Τι είναι και τι θέλει το χιπ χοπ

Εντυπώσεις από τη συζήτηση στο μαθητικό στέκι του 45ου Φεστιβάλ της ΚΝΕ

Για κάποιους ήταν το πρώτο πράγμα που είχαν κυκλώσει στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ. Η χιπ-χοπ βραδιά στη μαθητική σκηνή της τρίτης ημέρας, όπου περάσαμε από τη θεωρία στην πράξη, ή μάλλον από τη συζήτηση για το χιπ-χοπ στη συναυλία. Εμείς εδώ θα πιάσουμε -όσο καλύτερα μπορούμε- το πρώτο κομμάτι, που άφησε σε πολλούς τις καλύτερες εντυπώσεις, μαζί με την αίσθηση πως η κουβέντα αυτή έπρεπε να έχει ανοίξει καιρό τώρα και προφανώς συνεχίζεται.

O Μιθριδάτης ήταν αυτός που τράβηξε αντικειμενικά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, βασικό μέλος των Ημισκούμπρια που θεωρούνται πρωτοπόροι -αν όχι “πατριάρχες” της χιπ-χοπ σκηνής στην Ελλάδα. Ήταν λοιπόν ο πλέον κατάλληλος να μιλήσει για την αμήχανη ως ψυχρή υποδοχή που είχε το είδος από πολλούς, ακόμα και πιο νεαρούς σε ηλικία: “Καλά τα λέτε, αλλά δεν ακούμε τέτοια μουσική“.

Μια αντιμετώπιση που γινόταν ακόμα πιο “καλτ” σε μαγαζιά της επαρχίας:

-Πόσα κασόνια σαμπάνιας θα χρειαστείτε;
-Πόσα έχεις;
-Ένα
-Καλά είσαι (και πολλά είναι μη σου πω)

Οι βασικές επιρροές των HIMIZ ήταν πχ. ο Χάρρυ Κλυνν και ο Πανούσης, ή τα κόμιξ. Οι επιρροές ενός συγκροτήματος δεν είναι ποτέ μόνο μουσικές. Είναι όλα όσα βλέπεις, βλέπεις, ό,τι διαβάζεις και διαμορφώνει ένα στιλ, μια προσωπικότητα.

Και τώρα που το χιπ χοπ έγινε mainstream κι έχει απήχηση; Ο Μιθριδάτης γίνεται αιρετικός και διαφωνεί: “Πού το είδατε αυτό; Αν εξαιρέσεις τους εφήβους, απήχηση στην Ελλάδα έχει το σκυλάδικο, το λαϊκό, το λεγόμενο έντεχνο”. Έκανε τη σύνδεση με την περιρρέουσα κοινωνική-πολιτική ατμόσφαιρα, και έβαλε ρητορικά το ερώτημα: “Βλέπετε πολλούς νέους να λένε, γεια σας, θέλω ν’ αλλάξω τον κόσμο; Κάποτε η ΚΝΕ ήταν πρώτη δύναμη στους φοιτητές, τώρα τι γίνεται;”.
Λες τελικά η απήχηση του χιπ χοπ στη νεολαία να είναι ευθέως ανάλογη με εκείνη της ΚΝΕ και του λαϊκού κινήματος;

Ο Μιθριδάτης ξεχώρισε ως βασικό ζητούμενο για τον καλλιτέχνη να είναι αυθεντικός και συνεπής, πρώτα απ’ όλα προς τον εαυτό του και κατ’ επέκταση στο κοινό του, κάτι που κάθε άλλο παρά εύκολο είναι σε μια εποχή που βλέπουμε πολλά φτερά στον άνεμο.

Πρόλαβε επίσης να διαφωνήσει με τον Φρανκ, λέγοντας πως η τραπ δεν είναι μετεξέλιξη αλλά μετάλλαξη του χιπ-χοπ (αυτό που αργότερα ο Ζαραλίκος είπε ως κάτι που “δεν ξέρεις αν είναι ένα λεπτό πριν ή ένα λεπτό μετά το εγκεφαλικό”). Μια συζήτηση που με δικούς μας όρους, παραπέμπει συνειρμικά στην ανανέωση της επιστημονικής θεωρίας, που καταλήγει συνήθως να απαρνείται το μαρξισμό ή να παρουσιάζει μια καρικατούρα του. Κι όπως λέει ένα ρεφρέν των Ημίζ, με την Ευρυδίκη, που κολλάει στην περίπτωση:

Αν ήσουν κάποιος άλλος, δε θα ήμουν μαζί σου εγώ.

Ο Μιθριδάτης λέει πως το χιπ-χοπ βασίζεται στην καθαρότητα του λόγου, σε αντίθεση με την τραπ που καταστρέφει τη γλώσσα, όπως έδειξε στην πράξη, “τραπάροντας” κι ο ίδιος κάποια στιγμή, με ακατάληπτα μουρμουρητά αλά Sin Boy και σία που δεν μεταφέρονται με γραπτούς χαρακτήρες. “Θα μπορούσα να συνεχίσω έτσι και να κάνω κι επιτυχία”…

Για να κλείσει με τη συμβουλή προς τους νέους που φιλοδοξούν να ασχοληθούν σοβαρά με το χιπ χοπ, να “αφήσουν την πρωινή τους δουλειά” και να μην το δουν απλά ως “χομπάκι” -κι ας είχε δίπλα του στο πάνελ, τρεις ράπερ που δείχνουν στην πράξη πώς μπορεί κανείς να συνδυάζει και τα δύο.

Η παρέμβαση του Ζωγράφου ξεκίνησε από τις επιρροές του, δηλαδή το χώρο δουλειάς του, όπου κάθε άνθρωπος είναι και μια διαφορετική ιστορία, αλλά και τη γειτονιά όπου μεγάλωσε ως τόπο έμπνευσης. Μίλησε για το πάντρεμα της χιπ χοπ με την παραδοσιακή μουσική. Στην Ελλάδα υπάρχει μια τεράστια μουσική κληρονομιά, κι αυτός ο συνδυασμός είναι εφικτός, αρκεί να υπάρχει σεβασμός στους δομικούς κανόνες του χιπ χοπ. Η χώρα μας διαθέτει πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες για ν’ αντλήσει κανείς πολλά στοιχεία, κάτι που έκαναν πολύ πετυχημένα στην εποχή τους τα Ημισκούμπρια, αναφερόμενοι κυρίως στο αστικό τοπίο, ενώ ο ίδιος εστιάζει στον κόσμο της ελληνικής υπαίθρου.

Διαπιστώνει πως ψάχνοντας τρόπο να γράψει μουσική, εκεί έμαθε τον εαυτό του, διάβασε πολύ, ενώ τον βοήθησαν πολύ ακόμα και αυτά με τα οποία δε συμφωνούσε. Αυτό που ερωτεύτηκε στο χιπ χοπ, ήταν η κουλτούρα του, τα γκράφιτι, τα σκέιτ που ποτέ δεν έμαθε να κάνει ο ίδιος, τα φαρδιά παντελόνια. Στοιχεία που δεν υπάρχουν πια, αφού σήμερα οι ακροατές μπορεί να ξέρουν έναν καλλιτέχνη, αλλά όχι πώς και από πού προήλθε.

Σχολίασε πως οι εταιρίες και οι χορηγοί βοηθάνε μεν κάποιους λίγους, αλλά πολλούς άλλους τους καταστρέφουν. Στην κατακλείδα κράτησε ως συμβουλή στους νέους που ξεκινούν τώρα, για τα μεν αγόρια να αγαπούν και να σέβονται τα κορίτσια, και αυτά με τη σειρά τους να μην ξοδεύονται σε ανθρώπους που δεν το αξίζουν. Και οι δυο μαζί πρέπει ταξιδέψουν, να έρθουν σε επαφή με διαφορετικούς πολιτισμούς, να πάνε θέατρο και να ερωτευτούν.

Ο Retro ξεκινώντας υπογράμμισε πως το χιπ χοπ, ως ανερχόμενο μουσικό είδος, καθρεφτίζει την ίδια την κοινωνία. Αυτό σημαίνει πως σε μεγάλο βαθμό αναπαράγει την κυρίαρχη ιδεολογία του συστήματος, την ατομική διέξοδο, τον εύκολο πλουτισμό κλπ. Υπάρχει όμως και ένα άλλο χιπ χοπ, που είναι διαφορετικό και αληθινό.

Αναφέρθηκε στην κυρίαρχη θεματολογία του χιπ χοπ, που ξεκίνησε στις ΗΠΑ ως μορφή έκφρασης των κοινωνικά αποκλεισμένων και στην αμεσότητα του είδους, που είναι το βασικό στοιχείο που μπορούμε να αξιοποιήσουμε ως μορφή, ενώ απέκρουσε τις εύκολες κατηγορίες που συνδέουν συλλήβδην το χιπ χοπ με την εγκληματικότητα. Κλείνοντας έκανε τη δική του αναφορά στο Μιθριδάτη, υπενθυμίζοντας πως έχει γράψει έναν από τους εξυπνότερους στίχους για το θέμα αυτό: “έμαθα στη μάνα σου να τραγουδάει χιπ χοπ”. “Κάπου πήρε το μάτι μου και τη δική μου να τριγυρνά στο χώρο και μπορείτε να την ρωτήσετε, για επιβεβαίωση, τι άκουγε στο αυτοκίνητο…”

Ο Φρανκ ανέλυσε τι χρειάζεται κανείς για να κάνει χιπ χοπ. Σε πρώτη φάση χρειάζεται απλώς αίσθηση του ρυθμού και έξυπνες ιδέες. Για να κάνεις καλό χιπ-χοπ, είναι απαραίτητο να αφιερώσεις σοβαρό χρόνο. Και το τρίτο βασικό βήμα είναι να αποκτήσεις απήχηση, να γίνεις “υπαρκτός”. Αλλά σε αυτό το κομμάτι, τόσο στο μέινστριμ, όσο και στο λεγόμενο underground χιπ χοπ, εμπλέκονται οι όροι της αγοράς και οι μανατζαραίοι, οπότε πρέπει να αποφασίσεις αν θα πας με το ρεύμα για να γίνεις εμπόρευμα (καλή ρίμα για στίχο) ή θα περιμένεις αν και πότε θα καθιερωθείς.

Κι αν στο τέλος της ημέρας όλα είναι απλώς μουσική, έχει σημασία αν θα πουλήσεις το αφήγημα της αριστείας “κοίτα πώς ήμουν σαν εσένα κάποτε και πού έφτασα τώρα”, αν δηλαδή θα πας με τη λογική “πάτα κεφάλια για να επιβιώσεις” ή αντιθέτως αν θ’ αναδείξεις με τη μουσική σου αξίες όπως η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη, που μόνο στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ μπορεί να τις ακούσει κανείς.

Το κλείσιμο μπορεί να έγινε σε κάποιο πηγαδάκι με το ίδιο πάνελ εκτός σκηνής σχετικά με το τι είναι τραπ. Επί σκηνής όμως η συζήτηση έκλεισε με την παρέμβαση του μέλους του ΚΣ της ΚΝΕ, Ιάσονα Φανού, που έκανε μια πολύ μεστή παρέμβαση, δείχνοντας καλή γνώση του θέματος, και όχι μια αίσθηση του στιλ “ήρθα να κάτσω εδώ με τη νεολαία και να σας πω και δυο ατάκες που μου γράψανε”.

Μεταξύ πολλών άλλων, έπιασε το θέμα της ανόητης σύνδεσης της καλλιτεχνικής έμπνευσης με τη μαστούρα. Κρίτκαρε τη λογική του φτωχού ράπερ που έπιασε την καλή, ένα εμπόριο ελπίδας με το οποίο ταΐζουν διαρκώς τους νέους από πολλές μπάντες (diplis), μόνο που για να δεις το american dream, πρέπει να πέσεις για ύπνο. Σχολίασε επίσης το σεξισμό και την παρουσίαση του προτύπου της γυναίκας – εμπόρευμα σε πολλά χιπ-χοπ τραγούδια.

Τόνισε πως οι κομμουνιστές ούτε εξιδανικεύουν, ούτε δαιμονοποιούν κάποιος είδος μουσικής, αν και μόνο τυχαίος δεν είναι ο αντιφασιστικός χαρακτήρας μιας μερίδας της ελληνικής χιπ χοπ σκηνής και πώς αυτή στοχοποιήθηκε από τους φασίστες της ΧΑ, με τρανταχτότερο παράδειγμα τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Προφανώς οι καλλιτέχνες μπορούν και πρέπει να μιλήσουν για όλα, το ζήτημα είναι από ποια θέση θα το κάνουν, γιατί στη μουσική υπάρχει και το δόγμα no politica, η λογική του εσωστρεφούς καλλιτέχνη που χάνεται στα προσωπικά του βιώματα κτλ. Ο δικός μας στόχος όμως δεν είναι απλά ένας κατά παραγγελία στίχος με στείρα συνθηματολογία. Όχι, δεν είναι όλα πολιτική στη ζωή, όλα όμως συνδέονται μεταξύ τους, και σε όλα όμως τα ζητήματα έχει σημασία τι στάση θα κρατήσεις.

Γιατί… “πρώτοι -σ.σ. οι κομμουνιστές- εμείς σκεφτόμαστε πώς θα αξιοποιήσουμε όλες τις μορφές για να αναδείξουμε το περιεχόμενο και λέμε στον εαυτό μας: “Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα”. Ει μη και το άλμα στον ουρανό λέμε εμείς.

Ακολουθεί το βίντεο της συζήτησης, όπως ανέβηκε από τον 902.gr:

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Trackbacks

Κάντε ένα σχόλιο: