Σε χέρια γλοιώδικα – Η διπλή αποστασία του Βολφ Μπίρμαν

Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, κι ας φρόντισε ο Μπίρμαν όσο μπορούσε για το αντίθετο.

Από την πολύχρωμη χορεία των αντιφρονούντων του υπαρκτού σοσιαλισμού τον 20ό αιώνα, η μορφή του τραγουδοποιού Βολφ Μπίρμαν είναι από τις πιο αντιφατικές και ενδιαφέρουσες. Μεγαλωμένος σε κομμουνιστικό περιβάλλον, άφησε πίσω του τη Δυτική Γερμανία ως έφηβος, «για να μάθει το σωστό από τους σωστούς ανθρώπους», όπως έλεγε. Το χάσμα μεταξύ των νεανικών ιδανικών του και της προσπάθειας υλοποίησής τους στη ΓΛΔ, όπως και μια μάλλον υπερβάλλουσα καχυποψία των ανατολικογερμανών αρχών απέναντι στον καλλιτέχνη, οδήγησε σε μια διαρκώς εντεινόμενη ψυχρότητα των σχέσεων τους, με αποκορύφωμα την πολύκροτη απέλασή του στις 16 Νοέμβρη 1976, στη διάρκεια περιοδείας του Μπίρμαν στην ΟΔΓ.

Αν και ο Μπίρμαν προσπάθησε για κάποια χρόνια να αποφύγει κάπως τον πλήρη αντικομμουνιστικό κατήφορο, δεν κατόρθωσε τελικά να περισώσει κανένα ψήγμα αξιοπρέπειας μετά τις ανατροπές του ’89 – ’91, αγκαλιάζοντας ολοένα και πιο αντιδραστικές αντιλήψεις.

Ήρθε στον κόσμο στις 15 Νοέμβρη 1936 στον Αμβούργο και ήταν γιος της Έμμα και του Ντάγκομπερτ Μπίρμαν, κι οι δυο τους αφοσιωμένοι κομμουνιστές. Ο πατέρας του ήταν Εβραίος και πολέμησε κατά των ναζί, σαμποτάροντας πολεμικά πλοία ως εργάτης σε ναυπηγείο της πόλης. Συνελήφθη και δολοφονήθηκε το 1943 στο Άουσβιτς.

Μπήκε από νεαρή ηλικία στην οργάνωση των Νέων Πιονέρων και επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη ΓΛΔ το 1950, βγάζοντας ομιλίας πίστης στη χώρα και τη γερμανική ενότητα σε εκδήλωση της οργάνωσης στο Ανατολικό Βερολίνο.

Το 1953 αποφάσισε να μεταναστεύσει στη ΓΛΔ, με τη βοήθεια του ΚΚ Γερμανίας, που συμβούλευσε τη μητέρα του να παραμείνει στο Αμβούργο. Φοίτησε ως οικότροφος στην πόλη Σβερίν και μετά το απολυτήριό του ξεκίνησε σπουδές πολιτικής οικονομίας στο Βερολίνο, τις οποίες και διέκοψε για να εργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο Ανσάμπλ του Βερολίνου που είχε ιδρύσει ο Μπέρτολ Μπρεχτ. Αργότερα σπούδασε φιλοσοφία και μαθηματικά, ενώ το 1960 άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα και τραγούδια, υπό την επίδραση του «μέντορα και προτύπου» του όπως τον χαρακτήριζε, συνθέτη Χανς Άισλερ, παλιού συνεργάτη του Μπρεχτ και συνθέτη του ύμνου της ΓΛΔ. Ένα χρόνο μετά ίδρυσε το Εργατικό Θέατρο Βερολίνου, το οποίο υπήρξε και αφορμή για την πρώτη του ανοιχτή σύγκρουση με τις αρχές της ΓΛΔ, όταν θέλησε το 1963 να ανεβάσει παράσταση με θέμα την ανέγερση του τείχους. Το έργο απαγορεύτηκε και λίγο πριν την πρεμιέρα το θέατρο έκλεισε, ενώ του επιβλήθηκε και ποινή απαγόρευσης εμφανίσεων για έξι μήνες. Την ίδια χρονιά απορρίφθηκε η αίτησή του να γίνει μέλος του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος, κάτι που οφειλόταν, τουλάχιστον σύμφωνα με το φάκελο της Στάζι που ο ίδιος έλαβε μετά τη γερμανική επανένωση, στο ότι θεωρούνταν ύποπτος για χρήση διεγερτικών ψυχοτρόπων ουσιών.

Ο Μπίρμαν πάντως ταξίδευε χωρίς πρόβλημα στην ΟΔΓ, όπου έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως καλλιτέχνης το 1964, ενώ ένα χρόνο μετά κυκλοφόρησε και δίσκος από την παράστασή του σε καμπαρέ της Φρανκφούρτης, όπως και η πρώτη του ποιητική συλλογή “Άρπα από σύρματα”.  Μετά την 11 ολομέλεια της ΚΕ του ΕΣΚ ωστόσο, επιβάλλεται πλήρης απαγόρευση δημοσιεύσεων, ταξιδιών και εμφανίσεων στον Μπίρμαν, ο οποίος επικρίθηκε για προδοσία των σοσιαλιστικών ιδεών. Πιο συγκεκριμένα, ο Χόνεκερ, τότε υπεύθυνος ζητημάτων ασφαλείας, υποστήριξε την απαγόρευση καθώς : « Ο Μπίρμαν προδίδει σήμερα με τα τραγούδια και τα ποιήματά του βασικές θέσεις του σοσιαλισμού. Ήρθε η ώρα να καταπολεμήσουμε τη διάδοση ξένων και επιβλαβών θέσεων και αντικαλλιτεχνικών δημιουργημάτων, που ταυτόχρονα φέρουν έντονα πορνογραφικά χαρακτηριστικά».

Στην πραγματικότητα, αυτό που επικρατούσε για κάποια χρόνια ήταν ένα καθεστώς βαρύθυμης ανοχής απέναντι στις δραστηριότητες του Μπίρμαν, και με αυτό τον τρόπο διοχετεύτηκαν και κυκλοφόρησαν στην ΟΔΓ και ανεπίσημα από χέρι – σε χέρι στη ΓΛΔ πέντε δίσκοι του και πολλοί τόμοι ποιημάτων. Ανάμεσα στους δίσκους και εκείνος με τίτλο «Chaussestraβε 131» , που ήταν η διεύθυνσή του, όπου ηχογράφησε με τεχνικά μέσα που είχε εισαγάγει από την ΟΔΓ τα τραγούδια, με αποτέλεσμα να ακούγεται και η κίνηση των αυτοκινήτων στα τραγούδια. Στο έργο περιλαμβάνεται το διάσημο στην Ελλάδα «Αυτούς τους έχω βαρεθεί» (Die hab’ich satt) που μελοποιήθηκε, όπως και πέντε ακόμα τραγούδια του Μπίρμαν το 1975 από το Θάνο Μικρούτσικο στον πρώτο του δίσκο «Πολιτικά τραγούδια» γνωρίζοντας μεγάλη και διαχρονική επιτυχία. Το τραγούδι «Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα», από τον ίδιο δίσκο του Μικρούτσικου ο Μπίρμαν το παρουσίασε -με τη μελωδία του πολύ γνωστού ύμνου του Κάρλος Πούεμπλα “Hasta siempre comandante” με μια κιθάρα μέσα στο πλήθος κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Φεστιβάλ Νεολαίας το 1973 στο Ανατολικό Βερολίνο – όπου τον είχε επισκεφτεί μεταξύ άλλων για συμπαράσταση η Τζόαν Μπαέζ κι ήταν μία από τις δυο εμφανίσεις του στη ΓΛΔ πριν την πτώση του τείχους.

Διασημότερο τραγούδι του δίσκου είναι βέβαια το “Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη” (So soll es sein – So wird es sein), που παραμένει διαχρονικά επίκαιρο, αυτονομούμενο όσο κανένα άλλο από τα έργα του από τη μετέπειτα πλήρη κατρακύλα του δημιουργού του:

Η ανάδειξή του σε διεθνή «σταρ» των αντιφρονούντων γίνεται το 1976, όταν λαμβάνει την άδεια να εμφανιστεί σε συναυλία του Συνδικάτου Μετάλλου της ΟΔΓ στην Κολωνία. Εκεί προβαίνει στη διάρκεια συναυλίας του σε ανοιχτή κριτική στη ΓΛΔ, με αποτέλεσμα λίγες μέρες μετά, κι ενώ ακόμα ο Μπίρμαν ήταν στην Κολωνία, να του αφαιρέσει την ιθαγένεια μέσω ανακοίνωσης στο δελτίο ειδήσεων της ΓΛΔ. Ο ίδιος ο τραγουδοποιός σοκαρίστηκε από την εξέλιξη, στην πραγματικότητα όμως σχέδια απέλασης φαίνεται να υπήρχαν από το 1971. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή έγινε επί της ουσίας εκτόξευσε τη δημοφιλία του Μπίρμαν στη Δύση και τον έκανε γνωστό σε ένα ακόμα ευρύτερο κοινό στη ΓΛΔ, τόσο μέσω της προβολής στο κρατικό κανάλι, όσο και εξαιτίας της μεγάλης δημόσιας αντίδρασης εκατοντάδων Ανατολικογερμανών διαννοουμένων στην κίνηση αυτή, με ορισμένους πάντως, όπως τη γνωστή κομμουνίστρια συγγραφέα Άννα Ζέγκερς, να αρνούνται να προσυπογράψουν το κείμενο καταδίκης. Τη διαμαρτυρία τους εξέφρασαν και ορισμένα μέλη του μέχρι πριν λίγα χρόνια παράνομου Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (DKP). Αξίζει να αναφερθεί ότι η απόφαση ελήφθη ενάντια στις συμβουλές των Σοβιετικών μυστικών υπηρεσιών στη χώρα, που είχαν ορθά διαβλέψει τον δυσμενή επικοινωνιακό αντίκτυπο της στέρησης ιθαγένειας.

Μετά την εγκατάστασή του στη Δύση συνεχίζει να βγάζει δίσκους και να δίνει πολλές συναυλίες. Μία εξ αυτών ήταν και στο φεστιβάλ του ΚΚΕ Ες. Στη Νέα Σμύρνη. Στη συνέντευξη τύπου που έδωσε παρουσία του τότε διευθυντή της «Αυγής», Αντώνη Μπριλλάκη, ο Μπίρμαν αφού ανακοίνωσε πως έγινε μέλος της Κ.Ο Αμβούργου του ευρωκομμουνιστικού ΚΚ Ισπανίας, πρόσθεσε πως: “Πιστεύω ότι η Λαοκρατική Γερμανία εξακολουθεί να είναι μεγάλο κέρδος για την εργατική τάξη. Μπορεί να μην υπάρχει ακόμη σοσιαλισμός, αλλά ένας αστυνομικός σοσιαλισμός, τουλάχιστον όμως δεν υπάρχει κατεστημένος καπιταλισμός”. Την έντονα κριτική, αλλά όχι πλήρως αντικομμουνιστική του στάση τήρησε και τα επόμενα χρόνια, λαμβάνοντας το 1982 άδεια επίσκεψης στη ΓΛΔ για να δει τον ετοιμοθάνατο φίλο του, τον αντιφρονούντα χημικό Ρόμπερ Χάβεμαν.

Μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης ο δεξιός του κατήφορος ήταν ασταμάτητος, παρότι ακόμα και την περίοδο της επανένωσης υποστήριζε πως προτιμούσε δυο ξεχωριστές χώρες σε “δημοκρατικό ανταγωνισμό”. Άφησε το κόμμα των Πρασίνων, προσεγγίζοντας το SPD και αργότερα τους χριστιανοδημοκράτες, αναγνωρίζοντας το 2012 πως η απόφαση του Χέλμουτ Κολ για επανένωση ήταν η μόνη σωστή. Μεγαλύτερο επίτευγμα μάλιστα του πρώην καγκελαρίου θεωρούσε πως ανακάλυψε “αυτή την πολιτική ιδιοφυΐα” την Άνγκελα Μέρκελ, την οποία και στήριξε με την ψήφο του και τις δηλώσεις του από το 2013 κι εξής. Παράλληλα, δεν άφησε κυριολεκτικά ιμπεριαλιστική επέμβαση που να μη στηρίξει, από τους βομβαρδισμούς της Σερβίας μέχρι τον πόλεμο στο Ιράκ, ενώ αναδείχτηκε σε φανατικό υπερασπιστή του κράτους του Ισραήλ, το οποίο χαρακτήρισε το 2006 ως “πατρίδα” του. Το αντικομμουνιστικό του μένος έγινε τέτοιο, ώστε δε γλίτωσε από τα δηλητηριώδη βέλη του ούτε το οπορτουνιστικό μόρφωμα της Die Linke, πολλά παλιότερα στελέχη του οποίου ανδρώθηκαν πολιτικά στη ΓΛΔ. Αποκορύφωμα των επιθέσεών του ήταν στην τελετή του γερμανικού κοινοβουλίου για τα 25χρονα από την πτώση του τείχους το 2014, όταν χαρακτήρισε τους παρόντες βουλευτές του κόμματος “Δρακογενιά” και “ελεεινό απομεινάρι αυτού που ευτυχώς ξεπεράστηκε”.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: