Με άρωμα «σκουπιδιών»

«Τα σκουπίδια» του Γ. Ξανθούλη στο θέατρο Από Κοινού, μυρίζουν νοσταλγία για τη νιότη που βλάστησε κι άνθισε σε χώμα σκαμμένο απ’ τη γενιά της εαμικής αντίστασης, που «λίπαναν» οι νεκροί της γενιάς του Πολυτεχνείου, για να το καταπατήσουν στη συνέχεια οι θιασώτες του «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» και να το μαγαρίσουν κατακλύζοντάς το με τα σκουπίδια τους η γενιά της «αλλαγής» και οι απόγονοί της.

Παρατηρώντας τα ράφια ενός σούπερ μάρκετ ή κάποιου άλλου πολυκαταστήματος, από τη μια θαυμάζεις τους τρόπους που οι καπιταλιστές σκαρφίζονται για να μοσχοπουλάνε στους εργαζόμενους τα προϊόντα που παράγουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι κι από την άλλη σε πιάνει τρόμος και αηδία όταν σκεφτείς ότι όλες αυτές οι άχρηστες συσκευασίες, γίνονται σκουπίδια που πρέπει να απορροφηθούν από τον πλανήτη. Και όλα αυτά συμβαίνουν, σήμερα πια, σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα που δε δίνει δεκάρα για την ανεπανόρθωτη καταστροφή του πλανήτη και των κατοίκων του, παρά μόνο για τη διατήρηση και αύξηση των κερδών των καπιταλιστών.

Τηρουμένων των αναλογιών, δεν είναι διαφορετικός ο τρόπος που το πολιτικό προσωπικό της τάξης των καπιταλιστών, μάχεται να διατηρήσει την παντοδύναμη, όπως θέλουν να την προβάλλουν, κυριαρχία της. Πουλάνε ψέματα και καλύπτουν τα εγκλήματά της, όλα τυλιγμένα στην κατάλληλη «συσκευασία», έτσι που να καταφέρνουν να εξαπατούν τον λαό και να τον ναρκώνουν, να τον κοιμίζουν, δίνοντας παράταση ζωής στην εξουσία τους.

Μοιάζει περίπου εξωγήινος αυτός που σήμερα δεν κυκλοφορεί χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα μια εξελιγμένης τεχνολογίας ορθογώνια οθόνη μερικών εκατομμυρίων χρωμάτων, η οποία τον βομβαρδίζει κάθε δευτερόλεπτο με τόνους άχρηστων πληροφοριών – σκουπιδιών. Η εικόνα έχει τη δύναμη να κινεί σχεδόν τα πάντα, να μετακινεί πληθυσμούς και σύνορα, να ανεβάζει στον κολοφώνα της δόξας και να γκρεμίζει στα αζήτητα, μέσα σε λίγα μόνο λεπτά, από πρόσωπα μέχρι κυβερνήσεις. Μια εικόνα πολλές φορές ψεύτικη, κατασκευασμένη, αλλά ακόμα κι όταν πρόκειται για αληθινή, στην ουσία άχρηστη για τους αποδέκτες της, και χρήσιμη μόνο για την επίτευξη του σκοπού αυτού που την επινόησε και τη δημιούργησε, ή την εκμεταλλεύεται διοχετεύοντάς τη στις ορθογώνιες οθόνες…

Αν έπρεπε να αποτυπώσω σε ένα κάδρο την εφιαλτική εποχή μας, σωροί σκουπιδιών θα κάλυπταν μεγάλο μέρος της επιφάνειάς του. Σκουπίδια και συσκευασίες – άχρηστα αντικείμενα για τη ζωή των ανθρώπων, σκουπίδια – όνειρα που δεν χρειάστηκαν ποτέ συσκευασία αφού έμειναν στα αζήτητα, αλλά και άνθρωποι – σκουπίδια που αποδέχτηκαν ότι οι ζωές τους δεν αξίζουν παραπάνω από όσο αξίζουν τα αληθινά σκουπίδια και περιφέρονται ανάμεσά τους ως υπάκουοι κομπάρσοι, έως την ημερομηνία λήξης της ζωής τους, συμπληρώνοντας αυτό το σκηνικό της αθλιότητας…

Με άρωμα «σκουπιδιών»

Η αφίσα της παράστασης “Τα σκουπίδια”, στο Από Κοινού Θέατρο – Η Κατιούσα χορηγός επικοινωνίας

Οι παραπάνω σκέψεις δεν γεννήθηκαν σήμερα· επανήλθαν με αφορμή την παράσταση «Τα σκουπίδια», το έργο του Γιάννη Ξανθούλη που παίζεται και αυτή τη σεζόν, μετά την τεράστια επιτυχία που είχαν οι καλοκαιρινές παραστάσεις, στο θέατρο Από Κοινού (πληροφορίες για την παράσταση δείτε εδώ), την επίσημη πρεμιέρα της οποίας παρακολουθήσαμε την περασμένη Παρασκευή. Ένα έργο γραμμένο για πολυμελή θίασο, που πρωτοπαίχτηκε το 1986 στο θέατρο «Αποθήκη» της Αλίκης Γεωργούλη, όπου «παροπλισμένες φιγούρες και αισθήματα που έρχονται στην επιφάνεια με την επίφαση μιας γιορτής εκατό χρόνια μετά τον παρόντα χρόνο» παρελαύνουν μπροστά στα μάτια του θεατή «μαζί με τα τραγελαφικά αφηγήματά τους». Έργο που σήμερα προσεγγίζεται σκηνοθετικά από τον Κοραή Δαμάτη, με «άποψη «παράστασης δωματίου», όπως πολύ εύστοχα σημειώνει στο πρόγραμμα ο Γιάννης Ξανθούλης, και παρουσιάζεται από τέσσερεις, «μόνο», εξαιρετικούς ηθοποιούς: τους πολύπειρους Ελένη Γερασιμίδου και Αντώνη Ξένο και τους νεότερους άκρως ταλαντούχους Άκη Σιδέρη και Αγγελική Ξένου.

 «Τα Σκουπίδια του Ξανθούλη μας θυμίζουνε το παρελθόν! Μια Ελλάδα που χανόταν στις παροχές, στα σκυλάδικα, στο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;», που περνούσε τα χρωματιστά γυαλάκια για πολύτιμα… Κι αργότερα που ήρθαν τα Μεσογειακά Προγράμματα και τα πακέτα Ντελόρ, γλένταγε ο Έλληνας, και έτρεχε να προλάβει, με όποιο κόστος, να γίνει, λέει, Ευρωπαίος, ίδρωνε να εξελιχθεί, κι αγόρασε τετρακίνητα αμάξια, και έπαιζε στο χρηματιστήριο για να πιάσει μια και καλή την καλή, και είχε και καμιά δεκαριά κάρτες τραπεζών για να πορεύεται, και χειροκροτούσε τους μπαλκονάτους πολιτικούς, άτομα υπόπτου λογικής αλλά και ηθικής, και γιόρταζε την προκοπή του και τα χαΐρια του. Για αυτούς τους Έλληνες μιλάνε τα Σκουπίδια του Γιάννη Ξανθούλη, και σε πιάνει μια λύπη, και για τότε, και για σήμερα που ζούμε τα αποκαΐδια μιας ψεύτικης εποχής», σημειώνει ο Κοραής Δαμάτης και προσυπογράφουμε, συμπληρώνοντας μόνο ότι και τότε και σήμερα, δίπλα στην Ελλάδα που καταπίνει σκουπίδια υπήρχε και υπάρχει και μια άλλη Ελλάδα μικρούτσικη, μέχρι σήμερα, που αντιστέκεται, που την πνίγουν τα σκουπίδια αλλά δεν «μασάει», δεν υποχωρεί και δεν εφησυχάζει.

«Τα Σκουπίδια» δεν μας θυμίζουν μόνο το παρελθόν. Το παλιό (δεκαετία ΄80) πλέκεται αρμονικά με αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας κι αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό, πέρα από τη διαχρονικότητα του ίδιου του έργου, στο νέο νούμερο που έγραψε ο Γ. Ξανθούλης για την παράσταση του Από Κοινού (απολαυστικοί οι «συνταξιούχοι» των Γερασιμίδου, Αντ. Ξένου), αλλά και στις «πινελιές» επικαιρότητας που εντέχνως προσθέτουν στους διαλόγους τους οι ηθοποιοί.

Με άρωμα «σκουπιδιών»

Το όμορφο σκηνικό των “Σκουπιδιών”

Η παράσταση ξετυλίγεται μπροστά σε ένα μελαγχολικά όμορφο σκηνικό. Στην γεμάτη κάδους, σωρούς σκουπιδιών και άχρηστα αντικείμενα «οδό Πείνας» (που θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται και «οδός Παρακμής» ή «οδός Σήψης», ή να τέμνεται σε σταυροδρόμι από αυτές), όπου κάτω απ’ το φως του φεγγαριού, στον φθαρμένο σαν τις ζωές των πρωταγωνιστών τοίχο ενός σπιτιού ξεχωρίζει το σύνθημα «Αν θέλεις να ονειρεύεσαι, ξύπνα». Εκεί, ο μικροκλέφτης Οδυσσέας, που βλέπει τους καταχραστές του δημόσιου πλούτου να ζουν ατιμώρητοι στη χλιδή, η αποκλειστική νοσοκόμα Σάντα Ζουμπουλιά που «βοηθάει» τους ασθενείς της να μεταβούν στον άλλο κόσμο μια ώρα αρχύτερα, το γκαρσόνι Στέλιος Μανίτσας, που κουβαλάει δίσκο σε δυο δουλειές, βράδυ και πρωί, και ονειρεύεται να βγάλει κάποια μέρα το δικό του δίσκο, το ζευγάρι των συνταξιούχων, που προσθέτει και ξαναπροσθέτει τις δυο (αλλά μισές, μετά τις αλλεπάλληλες περικοπές, συντάξεις τους) μα το άθροισμα βγάζει πάντα μια,  ο θυρωρός που άφησε το χωριό του κι ήρθε στην πρωτεύουσα για να κουβαλάει τα σκουπίδια των ενοίκων της πολυκατοικίας της οδού Σκουφά και η μάνα του που τον κυνηγάει στα όνειρά του, η σατανική Βασιλική Μετατρούλου «που βρίσκει τον πραγματικό της εαυτό προσφέροντας τις υπηρεσίες της καρδιάς της σ’ αυτούς που οι «χρηστοί πολίτες» αποκαλούν περιθώριο», όλοι παρελαύνουν μπροστά στα μάτια του θεατή προσφέροντας άφθονο γέλιο αλλά και προβληματισμό και συγκίνηση.

Η γραφή του Γιάννη Ξανθούλη διεισδυτική και σουρεαλιστική, εκτείνεται ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα χωρίς να γίνεται δαιδαλώδης, γεννώντας εικόνες και παρακινώντας σε συνειρμούς, ξυπνάει (σήμερα, τόσα χρόνια μετά) μνήμες και διεγείρει τους αισθητήρες της νοσταλγίας στους κάπως μεγαλύτερης ηλικίας θεατές.

Τα νούμερα εναλλάσσονται με συνδετικό κρίκο τη φωνή της «ποντικίνας» Νικολέτας Βλαβιανού, συνθέτοντας μια παράσταση με ρυθμό και νεύρο, που δεν σ’ αφήνει να αφαιρεθείς, να κυριευτείς από την κούραση της μέρας, ή τις έγνοιες που σε κατακλύζουν και σε σπρώχνουν να κλείνεσαι στον εαυτό σου και να οχυρώνεσαι πίσω από απαισιόδοξες σκέψεις. Στα παραπάνω βοηθούν η μουσική και τα όμορφα τραγούδια του Φίλιππου Παχνιστή (υποθέτουμε σε στίχους Γιάννη ξανθούλη).

Με άρωμα «σκουπιδιών»

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης “Τα σκουπίδια” του Γιάννη Ξανθούλη, στο Από Κοινού Θέατρο: Αντώνης Ξένος, Άκης Σιδέρης, Ελένη Γερασιμίδου, Αγγελική Ξένου

Οι ηθοποιοί ανταποκρίνονται θαυμάσια στις ευθύνες που τους φορτώνει (χωρίς να τους βαραίνει) το κείμενο. Τι να γράψεις – όλα έχουν γραφτεί – για την Ελένη Γερασιμίδου. Πολλοί από τους λεγόμενους κωμικούς ηθοποιούς, με την ίδια ευκολία που σε κάνουν να γελάς, μπορούν να σε συγκινήσουν και να σε συγκλονίσουν. Την θαυμάσαμε, ιδιαίτερα στο ρόλο της μάνας, που στοιχειώνει τα όνειρα του θυρωρού γιού της. Πέρασαν πέντε χρόνια από το «Ήλιος στην πέτρα» και θα θέλαμε να την δούμε ξανά σε έναν «κόντρα ρόλο». Ο Αντώνης Ξένος είναι ε-ξ-α-ι-ρ-ε-τ-ι-κ-ό-ς στο ρόλο του θυρωρού της οδού Σκουφά, και συγκινεί εκτός απ’ το να προσφέρει γέλιο, αλλά και όταν ενσαρκώνει τον μικροκλέφτη Οδυσσέα, όπου εκτός του ταλέντου του δείχνει, για μια ακόμα φορά, την άνεση που έχει να κατεβαίνει από τη σκηνή και να συνδιαλέγεται με το κοινό σκορπώντας άφθονο γέλιο και όμορφα συναισθήματα. Απολαυστικός ο Άκης Σιδέρης στο ρόλο του Στέλιου Μανίτσα, χαρίζει γέλιο αλλά και στιγμές συγκίνησης. Απολαυστική και η Αγγελική Ξένου, που ξεχωρίζει ως Σάντα Ζουμπουλιά. Όλοι οι ηθοποιοί τραγουδούν, χορεύουν, «ιδρώνουν τη φανέλα» και κερδίζουν με το σπαθί τους το ζεστό χειροκρότημα του κοινού. Και στο τέλος της παράστασης μετατρέπεται σε βεβαιότητα η αίσθηση ότι, πριν παρουσιαστεί στο κοινό, προηγήθηκε έμπνευση, καλός σχεδιασμός, καλοκουρδισμένος συντονισμός όλων των συντελεστών και σκληρή δουλειά.

«Τα σκουπίδια» του Γιάννη Ξανθούλη μυρίζουν νοσταλγία για μια εποχή, πρόδρομο της σημερινής, όχι μακρινής. Νοσταλγία για τη νιότη που βλάστησε κι άνθισε σε χώμα σκαμμένο κι αιματοποτισμένο απ’ τη γενιά της εαμικής αντίστασης, που «λίπαναν» οι νεκροί της γενιάς του Πολυτεχνείου, για να το καταπατήσουν στη συνέχεια οι θιασώτες του «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» και να το μαγαρίσουν κατακλύζοντάς το με τα σκουπίδια τους η γενιά της «αλλαγής» και οι απόγονοί της. Μια εποχή που όσο κι αν σήμερα, γι’ αυτά που προμήνυσε, σου τρυπάει την ψυχή σαν αγκάθι, δεν θέλεις να ξεχάσεις, και δεν πρέπει ούτε στιγμή να ξεχάσεις και να ξεχαστείς…

Με άρωμα «σκουπιδιών»

Ο Αντώνης Ξένος – θυρωρός στην πολυκατοικία της οδού Σκουφά και η Ελένη Γερασιμίδου – μάνα που στοιχειώνει τα όνειρά του. Γέλιο και συγκίνηση σε μια από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης…

Το νέο, μόνιμο ξύλινο υπερυψωμένο δάπεδο της σκηνής, η σκηνοθεσία και το ξεχωριστό σκηνικό που επιμελήθηκε ο Κοραής Δαμάτης, η ηχογράφηση σε στούντιο των τραγουδιών, τα κοστούμια, και ο τρόπος που προετοιμάστηκε η παράσταση, ανεβάζουν το θέατρο Από Κοινού ένα σκαλί ψηλότερα στη συνείδηση του θεατή, κάτι που αναγνωρίζεται από τα πρώτα λεπτά και ανταμείβεται με το ζεστό χειροκρότημά του, ανάμεσα στα νούμερα και στο τέλος της παράστασης.

Όσοι παρακολουθήσαμε την επίσημη πρεμιέρα αυτής της νέας σεζόν (ανάμεσα στους θεατές ξεχώρισε η ευγενική και αθόρυβη παρουσία της Αλέκας Παπαρήγα και του σκηνοθέτη Κώστα Σταματόπουλου) είχαμε την ευκαιρία να πούμε δυο κουβέντες με τους πρωταγωνιστές, στο ζεστό και φιλικό περιβάλλον του φουαγιέ του Από Κοινού, με τη συνοδεία κρασιού και εδεσμάτων. Εντυπώσεις, συγχαρητήρια, παρατηρήσεις, σχέδια για το μέλλον, των ίδιων και… ενός θεάτρου που η στήριξη του κοινού (να πάτε να δείτε την παράσταση), η στήριξη όλων μας, αντικαθιστά το Υπουργείο Πολιτισμού που για μια ακόμα φορά το μπόι του είναι κοντύτερο του ρόλου και της αποστολής του…

Αν αντέξεις την μπόχα, ψάχνοντας στα σκουπίδια μπορείς να βρεις θαμμένους θησαυρούς. Τα όνειρα ακόμα και θαμμένα κάτω από τόνους σκουπιδιών, έχουν τη δύναμη να παραμένουν ζωντανά, να μη χάνουν τα χρώματά τους, «αντέχουνε στο χρόνο, υφαίνονται με πόνο χωρίς αναπνοή». Κάτω από τον καπνό που αναδύεται από την κοινωνία – χωματερή  που ζούμε, ανάμεσα στα αποκαΐδια, κάπου σιγοκαίει η «χόβολη της ελπίδας» και περιμένει το φύσημα για να φουντώσει.

«…Ελάτε, λοιπόν
όλοι μαζί
να φυσήξουμε αυτό το μικρό καρβουνάκι στη χόβολη της
ελπίδας
τώρα που η λάμπα μας έσβησε
που νυστάζει η σκοπιά
και το στρατόπεδο φόρεσε την κουρελιασμένη χλαίνη
της ομίχλης…»

Τάσος Λειβαδίτης

Με άρωμα «σκουπιδιών»

Ώσπου η σκούπα των καταπιεσμένων να σαρώσει τους εκμεταλλευτές των λαών…

Όμως αυτό μένει να (ξανα)αποδειχτεί στην πράξη, με έργα συνειδητοποιημένων και αποφασισμένων ανθρώπων κι όχι με ευχολόγια που συνήθως ακολουθούν τις κατάρες, και που η αξία τους είναι μικρότερη κι απ’ των σκουπιδιών…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: