Καλπάζοντας με τον Φιντέλ

Κι ο στρατός του Φιντέλ Κάστρο, / μπόρα που κλωσάει κυκλώνες, / σαν από εκατό ποτάμια / της Αμαζονίας ορμάει.
*
Πόσο η δύναμή σου θα μας λείψει. / Μα ούτ’ ο θάνατος ο ίδιος να σε σβήσει δεν μπορεί.
*
Μετά τον είδα να φεύγει / Γυμνός και ωραίος: / Να κυνηγάει τους κανάγιες / Με της ζωής τα κανόνια.

Φιδέλ  Αλεχάντρο  Κάστρο  Ρους

3 Αυγούστου 1926 – 25 Νοεμβρίου 2016

Ηγέτης της Κουβανικής επανάστασης
Α’  Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Κούβας (1961-2011)
Πρωθυπουργός της χώρας του (1959-2008)

 

*

Τρία ποιήματα – Δύο τραγούδια

Νικολάς Γκιγιέν: Ο στρατός του Φιντέλ

Ραούλ Τόρες: Καλπάζοντας με τον Φιντέλ

Σίλβιο Ροδρίγες: Το τραγούδι του Εκλεκτού

 

*

Μετάφραση – Σημειώσεις – Επιμέλεια

Μπάμπης Ζαφειράτος – Μποτίλια Στον Άνεμο

 

Ο Φιντέλ στη Σιέρα Μαέστρα. Φωτό, Ραούλ Κοράλες. Πίσω η Σέλια Σάντσες και (πιθανότατα) η Βίλμα Εσπίν.

 

(Τα λοξά παραπέμπουν στις Σημειώσεις)

 

Ο στρατός του Φιντέλ

Νικολάς Γκιγιέν

 

Γη με τα γλαυκά βουνά σου
και τα βουερά ποτάμια
από την πλευρά του Οριέντε,
εσύ αφέντρα μου επαρχία
με τις τρομερές χαράδρες
που στο μπρούντζινό σου στήθος
τρέχουν γρανιτένιες φλέβες,
και το μενταγιόν του ήλιου
τις χτυπά και στραφταλίζουν.

Ένας χείμαρρος ξεσπάει
κατεβαίνει απ’ το Τουρκίνο
μες από χαγουέι φονιάδες
κι από καφεδοφυτείες
–σκούρες σαν το μέτωπό σου–
που λουφάζουν ναρκωμένες·
κι ο στρατός του Φιντέλ Κάστρο,
του μεγάλου Κομαντάντε,
–μπόρα που κλωσάει κυκλώνες–
ένα ανθρώπινο ριπίδι,
σαν από εκατό ποτάμια
της Αμαζονίας ορμάει.

Μια νεροσυρμή αφρισμένη
από αγρότες κι από εργάτες,
ένας χείμαρρος φρουμάζει
απ’ της νεολαίας το άνθος,
χείμαρρος αγριεμένος
από ανάσες και μπαζούκας,
ο στρατός του Φιντέλ Κάστρο
–του μεγάλου Κομαντάντε–
κατεβαίνει, και μαζί του,
από δρόμους και σοκάκια,
ιαχές –γροθιές σφιγμένες–
πάλλονται ψηλά σαν ύμνοι
ύμνοι αγέρωχοι σαν τ’ άστρα
τα σκληρά στον κρύο αγέρα.

Έχω, 1964
Από την ενότητα Romancero

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 24 Νοεμβρίου 2019

(Το ισπανικό κείμενο πιο κάτω)

Σημειώσεις

 

Ο Φιντέλ στη Σιέρα Μαέστρα. Φωτό (1957-1958) Ενρίκε Μενέσες (Μαδρίτη, 21 Οκτ. 1929 – 6 Ιαν. 2013), ο οποίος κατέχει ένα ιστορικό ρεκόρ. Εμεινε στη Σιέρα Μαέστρα με τον Φιντέλ και τους αντάρτες τέσσερεις μήνες (Δεκ. 1957 – Μαρ. 1958) και έβγαλε 2.000 φωτογραφίες. (Βλ. από Κατιούσα).

 

Χαγουέι –Jagüey: Εντυπωσιακό δέντρο της Κούβας του γένους των φίκων (ficus citrifolia, familia de las Moráceas), με δυνατό και πολύ χοντρό κορμό, με μεγάλα κλαδιά και πλούσιο φύλλωμα.

Το jagüey, είναι ένα δέντρο-φονιάς που αναζητά στήριξη σε άλλα φυτά, τα οποία αγκαλιάζει, ώσπου σιγά σιγά τα πνίγει. Γι’ αυτόν το λόγο θεωρείται από τους Κουβανούς σύμβολο της αμαρτίας και της προδοσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση, το jagüey, με μια ποιητική αντιστροφή, είναι ο δυνατός κορμός της Επανάστασης που το φύλλωμά της, οι άντρες του Φιντέλ, πνίγει τους προδότες του Μπατίστα.

 

Jagüey: Ficus citrifolia, familia de las Moráceas.

 

Ο Γκιγιέν, όπως το συνηθίζει στην (απλή) ποίησή του, «παίζει» κι εδώ με τις πολλαπλές αναγνώσεις του jagüey. (Για το ποιητικό «παχνίδι» του Γκιγιέν βλέπε και τη σχετική σημείωση στο σονέτο Τσε Γκεβάρα: Νικολάς Γκιγιέν: Γκεβάρα, ο Γκάουτσο -4 ποιήματα):

─ Το είδος jagüey de rio αναπτύσσεται μόνο στις όχθες των ποταμών που βρίσκονται στη νότια ακτή της ανατολικής Κούβας, στη Σιέρα Μαέστρα, εκεί όπου στήθηκε το στρατηγείο του Φιντέλ, αλλά και η περιοχή όπου έπεσαν σε ενέδρα οι επαναστάτες του Γκράνμα, μετά από προδοσία. (Για τη… Μεγάλη Απόβαση βλ. σχετικά από Μποτίλια: Granma: Τo «ναυάγιο» του Τσε που έγραψε το Έπος… του Πάμπλο Νερούδα και από Κατιούσα το τρίτο ποίημα στο: Φιντέλ αυτός που οικοδόμησε μια νέα πατρίδα).

─ Σε αυτό το δέντρο οφείλει το όνομά του ο δήμος Jagüey Grande (Χαγουέι Γκράντε, της επαρχίας Ματάνσας, συνορεύει δυτικά με την επαρχία της Αβάνας), που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στις επαναστάσεις και στον αγώνα εναντίον των Ισπανών κατά το Δεκαετή Πόλεμο (1868-1878), το Μικρό Πόλεμο (1879-1880), τον Πόλεμο Ανεξαρτησίας της Κούβας (1895-1898), αλλά και κατά τη Μεγάλη Κουβανική Επανάσταση (1956-1958), από τις απαρχές της ακόμα με το Κίνημα της 26 Ιουλίου ─ Μ-26-7. (Βλ. από Κατιούσα σημ. 1 στο: Κούβα, 1 Γενάρη 1959: Θριαμβικό Εμβατήριο του Αντάρτικου Στρατού).

Στο Χαγουέι Γκράντε, κατά τη μεγάλη Εξέγερση του 1869 έδρασαν «οι προδότες του θανάτου» (Los Traidores de la Muerte), που είχαν κρεμασμένη στο λαιμό τους μια νεκροκεφαλή με δύο κόκαλα χιαστί, και ευθύνονταν για σωρεία αποτρόπαιων δολοφονιών.

πάλλονται ψηλά σαν ύμνοι / ύμνοι αγέρωχοι σαν τ’ άστρα / τα σκληρά στον κρύο αγέρα: Οι άντρες του Φιντέλ και ο κουβανικός λαός γίνονται τα αστέρια που αψηφούν τις κακουχίες, πάλλονται σαν τις ρίγες της κουβανικής σημαίας και ενώνονται στο ένα και μοναδικό αστέρι της.

Τουρκίνο: Η ψηλότερη κορυφή της Σιέρας Μαέστρα, η κοιτίδα της Επανάστασης. (Βλ. στον προηγούμενο σύνδεσμο).

 

*

 

Cabalgando con Fidel – Video clip New Star

Στίχοι – Μουσική: Raul Torres

Μετάφραση στα μέτρα του πρωτότυπου, Μπάμπης Ζαφειράτος
Επιμέλεια: Βελισσάριος Κοσσυβάκης
NEW STAR 2019

Καλπάζοντας με τον Φιντέλ

Ραούλ Τόρες, 28 Νοεμβρίου 2016

Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 3 Δεκεμβρίου 2016
(Πρώτη δημοσίευση στην Μποτίλια, 4 Δεκ. 2016)

 

Λεν πως στην πλατεία αυτές τις μέρες
καβάλα πέρασαν αργά
ο Καμίλο κι ο Μαρτί.
Και μπροστά μπροστά στη λιτανεία
άτι δίχως καβαλάρη,
το δικό σου το φαρί.

Είναι οι πληγές μας που δεν κλείνουν
κι όλοι οι άντρες κι οι γυναίκες
δε σ’ αφήνουμε στιγμή.
Τώρα η καρδιά μας έχει σπάσει
κι ο λαός σου που πονάει
πώς να σ’ αποχωριστεί.

Φίλε, όλος σου ο λαός σε συνοδεύει.
Πόσο η δύναμή σου θα μας λείψει.
Μα ούτ’ ο θάνατος ο ίδιος να σε σβήσει δεν μπορεί.

Φίλε, μάθαμε να σ’ έχουμε για πάντα.
Όπως τον Ολόφι ή το Χριστό μας,
και παντού ένα φως για σένα καίει στη γη.

Σήμερα δεν είσαι ο Κομαντάντε,
Ούτε Γίγας και μπαρμπούδος,
κι όλα όσα είσ’ εσύ.
Τώρα είσ’ «ο δικός μου ο πατέρας»,
μη μ’ αφήνεις μ’ άδεια χέρια,
πώς να ζήσω μια ζωή.

Φίλε, όλος σου ο λαός σε συνοδεύει.
Πόσο η δύναμή σου θα μας λείψει.
Μα ούτ’ ο θάνατος ο ίδιος να σε σβήσει δεν μπορεί.

Φίλε, μάθαμε να σ’ έχουμε δικό μας.
Όπως τον Ολόφι ή το Χριστό μας.
Κι απ’ το φως σου τ’ άστρα φως ρίχνουν στη γη.

Φίλε, όλος σου ο λαός σε συνοδεύει.
Πόσο η δύναμή σου θα μας λείψει.
Μα ούτ’ ο θάνατος ο ίδιος να σε σβήσει δεν μπορεί.

Φίλε, μάθαμε να σ’ έχουμε δικό μας.
Όπως τον Ολόφι ή το Χριστό μας.
Κι απ’ το φως σου τ’ άστρα φως ρίχνουν στη γη.

Τούτο το πρωί μες στην πλατεία,
άλογα άλλα δεν χωράνε
κι έφτασαν από μακριά.
Ένα πλήθος μέγα απελπισμένο
ήρωες με πλατιές φτερούγες
μαζευτήκανε όλοι εκεί.
Και μπροστά μπροστά απ’ το μέγα πλήθος
άτι δίχως καβαλάρη,
το δικό σου το φαρί.

(Μπάμπης Ζαφειράτος, 3 Δεκεμβρίου 2016)

Ολόφι – Olofi: Η μία από τις τρεις υποστάσεις του θεού των Γιορούμπα της Νιγηρίας (απ’ όπου οι Ισπανοί έφεραν τους σκλάβους στην Κούβα) και των Κουβανών: Δημιουργός, Κυβερνήτης του ουρανού και Αγωγός (: Olofi) ανάμεσα στον ουρανό και στους επίγειους άγιους.

 

Ραούλ Τόρες (Κούβα, Μπάγιαμο, Γκράνμα, 1966). Φωτό, Ροβέρτο Σουάρες.

 

*

 

Silvio Rodríguez – Canción del Elegido

Comandante Fidel Castro Ruz In Memoriam

 

Το τραγούδι του Εκλεκτού

Στίχοι – Μουσική: Σίλβιο Ροδρίγες (1968)

Μετάφραση στα μέτρα του πρωτότυπου,
Μπάμπης Ζαφειράτος, 1 Δεκεμβρίου 2016
(Πρώτη δημοσίευση στην Μποτίλια: 1 Δεκ. 2016)

 

Κάθε που φτιάχνεται μια ιστορία
Λες για ένα παιδί, για έναν γέρο, ή για σένα
Μα η δική μου δεν είναι απλή
Γιατί πρέπει να πω για έναν άνθρωπο απλό
Να πω για κάποια ψυχή
Από έναν άγριο κόσμο μακρινού γαλαξία,
Μια ιστορία που θέλει να πει
Για την πορεία ενός αστεριού
Μια ιστορία θαμμένη
Για ένα πλάσμα απ’ το τίποτα.

Παιδί μιας καταιγίδας
Στον ήλιο της νύχτας
Τον ενδέκατο μήνα
Από σύμπαν σε σύμπαν
Μια σταγόνα να ψάχνει νερό
Κι ακόμα αν υπάρχει ζωή
Το θάνατο ίσως να ψάχνει
–Ποιος τάχα να ξέρει–
Κοιτώντας για ίσκιους
Ή κάτι που να μπορείς να λατρέψεις
Κάτι εντέλει ν’ αγγίξεις μ’ ένα λάγνο φιλί σου.

Και βρήκε πως το χρυσάφι
Του βασιλιά Σολομώντα
Στον ουρανό ήταν κι όχι
Στην Αφρική που φλεγόταν
Όπως οι άνθρωποι λένε.
Αλλά οι πέτρες παγώνουν.

Και νοιάστηκε για τη ζεστασιά της αγάπης.
Τα πετράδια δεν είχαν ψυχή
Ήταν μόνο λαμπερά καθρεφτάκια.
Και στον πόλεμο πάντα οδηγούσαν…
Συγγνώμη, στη γη εννοούσα.

Κι έκανε αυτός την έκρηξη τότε
Στο κεφάλι του μέσα τα κρύσταλλα σπάνε
Κι είπε, ο αχός του αγώνα
Είν’ η ειρήνη απ’ το μέλλον:
Και το πιο τρομερό που πρέπει να μάθεις
Είναι η ομορφιά της ζωής μας.
Μετά τον είδα να φεύγει
Σε καπνούς και συντρίμμια.
Γυμνός και ωραίος:
Να κυνηγάει τους κανάγιες
Με της ζωής τα κανόνια.

(Μπάμπης Ζαφειράτος, 1 Δεκεμβρίου 2016)

Ενδέκατος μήνας: Το Granma ξεκίνησε από το λιμάνι του Τούξπαν στι 25 Νοεμβρίου του 1956. Δεν ήταν απόβαση, περί ναυαγίου επρόκειτο, θα πει αργότερα ο Τσε.
Μ’ ένα λάγνο φιλί σου: Ο Ροδρίγες στις εκτελέσεις, μέχρι το 1974 τραγουδάει: Besable –vaya (:ως επιφώνημα: απίθανο! τέλειο!)– amable.
Ο Ουρουγουανός Ντανιέλ Βιγιέτι (Daniel Viglietti) τραγουδάει: Besable –bueno (:ωραίο, καυτό)– amable.

Βιγιέτι και Ροδρίγες από Κατιούσα

Άλλα τραγούδια του Ροδρίγες από Μποτίλια

 

Ο Σίλβιο Ροδρίγες (Κούβα, Σαν Αντόνιο δε λος Βάνιος, 1946) με τον Φιντέλ.

 

*

 

Ισπανικό κείμενο

 

Tierra de azules montañas…

Nicolás Guillén

 

Tierra de azules montañas,
Oriente, y de roncos ríos,
señora provincia grande
de vértigos precipicios,
en cuyo pecho de cobre
con arterias de granito
enciende un bárbaro sol
su medallón amarillo:

Como espumoso torrente
que baja desde el Turquino
entre jagüeyes despiertos
y cafetales dormidos,
así de tu oscura frente,
de turbión a torbellino,
las tropas de Fidel Castro,
capitán generalísimo,
en cien caños amazónicos
abren su fiel abanico.

Como espumoso torrente
de obreros y campesinos,
como espumoso torrente
de estudiantes florecidos,
como espumoso torrente
de bazucas y suspiros,
las tropas de Fidel Castro,
capitán generalísimo,
pasan y con ellas van
por veredas y caminos
voces altas como puños,
puños altos como himnos,
himnos altos como estrellas
duras en el aire frío.

Tengo, 1964 (Romancero)

*

Cabalgando con Fidel

Raúl Torres, 28.11.2016

 

Dicen que en la plaza en estos días
se le ha visto cabalgar
a Camilo y a Martí.
Y delante de la caravana
lentamente sin jinete,
un caballo para ti.

Vuelven las heridas que no sanan
de los hombres y mujeres
que no te dejaremos ir.
Hoy el corazón nos late afuera
y tu pueblo aunque le duela
no te quiere despedir.

Hombre, los agradecidos te acompañan.
Cómo anhelaremos tus hazañas.
Ni la muerte cree que se apoderó de ti.

Hombre, aprendimos a saberte eterno.
Así como Olofi y Jesucristo,
no hay un solo altar sin una luz por ti.

Hoy no quiero decirte, Comandante,
ni barbudo, ni gigante
todo lo que sé de ti.
Hoy quiero gritarte «padre mío»,
no te sueltes de mi mano,
aún no sé andar bien sin ti.

Hombre, los agradecidos te acompañan.
Cómo anhelaremos tus hazañas.
Ni la muerte cree que se apoderó de ti.

Hombre, aprendimos a saberte eterno.
Así como Olofi y Jesucristo,
no hay un solo altar sin una luz por ti.

Hombre, los agradecidos te acompañan.
Cómo anhelaremos tus hazañas.
Ni la muerte cree que se apoderó de ti.

Hombre, aprendimos a saberte eterno.
Así como Olofi y Jesucristo.
No hay un solo altar sin una luz por ti.

Dicen que en la plaza esta mañana,
ya no caben más corceles
llegando de otro confín.
Una multitud desesperada
de héroes de espaldas aladas
que se han dado cita aquí.
Y delante de la caravana
lentamente sin jinete,
un caballo para ti.

*

Canción del Elegido

Silvio Rodríguez (1968)

 

Siempre que se hace una historia
se habla de un viejo, de un niño o de sí,
pero mi historia es difícil:
no voy a hablarles de un hombre común.
Haré la historia de un ser
de otro mundo, de un animal de galaxia.
Es una historia que tiene que ver
con el curso de la Vía Láctea.
Es una historia enterrada.
Es sobre un ser de la nada.

Nació de una tormenta
En el sol de una noche
El penúltimo mes.
Fue de planeta en planeta
Buscando agua potable
Quizás buscando la vida
Buscando la muerte
–Eso nunca se sabe–.
Quizás buscando siluetas
O algo semejante que fuera adorable
O por lo menos querible, besable, amable.

Él descubrió que las minas
Del rey salomon se
Se hallaban en el cielo
Y no en el áfrica ardiente
Como pensaba la gente.
Pero las piedras son frías
Y le interesaban calor y alegrías.
Las joyas no tenían alma
Solo eran espejos colores brillantes.
Y al fin bajo hacia la Guerra…
Perdón quise decir a la tierra.

Supo la historia de un golpe
Sintió en su cabeza cristales molidos
Y comprendió que la guerra
Era la paz del future:
Lo mas terrible se aprende enseguida
Y lo hermoso nos cuesta la vida
La ultima vez lo vi irse
entre humo y metralla
Contento y desnudo:
Iba matando canallas
con su cañón de future.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: