «Η Μέση Διάρκεια Ζωής των Πλυντηρίων» της Ελίζε Βιλκ.

Το έργο μού άρεσε γιατί είναι η ιστορία μιας τριμελούς οικογένειας που ζει σε μια επαρχιακή πόλη της Ρουμανίας. Εκεί υπάρχει ένα και μοναδικό εργοστάσιο που κλείνει και μένουν άνεργοι χίλιοι άνθρωποι. Όσοι από αυτούς δεν μετανάστευσαν σε άλλες χώρες και παρέμειναν στο χωριό, αντιμετωπίζουν το αδιέξοδο της ανεργίας, δεν έχουν λεφτά να ζήσουν και άλλα προβλήματα που έχει ένας άνεργος. Παρ’ όλα αυτά, η μάνα την οποία υποδύομαι καταφέρνει και βρίσκει δουλειά να κατασκευάζει φέρετρα για χάμστερ, τα οποία εξάγονται στη Δυτική Ευρώπη. Παράλληλα έχει εμμονή με τις τηλεπωλήσεις και αγοράζει ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, ξέρει όλες τις διαφημίσεις της τηλεόρασης απ’ έξω, φεύγει μέσα από τον εγκλωβισμό της μέσα από αυτό τον τρόπο.

Ο πατέρας, άνεργος για παραπάνω από δυο χρόνια, τον τελευταίο μήνα βρίσκει δουλειά στο σπίτι, να κολλάει μάτια σε λούτρινα κουκλάκια και προσπαθεί να μαζέψει λεφτά κρυφά από τη μάνα, για να πάει να δει τη Μαντόνα, με την οποία είναι ερωτοχτυπημένος, στη συναυλία που πρόκειται να γίνει στο Βουκουρέστι. Βρίσκει διέξοδο με τη Μαντόνα. 

Η κόρη, ναι μεν δουλεύει σ’ ένα γραφείο, είναι ερωτευμένη με τον παντρεμένο γείτονά τους, που έχει την ηλικία του πατέρα της.

Όλοι έχουν φτιάξει ένα δικό τους μικρόκοσμο, που οδηγήθηκαν σε αυτόν μέσω της ανεργίας. Μέσα από το κείμενο περνάνε πολλά μηνύματα ότι δεν είναι καλό να είναι κάποιος άνεργος».

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Η Μαίρη Ραζή γνωρίζοντας το ρουμανικό θέατρο είναι σε θέση να μπορεί να κάνει συγκρίσεις. Η ερώτηση ήταν αναπόφευκτη.

«Δεν είναι κακοί οι Ρουμάνοι. Μια χαρά είναι. Έχουν καταπληκτικά θέατρα. Έχουν ένα Εθνικό Θέατρο που ντρέπεσαι να μπεις μέσα, έχουν όπερες. Όταν πρωτοπήγαμε στη Ρουμανία λάσπες σε δρόμους είδαμε, αλλά είχανε κάτι θέατρα, πέρα από το Εθνικό, που ντρέπεσαι να μπεις μέσα. Μιλάω για όλα τα θέατρα που πήγαμε, που παίξαμε ή είδαμε παραστάσεις άλλων θιάσων. Οι Ρουμάνοι έχουν πολιτισμό, έχουν όπερες, μουσική.

«Η Μέση Διάρκεια Ζωής των Πλυντηρίων» αναφέρεται στην ανεργία. Αναπόφευκτα η συζήτηση φτάνει σε ένα από τα μεγαλύτερα, το μεγαλύτερο ίσως, προβλήματα σήμερα, το οποίο μαστίζει και τον κλάδο των ηθοποιών. Την ρωτάω αν η παράσταση έχει να δώσει κάποιο μήνυμα στον θεατή που είναι άνεργος και θα πάει να τη δει.

«Ότι πρέπει να παλέψει να μη μείνει χωρίς δουλειά. Δεν καταλαβαίνω κάποιον που μένει άνεργος. Ήρθα εδώ από την Κωνσταντινούπολη. Όταν ήρθαμε, κοιμόμαστε σ’ ένα σπίτι τριών δωματίων δεκαπέντε άνθρωποι, καλή ώρα όπως οι πρόσφυγες και οι μετανάστες σήμερα. Έχω περάσει μια τέτοια φάση. Ήμουν πάνω στην εφηβεία όταν ήρθαμε κι ενώ είχαμε λεφτά στην Κωνσταντινούπολη, εδώ ο πατέρας μου δεν είχε να με χαρτζιλικώνει, οπότε αναγκάστηκα να κάνω διάφορες δουλειές, που ούτε στον ύπνο μου δε θα τις σκεφτόμουν. Δουλειές που δεν μου επέτρεπαν ποτέ οι γονείς μου να κάνω. Να μη μας φταίει μόνο η κοινωνία, να μην τα ρίχνουμε μόνο στο σύστημα. Βέβαια φταίει η κοινωνία και το σύστημα και οι πολιτικές, αλλά κι αυτός που μένει χωρίς δουλειά έχει την ευθύνη του. Δεν μπορείς δηλαδή να κάθεσαι και να κοιτάς τα ταβάνια και να μη ψάχνεις. Κάτσε σκέψου. Όπως κάθε πράγμα στη ζωή θέλει μια φαντασία, μια δημιουργικότητα, πρέπει να προσπαθείς να βρίσκεις λύσεις και με αυτό. Ξέρετε πόσοι ηθοποιοί κάνουν πολλές άλλες δουλειές για να επιβιώσουν; Οικοδόμοι είναι, σε φαρμακεία δουλεύουν, ξενοδοχοϋπάλληλοι, σε εποχιακές δουλειές, όλοι τρέχουνε. Φυσικά υπάρχει ανεργία, αλλά κάτι πρέπει να σκαρφιστείς».     

Στο σημείωμα του μεταφραστή, Βαγγέλη Δουκουτσέλη, διαβάζουμε ότι «στη ‘’Μέση διάρκεια ζωής των πλυντηρίων’’, μια τριμελής οικογένεια ζητάει να αποδράσει από την καταθλιπτική πραγματικότητα». Δεν ζητάω από την Μαίρη Ραζή να μας αποκαλύψει αν και με ποιον τρόπο καταφέρνουν να «αποδράσουν» οι ήρωες του έργου, αλλά τη γνώμη της πώς αυτό μπορεί να συμβεί στην πραγματική ζωή, σε μια κοινωνία γεμάτη αδιέξοδα και με εκατοντάδες χιλιάδες ανέργους και μισοαπασχολούμενους…

«Είναι δύσκολο. Δεν υπάρχει τυχαία η καταθλιπτική ατμόσφαιρα τριγύρω. Θα σας πω ένα παράδειγμα. Όταν μένετε σ’ ένα διαμέρισμα και οι διπλανοί έχουνε γάμο, η ενέργεια που εισπράττετε από τους διπλανούς είναι ευχάριστη. Αν όμως έχουν κηδεία, δεν μπορείτε να βάλετε χαρούμενη μουσική, γιατί πρέπει να σεβαστείτε τον πόνο του άλλου. Μπορεί να μην έχετε καμιά σχέση με τον διπλανό, όμως η ενέργεια αυτή του θανάτου έρχεται και σ’ εσάς. Όταν συναναστρεφόμαστε με ανθρώπους που δεν έχουν να φάνε, που πεινάνε, που πρέπει να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες, δεν μπορεί να μη μας επηρεάσει».

Ποιο θεωρείτε το πιο δυνατό σημείο της παράστασης;

«Το φινάλε. Το έργο ξεκινάει με μια έκρηξη ενός πλυντηρίου ρούχων που χαλάει. Ξεκινάει δηλαδή συμβολικά με μια κακή κατάσταση στην οικογένεια. Κι όταν παίρνουν καινούργιο πάλι χαλάει! Δηλαδή, ό,τι και να κάνουν αυτοί «είναι» εκεί», δεν μπορούν να είναι αλλού».

Δηλαδή καταδικασμένοι να μη ξεφύγουν;

«Πρέπει ν’ αλλάξουν πολλά πράγματα για να μπορέσουν να ξεφύγουν. Το έργο είναι αποκαλυπτικό. Ενώ ο πατέρας φτάνει στη συναυλία, η Μαντόνα δεν τον παίρνει ποτέ μαζί της. Η μάνα βλέπει τα φυτά που αγόρασε από την τηλεόραση να μαραίνονται και να χαλάνε. Η κόρη ενώ της υπόσχεται ο εραστής ότι θα φύγουν μαζί στη Γαλλία, γυρίζει πίσω στο σπίτι με τις βαλίτσες. Δηλαδή ακόμα και αυτά τα «όνειρα» που έκαναν κι οι τρεις, μένουν ανεκπλήρωτα».

Άρα μένει μια πικρή γεύση στο τέλος;

«Ναι, πικρή. Ενώ είναι μια σπαρταριστή κωμωδία, υπάρχουν σκηνές που πεθαίνεις στα γέλια. Που λες δεν είναι δυνατόν… Τρεις άνθρωποι που δεν επικοινωνούν. Καταλαβαίνετε τι καταστάσεις δημιουργούνται. Σουρεαλιστικές. Το έργο είναι πολύ καλά γραμμένο, κι αυτή κοπέλα, η Ελίζε Βιλκ, είναι μόνο 35 χρονών. Ήρθε εδώ μαζί μας στην πρώτη ανάγνωση, πολύ καλή».

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Μετά από πολλά χρόνια στο θέατρο τη ρωτάω αν θυμάται την πιο πολύτιμη συμβουλή που έχει ακούσει. Με έναν αυθορμητισμό που ξαφνιάζει, διηγείται μια σκηνή που έζησε με ένα από τα «ιερά τέρατα» του χώρου του θεάτρου, που σημάδεψε για πάντα τη σχέση της με την υποκριτική τέχνη. Παθιάζεται όταν μιλάει, μα τα λόγια της κάθε άλλο παρά παρασυρμένα βγαίνουν από τα χείλη της.

«Να αφήνουμε το ένστικτό μας, να μας οδηγεί, τη μύτη μας, τα συναισθήματά μας και μετά να βάζουμε και το μυαλό μας. Οι δάσκαλοι με τους οποίους έχω δουλέψει, και οι μεγάλοι ηθοποιοί που έχω παρακολουθήσει και έχω παίξει μαζί τους δεν  καθόντουσαν πολύ να το σκεφτούν, την ψυχή τους βγάζανε. Την ψυχή τους καταθέτανε. Ας φαίνεται απλό αυτό που κάνανε, είναι πολύ δύσκολο.Σήμερα η υποκριτική τέχνη έχει γίνει μικροχειρουργική και τα κοιτάμε όλα, από εδώ κι από εκεί, έχει γίνει επιστήμη. Βρεθήκανε μέθοδοι να πλησιάζουμε τους ρόλους πιο εύκολα, να ξέρουμε τι κάνουμε, να χρησιμοποιούμε το μυαλό μας πιο πολύ. Αυτό βοηθάει. Ειπώθηκαν πράγματα και σιγά σιγά όλα αυτά τα κάναμε εργαλεία γνώσης. Έχουμε πια πολλές τεχνικές, αναπνοές, διάφορες μεθόδους. Αλλά η μέθοδος για το θέατρο είναι μια, κι αυτή είναι μια μεγάλη συμβουλή. Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο. Η αλήθεια θα σε οδηγήσει και σ΄ ένα καλό παίξιμο».

Ο περισσότερος κόσμος, όπως συμβαίνει με όλους τους ηθοποιούς, γνωρίζει την Μαίρη Ραζή από την τηλεόραση. Έχει παίξει με επιτυχία σε πολλές τηλεοπτικές σειρές. Τη ρωτάω πώς βλέπει την κατάσταση στην τηλεόραση σήμερα. «Μετά την περίοδο της κρίσης που δεν γινόταν τίποτα, ό,τι γίνεται τώρα γίνεται πολύ προσεγμένα. Με λιγότερα μεν λεφτά όλοι, πολύ λιγότερα, αλλά παρ’ όλα αυτά βλέπουμε δουλειές με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον», λέει. Στην ερώτηση αν θα ήθελε να παίξει σε κάποια από αυτές τις δουλειές, απαντά πριν ακόμα τελειώσω τη φράση μου: «Γιατί να μη παίξω;! Βεβαίως και θέλω!». Αποκαλύπτει ότι από τη νέα χρονιά θα εμφανιστεί στο «Καφέ της Χαράς» στο ρόλο την αδελφής του παπα-Τριαντάφυλλου και τονίζει ότι εκτιμά πολύ τον Χάρη Ρώμα.

Καινούργιος ρόλος…

«Ναι, έχει βάλει καινούργιους ρόλους. Είναι μια πολύ ωραία συνέχεια, μετά από δεκατρία χρόνια, γιατί όλοι οι ήρωες υπάρχουν. Βλέπετε ότι γίνεται μια προσπάθεια από όλους μας για να ξανασυσταθεί η ελληνική τηλεόραση».

Βλέπουμε όμως και μια επιστροφή προς τα πίσω, όχι μόνο στα τηλεοπτικά σήριαλ, αλλά και στη μουσική, τον κινηματογράφο. Επαναλήψεις, ριμέικ, διασκευές, «νέες ματιές». Στέρεψαν τα ερεθίσματα, λιγοστεύει η έμπνευση;

«Όχι, όχι, καθόλου. Δεν είναι κακό να μη ξεχνάμε το παρελθόν μας, για να κάνουμε καλύτερα πράγματα στο μέλλον. Χωρίς μνήμη υπάρχει η βαρβαρότητα. Εγώ δεν είμαι αυτής της αισθητικής, πιστεύω ό,τι έγινε, έγινε, πάμε παρακάτω, αλλά δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό που έγινε».

Δεν είναι όμως και μια ευκολία αυτό;

«Μπορεί να είναι ευκολία, μπορεί όμως να είναι και ανάγκη. Για να πηγαίνει ο κόσμος να τα βλέπει, ανεξάρτητα αν εγώ ή εσύ δεν συμφωνείς, αυτό κάτι σημαίνει».

Η διάθεσή της αλλάζει όταν η ερώτηση αφορά σε πρόσωπα από το χώρο της μόδας, των μίντια κλπ, που εμφανίζονται σε κάποιες παραστάσεις και τη συζήτηση που συντηρείται στα ΜΜΕ για το ποιος δικαιούται να παίξει στο θέατρο. Γίνεται αυστηρή και δεν σηκώνει κουβέντα όταν τη ρωτάω αν οι σπουδές αποτελούν προϋπόθεση για να γίνει κάποιος ηθοποιός. Η απάντησή της έρχεται σα χείμαρρος…

«Εδώ θα με βρείτε πάρα πολύ αυστηρή. Λένε, ας πούμε, «έχει ταλέντο». Εντάξει, για πέστε μου όμως πιο είναι αυτό το μεγάλο ταλέντο κι εγώ δεν το έχω δει; Πόσο ταλέντο πια που δεν μπορούν να πάνε σε σχολή; Έχουμε δει κάποιον μεγάλο ηθοποιό που να μην έχει πάει σε σχολή; Αυτά είναι αηδίες! Ο υδραυλικός, ο ηλεκτρολόγος δεν πάνε σε σχολή; Ο ζωγράφος δεν πάει σε σχολή; Τι θα πει «είναι ταλέντο»… Ο καθένας μπορεί να παίζει και να λέει ότι είναι ηθοποιός όποτε θέλει κι όπου θέλει, δεν απαγορεύεται. Αλλά τι μηνύματα δίνουμε στα νέα παιδιά; Μείνετε τούβλα, μη μάθετε τίποτα… Ένας αχταρμάς. Οι μοντέλες… Δεν ξέρουμε καν αν αυτά τα μοντέλα που παίζουν στις τηλεοράσεις ή στο θέατρο είναι αλήθεια μοντέλα. Αν έχουν σπουδάσει κάπου – γιατί και τα μοντέλα σπουδάζουν. Πού το βρήκαμε να μη σπουδάζουμε; Σκεφτείτε έναν ηθοποιό που δεν ξέρει να μιλάει… Κάποιοι λένε «κι ο Χατζηχρήστος τι σπούδασε;» – ωραία, πείτε εδώ τώρα που μιλάμε αν είδατε πουθενά έναν άλλο Χατζηχρήστο. Είδατε; Εγώ δεν είδα. Είμαι με μένος ενάντια στο να παίζουν άνθρωποι που δεν είναι επαγγελματίες στη δουλειά μας. Υπάρχουν ηθοποιοί άνεργοι, μπορεί να είναι κακοί ηθοποιοί, έχουν όμως δικαίωμα να εκφραστούν. Τον άλλον τον παίρνουν να παίξει επειδή είναι διάσημος. Αυτό δε σημαίνει τίποτα, σε μερικά χρόνια το ίδιο το σανίδι τους ξερνάει, δεν τους αφήνει πάνω στη σκηνή, ή τους αναγκάζει να πάνε να σπουδάσουν. Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι σπουδάζουν είναι και καλοί ηθοποιοί, αλλά έχουν ένα παραπάνω δικαίωμα και επιπλέον είναι πιο μορφωμένοι. Δηλαδή θα γεμίσει το θέατρο με αμόρφωτους κι αδαείς; Όχι».

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Το σκέφτομαι προς στιγμή, αλλά παίρνω την απόφαση… να υποδυθώ τον δικηγόρο του διαβόλου, όμως η Μαίρη Ραζή με ξαφνιάζει για μια ακόμα φορά, όχι τόσο με την απάντηση αλλά με το πάθος και την αποφασιστικότητα που την υποστηρίζει. Αν πούμε, και σωστά, ότι η εξωτερική ομορφιά δεν φτάνει για να γίνεις ηθοποιός, μήπως μέσα σε όλο αυτό τον ντόρο όμως τείνει να δαιμονοποιηθεί από κάποιους;

«Όχι βέβαια! Η ομορφιά πληρώνεται! Όποιος είναι όμορφος πρέπει να του τ’ ακουμπάμε, γιατί δεν έχουμε και πολλές ωραίες γυναίκες στο θέατρο. Είναι ωραίο το κάλλος να επιβραβεύεται. Αλλά να πάει και σε μια σχολή να μάθει για να ’χουμε το κεφάλι μας ήσυχο. Δεν μπορείς να πεις είναι όμορφη και δεν τη θέλω. Βοηθιέται και το θέατρο μ’ ένα όμορφο κορίτσι, μ’ ένα όμορφο αγόρι. Αλλά αν είναι αγράμματος – αγράμματος θεατρικά – δεν τον θέλω. Με ρωτάνε, να παίξει ο Αγγελόπουλος (Ντάνος); Όχι να μην παίξει, είναι αγράμματος θεατρικά, γιατί να παίξει; Να πάει να μάθει θέατρο και να παίξει – πήγα εγώ να διδάξω σκι; Όλοι έχουνε δικαίωμα να παίξουν και να κάνουνε τα πάντα, αλλά η ίδια η τέχνη τους βγάζει απ’ έξω. Δεν υπάρχουν τόσο μεγάλα ταλέντα. Όταν υπάρχουν φαίνονται, φωτίζονται».

Ρωτώντας τη αν βλέπει παραστάσεις συναδέλφων της (βλέπει πολλές) η κουβέντα έρχεται στην Επίδαυρο. Δεν γνωρίζω αν υπάρχει ηθοποιός που δεν θέλει να παίξει στην Επίδαυρο, όμως κατά καιρούς έχω ακούσει πολλούς να λένε ότι έχουν ή είχαν «όνειρο ζωής» να παίξουν. Η Μαίρη Ραζή είναι παρούσα σε όλες τις παραστάσεις στην Επίδαυρο, από τη θέση του θεατή.

«Φέτος έχω δει όλες της Επιδαύρου – είμαι μανιακή με το θέατρο – μ’ αρέσει πολύ το αρχαίο δράμα και οι παραστάσεις στην Επίδαυρο. Μ’ αρέσει όλη αυτή η διαδρομή κι έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου όσο ζω, αντέχω και πάω κι έρχομαι, θέλω να πηγαίνω σ’ αυτό τον χώρο τον ιερό – δεν μ’ ενδιαφέρει να ’χω παρέα – να βλέπω οτιδήποτε, καλό, κακό, μέτριο, δεν μ’ ενδιαφέρει. Αυτό που με γοητεύει είναι η αρχή και το τέλος της παράστασης. Όταν σβήνουν τα φώτα κι ακούς τα τζιτζίκια και τα τριζόνια και το χορό να βγαίνει, είναι μια ανατριχιαστική στιγμή. Και στο τέλος, όταν χειροκροτούν τους ηθοποιούς βγαίνουμε, πάμε στα καμαρίνια… είναι μια ολόκληρη διαδικασία». 

Η Μαίρη Ραζή δεν έχει παίξει στην Επίδαυρο, αν και το θέλει πολύ, αλλά δεν θα το θεωρήσει αρνητικό για την πορεία της κι αν δεν παίξει. Όταν τη ρωτάω αν εκτός από όλα τ’ άλλα η Επίδαυρος θεωρείται  και ένα σκαλοπάτι καταξίωσης για τον ηθοποιό, σχεδόν εξεγείρεται…

«Όχι βέβαια! Δεν έχω ανάγκη την Επίδαυρο για να καταξιωθώ! Ούτε θα ψηλώσω ούτε θα κοντύνω παραπάνω απ’ αυτό που είμαι. Απλά, για να παίξεις στο ωραιότερο θέατρο του κόσμου, για τον εαυτό σου, ας μη το ξέρει κανείς. Θα μου άρεσε πάρα πολύ να μου κάνει το Εθνικό ένα δώρο και ας μην είναι μεγάλος ο ρόλος, ίσα ίσα για να βγω στη σκηνή. Δεν είναι όμως ότι θέλω να παίξω για να παίξω. Κατά εποχές έχω δει στην Επίδαυρο πράγματα που δεν είναι άξια λόγου για να παίξεις, πολύ κακές παραστάσεις. Δεν θα με ενδιέφερε για να παίξω στην Επίδαυρο, να πάω να παίξω σε μια κακή παράσταση. Έχω παίξει σε πολύ μικρούς χώρους, σε πολύ μεγάλους χώρους, σε όλα τα αρχαία θέατρα, αλλά όχι στην Επίδαυρο».

O πολιτιστικός οργανισμός «Πρόβα» ιδρύθηκε το 1984 και δεν στεγαζόταν πάντα στο διώροφο νεοκλασικό της οδού Αχαρνών και Ηπείρου 39. Το θέατρο «Πρόβα» από την έναρξη της λειτουργίας του μέχρι σήμερα, συμμετείχε σε τέσσερα διεθνή φεστιβάλ θεάτρου και έχει παρουσιάσει 80 έργα στην Παιδική, Πειραματική και Κεντρική Σκηνή του. Η «Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης Μαίρης Ραζή Η Πρόβα» στα 19 χρόνια δραστηριότητάς της έλαβε μέρος σε δυο Διεθνή Φεστιβάλ Δραματικών Σχολών και τιμήθηκε με πέντε βραβεία. Έχοντας συμπληρωθεί μια διαδρομή 35 χρόνων, και χωρίς να διαβλέπω στα λεγόμενα και στη διάθεση της Μαίρης Ραζή, τάσεις «απόσυρσης», της ζητάω ν’ ανασκαλέψει στη μνήμη τα όνειρα και τα σχέδια που έκαναν με τον σύντροφό της, τον γνωστό ηθοποιό Σωτήρη Τσόγκα, στο ξεκίνημά τους και να αποτιμήσει σε ποιο σημείο της διαδρομής θεωρεί ότι βρίσκονται σήμερα.

«Στην πιο ώριμη. Έχουμε κάνει 80 έργα, παιδικές παραστάσεις, μετακομίσαμε εδώ επειδή έπαθε ζημιά το άλλο θέατρο, έχουμε βραβευτεί, τιμηθεί, έχουμε τα παράσημά μας. Αυτό είναι μια επιβράβευση. Κατά εποχές έχουμε επιδοτηθεί, κατά εποχές δεν έχουμε επιδοτηθεί, εξαρτάται από τις συνθήκες, τη σύνθεση των επιτροπών, τις προτάσεις που κάνουμε που είναι πάντα ανάλογα με τις ανησυχίες μας, τα θέλω μας, αυτό που μας ευχαριστεί και όχι για να πάρουμε επιχορήγηση. Εμείς κάνουμε τη δουλειά μας 36 χρόνια. Το θέατρό μας κάθε Οκτώβρη ανοίγει την πόρτα του για τους θεατές, είναι μια σταθερή αξία, έχει γράψει τη δική του ιστορία, και γράφει και για την επόμενη γενιά. Δεν μου αρέσει να λέω ότι εμείς πηγαίνουμε προς το τέλος, όχι, εμείς πάμε στην ωριμότητα, με συνεχιστές νέα παιδιά. Είναι η κόρη μου, οι μαθητές μου, οι απόφοιτοι της Σχολής. Ξέρετε πόσους νέους συγγραφείς, σκηνοθέτες, ανθρώπους που τώρα δουλεύουν σε μεγάλα θέατρο, έχουμε βγάλει εδώ; Κι αυτά είναι τα παράσημά μας. Κι αυτοί ανά πάσα στιγμή έρχονται να μας βοηθήσουν, να κάνουν κάτι δικό τους, ο χώρος είναι ανοιχτός. Τα ντουβάρια χωρίς ανθρώπους τι να τα κάνω…».

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Ξαφνικά ο τόνος της φωνής της αλλάζει, σα να έχει αγγιχτεί μια ευαίσθητη χορδή, ή μάλλον μια «πληγή». Κι ένα παράπονο αρχίζει να σχηματίζεται μέσα από λέξεις που όμως μεταφέρουν αξιοπρέπεια, αποφασιστικότητα και περηφάνεια. Σκέφτομαι ότι ποτέ σ’ αυτό τον τόπο ο ηθοποιός δεν αφέθηκε απερίσπαστος να υπηρετήσει την τέχνη του. Έχοντας συχνά ν’ αντιμετωπίσει, την κρατική αδιαφορία (στην καλύτερη περίπτωση) ή επιθετικότητα και συχνά την άκαμπτη σα μπετόν-αρμέ στάση χαρτογιακάδων του δημοσίου που οχυρώνονται πίσω από την αθλιότητα του «εγώ τη δουλειά μου κάνω», πρέπει να ανακαλύψει τρόπους για να αντέξει και να επιβιώσει σ έναν ανταγωνισμό που κάθε άλλο παρά ελεύθερος και υγιής είναι. Όμως μπορεί να τα καταφέρνει πάντα;

«Θέατρο μέσα σε ένα νεοκλασικό κτίριο είναι πολύ δύσκολο να γίνει. Αυτό το κτίριο που βλέπετε είναι διατηρητέο και σε οχτώ χρόνια θα γίνει μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς και δεν θα μπορούμε να κάνουμε παρεμβάσεις για τη συντήρησή του. Δεν ενδιαφέρεται κανείς απ’ την πολιτεία. Και δεν είναι δικό μου παράπονο αυτό, είναι ντροπή να μην ασχολούνται με το κτίριο. Αν το κλείσουμε εμείς θα καταρρεύσει. Προσπαθούμε να το συντηρήσουμε, είναι ένα κόσμημα στο κέντρο της Αθήνας. Δεν μας περισσεύουν λεφτά να κάνουμε και αυτό. Δεν ενδιαφέρεται κανείς να μας βοηθήσει, είτε λέγεται υπουργείο Πολιτισμού, είτε ΥΠΕΧΩΔΕ. Μόνο λόγια. Δεν είναι δουλειά μου να τους παρακαλάω, δεν θα το κάνω. Αυτοί πρέπει να ενδιαφερθούν για τα κτίριά τους. Πας σε πόλεις του εξωτερικού και δεν χρειάζεται να πας σε μουσείο, βλέπεις τα κτίρια απ’ έξω και νοιώθεις σα να περπατάς μέσα σ’ ένα μουσείο. Εδώ τ’ αφήνουν να πέσουν και τα κάνουν πολυκατοικίες. Το αναφέρω σαν ένα έλλειμα. Όταν λένε ότι αγαπάνε τον πολιτισμό, τα κτίρια, τα διατηρητέα κλπ πρέπει να το βλέπουμε και στις πράξεις τους. Εμένα δεν είναι το σπίτι μου εδώ. Είναι ένας φάρος πολιτιστικός και δεν ενδιαφέρεται κανένας γι’ αυτό. Αυτό το παράπονο το έχω». 

Η κρίση άγγιξε και το θέατρο «Πρόβα». «Κατεβάσαμε τα εισιτήρια, τις αμοιβές, όλα. Γίναμε… αυτοχορηγούμενοι, για να μπορέσουμε να μη πάμε φυλακή» λέει η Μαίρη Ραζή, που θεωρεί μια από τις σοβαρές επιπτώσεις της κρίσης τη χειραγώγηση του πολιτισμού: «Γίνονται μεγάλα ιδρύματα, μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικά στον πολιτισμό. Φεύγουμε πια από το χειροποίητο και πηγαίνουμε στο βιομηχανοποιημένο. Υπάρχει τάση για μεγάλες και πολύ ακριβές παραγωγές. Είναι άλλου είδους θεάματα». Πιστεύει όμως ότι κάθε έκφραση βρίσκει το χώρο της. Άραγε επηρεάστηκε το θέατρο «Πρόβα» και στην επιλογή των έργων,   στις παραστάσεις του; Όταν τη ρωτάω νοιώθω από τη μεριά της τη «θερμοκρασία» να ξανανεβαίνει…

«Στην επιλογή των έργων τίποτα δεν μας επηρεάζει εμάς! Είμαστε πολύ μεγάλα καθίκια για να μας επηρεάσει!! Εγώ δεν κάνω έκπτωση στις επιλογές μου για να παίξω. Δεν με ενδιαφέρει να βγάλω λεφτά, θέλω να κάνω αυτό που πιστεύω ότι θα με εκφράσει και αυτό που μου αρέσει. Κρίση, ναι. Έπαιξα τη Ρόζα Εσκενάζυ, πήρα βραβεία, γέμισα, γιατί άρεσε σε μένα. Έβγαλα και λεφτά. Νομίζω πως όταν κάνεις στη ζωή σου αυτό που θέλεις και σου αρέσει αυτό που κάνεις, δεν μπορεί να μην αρέσει στους άλλους. Αν αρχίσεις και μιζεριάζεις και κάνεις εκπτώσεις, εκεί αρχίζει και η έκπτωσή σου σαν άνθρωπος, γίνεσαι αναξιοπρεπής. Να υπηρετείς αυτά που πιστεύεις με κάθε τίμημα. Αν τα πιστεύεις, αν αγωνιστείς γι’ αυτά, αν παλέψεις, δεν μπορεί να μη φτάσει κάποια στιγμή στο αυτί του άλλου».

Γι’ ακόμα μια χρονιά τα τηλεοπτικά «τάλεντ σόου» αποτελούν πόλο έλξης για χιλιάδες νέους που ψάχνουν ευκαιρίες ν’ αναδείξουν το ταλέντο τους και να ξεχωρίσουν σε έναν σκληρό και πολλές φορές απάνθρωπο «στίβο μάχης». Έχουν τα νέα παιδιά ευκαιρίες; Βοηθιούνται μέσα από την τηλεοπτική προβολή; Έχει σημασία η άποψη της Μαίρης Ραζή, που εκτός από ηθοποιός επιτελεί και ρόλο εκπαιδευτικό, καθώς εδώ και χρόνια διδάσκει νέα παιδιά.

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

«Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η κατάσταση, στεναχωριέμαι πολύ. Επειδή τα παιδιά δεν έχουν άλλον τρόπο να προβληθούν επιλέγουν αναγκαστικά αυτόν. Ακόμα και αυτοί που στέλνουν τα παιδιά τους, μπορεί να μη τους πολυαρέσει αυτό που κάνουν, αλλά ελπίζουν ότι πρόκειται για μια ευκαιρία. Είναι και της μόδας. Δεν θα συνιστούσα σε ένα παιδί να περάσει από αυτή την άσχημη, την επώδυνη διαδικασία.  Αλλά και αυτά τα παιδιά που κατά καιρούς κέρδισαν σε αυτά τα σόου, τα βλέπετε πουθενά, τα ακούτε; Θετικό μπορώ να το δω μόνο ως εμπειρία, ότι δηλαδή παρακολουθούν κάποια μαθήματα, διδάσκονται από καθηγητές, αλλά γιατί να εκτίθενται; Όταν κάνεις μάθημα, η ώρα που διδάσκεις είναι ιερή. Η αμφίδρομη σχέση που έχεις με τον μαθητή σου είναι ερωτική, δημιουργική, δεν μπορείς να έχεις και θεατές. Έρχονται στο Θεατρικό Εργαστήρι γονείς για παιδιά «πελάτες» και μου λένε «να φέρω το παιδί μου μια φορά για να δει;». Όχι κυρία μου, δεν θα φέρεις το παιδί σου μια φορά «για να δει», θα φέρεις το παιδί σου και θα μας εμπιστευτείς. Αν δεν μας εμπιστεύεσαι μη το φέρνεις. Θέλω να πω δηλαδή ότι η ομάδα σε μια τάξη έχει πολύ μεγάλη σημασία κι όταν δημιουργηθεί μια ομάδα δεν μπορεί να μπαινοβγαίνει ένας και να κοιτάει τι κάνεις. Οι πρόβες μας είναι κλειστές και δεν τις ανοίγουμε να γίνει μπάτε σκύλοι αλέστε, να μας βλέπουν όλοι, γιατί είναι ιερή στιγμή. Στην ώρα της διδασκαλίας μπορεί να γίνουν πράγματα που δεν θα ήθελες να τα δει ο κόσμος που δεν έχει σχέση με το αντικείμενο. Αυτή η έκθεση στα σόου είναι ξεβράκωμα, ένα είδος ξεπουλήματος των ενδιαφερομένων. Οι εταιρείες και οι κριτές κάνουν τη δουλειά τους».   

Αν σας το πρότειναν θα πηγαίνατε ως κριτής;

«Δεν ξέρω. Δεν μου αρέσει όπως γίνεται, που αναδεικνύουν τις αδυναμίες των παιδιών, ο τρόπος που τους μιλάνε κάποιοι κριτές – όχι όλοι. Δεν θα το άντεχα συναισθηματικά για τα παιδιά. Αλλά είναι η δουλειά μου, ποτέ μην πεις ποτέ. Τη δουλειά μου θα έκανα αν πήγαινα».

Μπορεί σήμερα ένα ταλαντούχο νέο παιδί που αγαπάει το θέατρο να πάει μπροστά χωρίς υποχωρήσεις ή και εκπτώσεις;

«Αν θέλει, θα βρει τον τρόπο και θα πάει. Αν δεν τα παρατήσει και επιμείνει θα βρει το δρόμο του, αλλά θέλει αγώνα. Τα παιδιά τελειώνουν μια σχολή και πάνε στο σπίτι. Πρέπει να τρέχουν με τα βιογραφικά τους στα θέατρα, στις εταιρείες του θεάματος, να κυνηγάνε τις οντισιόν. Ακόμα και αν δεν πάρουν ένα ρόλο, η οντισιόν είναι μια εμπειρία. Ένα άλλο ζήτημα είναι ότι οι νέοι ηθοποιοί δεν ξέρουν πως να αντιμετωπίσουν τον επιχειρηματία, τι να του πουν, τον τρόπο να ζητήσουν τη δουλειά τους. Δεν τη ζητιανεύεις τη δουλειά σου, τη ζητάς. Ο νέος ηθοποιός δεν ξέρει να διεκδικήσει το μεροκάματό του».

Κατά τη διάρκεια της συζήτησής μας χτυπάει το τηλέφωνο. Η Μαίρη Ραζή δέχεται συγχαρητήρια για την εμφάνιση της κόρης της, Κοραλίας Τσόγκα, στην παράσταση «Ωνάσης – Τα θέλω όλα» του Σταμάτη Φασουλή. Η χαρά και η ικανοποίηση της μάνας αποτυπώνονται στο πρόσωπό της. Όταν κλείνει το τηλέφωνο τη ρωτάω πώς αντέδρασε όταν η κόρη της της είπε ότι θα γίνει ηθοποιός.

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

«Πολύ καλά έκανε (γέλια). Τι θα έκανε καλέ το παιδί, όλη μέρα μέσα στα καμαρίνια, στο θέατρο. Δεν μου έκανε εντύπωση. Η Κοραλία είναι ένα μορφωμένο κορίτσι, με πολύ σοβαρές σπουδές, αλλά της άρεσε πάντα αυτό. Κάνει αυτό που της αρέσει, κυνηγάει το όνειρό της, πετυχαίνει τους στόχους της, βγάζει λεφτά και συντηρείται μόνη της εδώ και χρόνια. Δεν φοβάται τη δουλειά. Όταν είναι ευτυχισμένη μ’ αυτό που κάνει, είμαι κι εγώ ευτυχισμένη. Οι γονείς πρέπει να βοηθούν τα παιδιά να ακολουθήσουν τα όνειρά τους. Ένα ανεκπλήρωτο όνειρο το σέρνεις σε όλη σου τη ζωή, ζεις καταπιεσμένος. Εγώ θέλω το παιδί μου να είναι ευτυχισμένο και λέω σε όλες τις μαμάδες να μη φοβούνται, αν πρόκειται να είναι τα παιδιά τους ευτυχισμένα».

Πιστεύει η Μαίρη Ραζή ότι τα παιδιά των ηθοποιών ζούνε πάντα κάτω από τη «σκιά» των γονιών τους,  νοιώθουν διαρκώς το βάρος της σύγκρισης με τους γονείς τους;

«Ναι, βέβαια, αλλά πολλά παιδιά ξεφεύγουν από αυτό. Πρέπει να ξεφύγουν, ο κάθε καλλιτέχνης έχει τη δική του ταυτότητα. Το παιδί πρέπει να βρει το δικό του δρόμο καλλιτεχνικής έκφρασης. Λένε μερικοί ότι τα παιδιά των ηθοποιών διευκολύνονται, δεν είναι ακριβώς έτσι. Προσωπικά, τα παιδιά όλων των συναδέλφων μου τα θεωρώ παιδιά μου. Θέλω να τα βοηθήσω, να τα προστατεύσω, χαίρομαι που πάνε μπροστά, σα να είναι το δικό μου παιδί. Αυτό το εισπράττω και από άλλους συναδέλφους που έχουν παιδιά. Η ευρύτερη οικογένεια των ηθοποιών έτσι λειτουργεί. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός, ειδικά με τα παιδιά μας, απ’ όλους μας».

Όπως προαναφέρθηκε η Μαίρη Ραζή είναι και δασκάλα. Από το 2001 που έχουν ιδρύσει με τον Σωτήρη Τσόγκα την Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης Μαίρης Ραζή «Η Πρόβα», έχουν περάσει από τα θρανία της σχολής πολλά παιδιά και νέοι. Ο εκπαιδευτικός εκτός από το να διδάσκει, «διδάσκεται» από τα παιδιά; Τι έχει διδαχτεί όλα αυτά τα χρόνια η Μαίρη Ραζή;

«Πολλά, πολλά. Μεγάλο σχολείο να διδάσκεις. Δεν είχα υπομονή, έμαθα να έχω. Βελτιώθηκα σαν ηθοποιός. Δουλεύοντας με τους νέους και βλέποντας τις δυσκολίες που περνάνε για να φτιάξουν ένα ρόλο, μου έρχονται στο μυαλό οι δυσκολίες που πέρασα κι εγώ στην ηλικία τους για να παίξω, να υποδυθώ, να ερμηνεύσω ένα ρόλο. Διδάσκοντας τον τρόπο, μια μέθοδο που έχει ο καθένας μας, άρχισα να καταλαβαίνω τι κάνω κι εγώ μέσα μου, πώς έφτασα εδώ που έφτασα, τι υλικό χρησιμοποίησα, τι να χρησιμοποιήσω, πώς να ανανεωθώ. Και η υποκριτική ανανεώνεται. Άλλους κώδικες έκφρασης έχουμε το 1920 και άλλους τώρα. Από την εμφάνιση μέχρι την κοινωνική συμπεριφορά αλλάζουν τα πράγματα κι αυτό περνάει και στην υποκριτική. Πρέπει να το παρακολουθείς, να μη μένεις πίσω, να το ακολουθείς και να το ενστερνίζεσαι κι αυτό μόνο μέσα από τους νέους ανθρώπους μπορείς να το πάρεις. Μεγάλη σχολή…».  

Πριν τις τελευταίες εκλογές διαβάσαμε δήλωσή της με την οποία καλούσε να υπερψηφιστεί το ΚΚΕ. Δεν είναι η πρώτη φορά που η ηθοποιός εκφράζει την εκλογική της προτίμηση, η οποία παραμένει αταλάντευτα ίδια όσα χρόνια μπορώ να θυμηθώ. Χαρακτηρίζει «επικίνδυνη και ύποπτη» την αντικομμουνιστική υστερία που εδραιώνεται στην Ευρώπη και στη χώρα μας και πιστεύει ότι «πρέπει να την αντιμετωπίζουμε χωρίς εφησυχασμούς». Της ζητάω να μας μιλήσει περισσότερο για τη σχέση της με το ΚΚΕ.

«Ψηφίζω όλα τα χρόνια, σ’ όλη μου τη ζωή, μόνο το ΚΚΕ. Αυτό δεν το έχω εκμεταλλευτεί, ούτε το έχω προβάλλει, για να έχω διαφορετική αντιμετώπιση, κάποια ευνοϊκότερη συμπεριφορά απέναντί μου. Δεν έχω δει πχ κανέναν Γραμματέα να έρχεται να δει τις παραστάσεις μου, ούτε το ζήτησα. Δεν κάνω αυτό που πιστεύω για ανταλλάγματα. Αυτό θέλω, αυτό κάνω και δεν το προβάλλω. Δεν αγαπάω κάτι με ιδιοτέλεια, έτσι είναι ο χαρακτήρας μου. Ψηφίζω, υποστηρίζω, βοηθάω, μου πρότειναν να έχω και πιο ενεργή συμμετοχή αλλά δεν προλαβαίνω. Δεν συμφωνώ πάντα σε όλα με αυτά που λέει το Κόμμα, αλλά ιδεολογικοπολιτικά με καλύπτει σε πολύ πολύ μεγάλο βαθμό. Έχω κάποια αινίγματα, κάποιες αντιρρήσεις, διαφωνίες, κάποια άλλα θέλω, κάποιες φορές νευριάζω κιόλας, αλλά δεν υπάρχει κάτι άλλο που να μπορώ να δώσω την ψήφο μου. Είναι πολύ βαριά και την διεκδικώ και την πιστεύω την ψήφο μου, δεν την δίνω αλλού. Παλιότερα δέχτηκα πόλεμο γι’ αυτή μου την επιλογή. Δεν είναι τυχαίο που έκανα δικό μου χώρο. Πριν χρόνια μας πολεμούσαν. Δεν μπορούσαμε να πάμε στο θέατρο με τον Ριζοσπάστη. Τον κρύβαμε για να μπορούμε να έχουμε δουλειά. Σήμερα είναι αλλιώς τα πράγματα. Είναι στενάχωρο όμως που σε αυτή την κατάσταση, σήμερα, το Κόμμα δεν έχει μια πολύ πιο ισχυρή θέση. Αυτά που λέει είναι πάρα πολύ καλά, αλλά χρειάζεται ένας πιο λαϊκός λόγος, από όλους, να φτάσει στ’ αυτιά όλων των νέων».

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Όταν μιλάμε για τα social media βάζει τα γέλια. Η Μαίρη Ραζή διαχειρίζεται τον «τοίχο» της στο Facebook, διαθέτοντας ελάχιστο χρόνο σε στιγμές χαλάρωσης. Όταν τη ρωτάω αν έχει «ακόλουθους» στο Instagram τα γέλια πολλαπλασιάζονται: «Όχι, όχι δεν ξέρω απ’ αυτά. Μέχρι το Facebook φτάνω!». Δεν απαξιώνει τα social media ως σύγχρονη μορφή επικοινωνίας αλλά τα τοποθετεί στη βάση που η ίδια θεωρεί ότι τους αντιστοιχεί. Πώς βλέπει αυτή τη μορφή επικοινωνίας;

«Α… σαχλή! (γέλια). Μερικές φορές αντί να διαβάζω εφημερίδα βλέπω στο Facebook τι κάνουν οι άλλοι. Είναι σαν κουτσομπολιό. Πολλοί άνθρωποι, και μεγάλοι σε ηλικία, έχουν βρει διέξοδο εκεί. Εγώ το βλέπω σαν χαζομάρα, αλλά δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ πολύ. Δεν μπορεί να είσαι όλη τη μέρα πάνω σ’ έναν υπολογιστή, τότε δεν κάνεις τίποτα. Αλλά δεν γίνεται να μην ασχολείσαι και καθόλου, τα email, λίγη ενημέρωση, τα τυπικά. Αλλιώς θα είσαι ο αγράμματος 21ου αιώνα (γέλια)».

Πλησιάζοντας στο τέλος, η συζήτηση επιστρέφει στο θέατρο και στη σχέση του ηθοποιού με το κοινό και τον χρόνο. Της ζητάω την άποψή της για τους συναδέλφους της που δηλώνουν ότι δεν θέλουν οι θαυμαστές τους να τους σταματούν και να τους μιλούν εκτός θεάτρου, και τη ρωτάω αν ενοχλείται όταν τη σταματούν το δρόμο. Απαντάει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Όχι καλέ, όποιος λέει ότι τον ενοχλεί λέει μπούρδες, είναι ψεύτης». Όμως, τι είναι αυτό που αν της το πει ένας θεατής φεύγοντας από το θέατρο θα κάνει τη Μαίρη Ραζή να νοιώσει όμορφα;

«Ότι με παρακολουθεί πολλά χρόνια και μου είναι πιστός. Αυτό σημαίνει πολλά για μένα. Με τα 15 ευρώ που δίνει με τιμάει. Υπάρχουν θεατές που μας παρακολουθούν 35 χρόνια. Έρχονται και βλέπουν κάθε χρόνο ό,τι κι αν κάνω. Το θέατρό μας στηρίζεται στους πιστούς θεατές μας. Ή όταν μου λένε σας είδα τότε και έρχονται και με βλέπουν ξανά, πολύ χαίρομαι. Ή όταν με σταματάει κάποιος και μου λέει σας είδα στο τάδε έργο και μου αρέσετε… Αυτά είναι παράσημα για μας. Μας δίνουν δύναμη που τη χρειαζόμαστε».

Πόσα χρόνια είστε στο θέατρο κυρία Ραζή;

«Από το 1970. Υπολογίστε εσείς… Δουλεύω ανελλιπώς. Έχω διανύσει χιλιόμετρα πάνω στη σκηνή». 

Έχει μέση διάρκεια ζωής ο ηθοποιός;

«Ναι, έχει».

Πώς το καταλαβαίνει;

«Βιολογικά. Το τραγικό με τον ηθοποιό είναι ότι μεγαλώνοντας αποκτάει μεγαλύτερη εμπειρία και μεγαλύτερη γνώση των εκφραστικών του μέσων. Είναι πιο δημιουργικός, πιο αποτελεσματικός, πιο ολοκληρωμένος. Αλλά το σώμα είναι άλλη ιστορία… από τη διάθεση, το μυαλό, και τη γνώση. Εκεί αδικείται ο ηθοποιός».

Άρα έχει και ημερομηνία λήξης;

«Η ψυχή του όχι. Το σώμα είναι αυτό που δεν μπορεί πάντα να ακολουθήσει όλους τους ρόλους. Όλα τα πράγματα στη ζωή έχουν αρχή, μέση και τέλος. Αλλά είναι δύσκολο να το παραδεχτούμε, γιατί πολλοί άνθρωποι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς το θέατρο. Μεγαλώνοντας κουράζεσαι πιο εύκολα. Το σώμα δε σε ρωτάει. Είναι αδικία να ωριμάζεις και όσο μεγαλώνεις να μπορείς να παίξεις τους μεγάλους ρόλους, και το σώμα να μη σε ακολουθεί. Αυτό βέβαια δεν ισχύει το ίδιο για όλους. Υπάρχουν ηθοποιοί που αντέχουν. Κινούνται πάνω στη σκηνή, θυμούνται, μιλάνε και είναι και πολύ ωραίοι. Ο Φέρτης, ο Τσακίρογλου και άλλοι, ολόκληρη σχολή και είναι μεγάλη εμπειρία να τους βλέπεις».

«Να κυνηγάς την αλήθεια. Τίποτε άλλο…» - Συνέντευξη με την Μαίρη Ραζή

Έχουμε φτάσει στο τέλος. Το μαγνητόφωνο κλείνει. Ακούγονται τα κλικ της φωτογραφικής μηχανής. Η καλή οικοδέσποινα μας ξεναγεί στους ορόφους, στους χώρους του θεάτρου, τα καμαρίνια, στις αίθουσες της σχολής. Παντού φωτογραφίες, αφίσες, προγράμματα από παραστάσεις – «κομμάτια» μιας ζωής ζυμωμένης με το θέατρο – και αντικείμενα που αντανακλούν την αισθητική των δημιουργών του θεάτρου «Πρόβα», της Μαίρης Ραζή και του Σωτήρη Τσόγκα.

Κατεβαίνοντας την ξύλινη σκάλα, μια τελευταία ερώτηση, εκτός προγράμματος, στην ηθοποιό-οικοδέσποινα που κρατάει ανοιχτή την πόρτα. Ποιο μήνυμα στέλνετε στους αναγνώστες της Κατιούσα κυρία Ραζή;

«Να έρθουν να μας δουν (γελάει) θα περάσουν πολύ ωραία. Και να βλέπουν θέατρο, βοηθάει  το θέατρο…»

Ηπείρου και Αχαρνών γωνία. Την επόμενη φορά που θα περάσεις έξω από το διώροφο νεοκλασικό, ελάττωσε το ρυθμό, και στρέψε το βλέμμα. Κάτι γίνεται εκεί μέσα, που αξίζει να το γνωρίσεις.

 

Φωτογραφίες: Γιώργος Τζώρτζης

Δείτε ακόμα:

Έρχεται στο Θέατρο Πρόβα: «Η Μέση Διάρκεια ζωής των πλυντηρίων»

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: