Μάνος Λοΐζος: «Το θέμα είναι να μπορείς να είσαι στρατευμένος και συγχρόνως γνήσιος καλλιτέχνης, λέγοντας αυτά που πιστεύεις»

Για τον Μ. Λοΐζο το τραγούδι ήταν μορφή έκφρασης και επικοινωνίας, ήταν πολιτική πράξη.  Το ανεξάντλητο ταλέντο του το έκανε «όπλο» στην πάλη για έναν καλύτερο κόσμο. Ο συνθέτης ανέπτυξε και πρωτοπόρα συνδικαλιστική δράση στο χώρο των δημιουργών παλεύοντας για τα πνευματικά τους δικαιώματα. Πορεύτηκε σταθερά, πάντα στο πλευρό του ΚΚΕ.

Μπορεί να έχουν περάσει 38 χρόνια από τον χαμό του Μάνου Λοΐζου, ενός από τους πιο μελωδικούς Ελληνες συνθέτες, όμως «όλα τον θυμίζουν».

Αφησε πίσω του ένα έργο πρωτότυπο και ποικίλο, το οποίο παραμένει ανθεκτικό στο χρόνο. Τα τραγούδια του παραμένουν ζωντανά στην καρδιά και το νου, στα όνειρα και τους αγώνες.

Για τα μέλη όμως και τους φίλους της ΚΝΕ, τους νέους καλλιτέχνες που καθημερινά φιλοξενούνται στο Στέκι Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της Οργάνωσης, πλέον υπάρχει ένας ακόμα λόγος να τον θυμούνται καθημερινά: Το πιάνο του μεγάλου καλλιτέχνη, που πλέον βρίσκεται στο Στέκι της ΚΝΕ και το πρόσφερε η κόρη του Μυρσίνη, η οποία δήλωσε πως «είναι μία σημαντική στιγμή για μένα και σίγουρα θα το ήθελε και ο ίδιος ο πατέρας μου, λόγω της σχέσης του με το ΚΚΕ και την ΚΝΕ. Είναι μεγάλη χαρά τα μουσικά όργανα του Μάνου να βρίσκονται σ’ ένα χώρο γεμάτο νέους, πολιτισμό και μουσική! Αυτό το πιάνο θα είναι για όσους νέους επισκέπτονται το Στέκι της ΚΝΕ μια συνέχεια του Μάνου…».

Με αφορμή αυτήν την προσφορά, καθώς και τη συμπλήρωση 5 χρόνων από την έναρξη λειτουργίας του Στεκιού, το Κεντρικό Συμβούλιο της ΚΝΕ οργανώνει εκδήλωση, αφιερωμένη στον Μάνο Λοΐζο, τη Δευτέρα 6 Ιούλη, στις 20.00, στο Στέκι Πολιτισμού και Νεανικής Δημιουργίας της ΚΝΕ στην Αθήνα (Τροίας 36, πλ. Βικτωρίας).

Θα παρευρεθεί ο ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας.

Στην εκδήλωση, σύντομο χαιρετισμό θα πραγματοποιήσει ο Νίκος Αμπατιέλος, Γραμματέας του ΚΣ της ΚΝΕ, ενώ θα ακολουθήσουν προβολή αρχειακού υλικού και μουσικό αφιέρωμα. Στον χώρο του Στεκιού θα εκτίθενται, επίσης, το πρώτο βιολί, δύο κιθάρες και το λαούτο του Μ. Λοΐζου. Η είσοδος θα γίνεται με προσκλήσεις.

Να κάνω ό,τι μπορώ με την τέχνη μου για να λείψει αυτή η δυστυχία

Ο Μ. Λοΐζος γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1937. Η αγάπη του για τη μουσική φανερώνεται από πολύ μικρή ηλικία, όταν μαζί με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς περιμένουν να περάσει από το δρόμο τους ένας γέρος βιολιστής. «Τον έχω ακόμα στο μυαλό μου με την άσπρη κελεμπία του και τον άσπρο σκούφο του. Κρατούσε ένα χειροποίητο βιολί δικής του κατασκευής, με το οποίο έπαιζε μ’ ένα δικό του μοναδικό τρόπο και παράλληλα τραγουδούσε». Μια μέρα, ο πατέρας του του αγόρασε ένα βιολί και άρχισε μαθήματα στο ωδείο του Καλομοίρη.

Ο ερχομός του στην Αθήνα για σπουδές, το 1955, συμπίπτει με την εμφάνιση του Μάνου Χατζιδάκι, για τον οποίο, όπως είχε δηλώσει, «δε θα ξεχάσω τι εντύπωση μου έκαναν εκείνα τα τραγούδια. Εξάλλου, όλη η Ελλάδα έζησε τότε τη γοητεία της μουσικής του Χατζιδάκι»«Τα επόμενα χρόνια άρχισα ν’ ανακαλύπτω το λαϊκό τραγούδι… Γύρω στο ’60, αν θυμάμαι, ανοίγει μια νέα εποχή για την ελληνική μουσική, η εποχή του Θεοδωράκη… Μέσα σ’ όλα αυτά λοιπόν, και σε πολλά άλλα, αναπτύχθηκε και η δική μου μουσική πορεία».

Το πρώτο τραγούδι που μελοποίησε, το 1962, ήταν το «Τραγούδι του Δρόμου» του Λόρκα, που το διάβασε στην «Επιθεώρηση Τέχνης». Τότε, κυκλοφόρησε και τον πρώτο του, μικρό, δίσκο. Ο Λοΐζος εκείνη την περίοδο συμμετείχε ενεργά, όπως και πολλοί νέοι καλλιτέχνες, στον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (ΣΦΕΜ). Το 1962 ανέλαβε τη διεύθυνση της χορωδίας στην παράσταση «Ομορφη Πόλη» του Θεοδωράκη κι έναν χρόνο μετά διευθύνει τη χορωδία στη θρυλική παράσταση των Χατζιδάκι – Θεοδωράκη «Μια πόλη μαγική». Σε αυτήν την παράσταση, μαζί με τον Χρήστο Λεοντή, που διηύθυνε την ορχήστρα, παρουσιάζουν και κάποια δικά τους τραγούδια.

Το 1964, ο ΣΦΕΜ οργάνωσε την πρώτη κοινή συναυλία των Μ. Λοΐζου – Χρ. Λεοντή, στο «Ακροπόλ». Στις πρώτες θέσεις βρίσκονται οι Γιάννης Ρίτσος, Νικηφόρος Βρεττάκος και Μίκης Θεοδωράκης, ο οποίος με το τέλος της συναυλίας προσέφερε στους νέους δημιουργούς μια πέτρα που του είχε περάσει ξυστά στο κεφάλι, όταν διηύθυνε τον «Επιτάφιο» στη Νάουσα, το 1961. Τα έσοδα της συναυλίας διατέθηκαν στο Δ’ Πανσπουδαστικό Συνέδριο. Το έργο του ωριμάζει μέσα στη δεκαετία του ’60, στην περίοδο των μεγάλων εργατικών, πολιτικών και κοινωνικών αγώνων. Εκείνη την περίοδο γράφει τον «Δρόμο», τον «Στρατιώτη», το «Ακορντεόν», τον «Τρίτο Παγκόσμιο» σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου και Γιάννη Νεγρεπόντη. Το 1966, σε μια από τις πρώτες του συνεντεύξεις, δίνει το στίγμα του έργου του. «Σαν μουσικός που γράφω τραγούδια ξέρω καλά ότι μπορώ να κάνω τον κόσμο να συνειδητοποιήσει ορισμένα πράγματα και αυτό το θεωρώ μια πολύ σοβαρή λειτουργία… Από πολύ μικρός είδα τα παιδιά να πεινάνε και θεώρησα υποχρέωσή μου να μην το ξεχάσω ποτέ, να κάνω ό,τι μπορώ με την τέχνη μου για να λείψει αυτή η δυστυχία».

Είμαστε πια συνειδητοί, γνωρίζουμε…

Το 1966, μαζί με τον Γ. Νεγρεπόντη δουλεύουν πάνω στα «Νέγρικα». «Το τεράστιο τέρας που άλλοτε λέγεται φασισμός, άλλοτε μιλιταρισμός και άλλοτε δημοκρατία δυτικού τύπου – που δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσωπεία του ιμπεριαλισμού – στέκεται από πάνω μας απειλητικό. Και η αντίδρασή μας είναι να τα ξεσκεπάσουμε και να φωνάξουμε μ’ όλη μας τη δύναμη ενάντιά τους. Είμαστε πια συνειδητοί, “γνωρίζουμε”…».

Τα «Νέγρικα» παρουσιάζονται για πρώτη φορά στη Φοιτητική Βδομάδα της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής, με ερμηνευτές την Μαρία Φαραντούρη και τον Γιώργο Ζωγράφο. Στη συνέχεια παρουσιάζονται στη συναυλία της ΕΦΕΕ, στις 19 Απρίλη του 1967, με τη συμμετοχή του Θάνου Μικρούτσικου και του Διονύση Σαββόπουλου στην ορχήστρα. Ανέφερε χαρακτηριστικά ο Θ. Μικρούτσικος για τη συγκεκριμένη συναυλία: «Μετά από πάρα πολλές πρόβες δώσαμε αυτήν τη συναυλία, που είχε ένα ιδιαίτερο σφρίγος και παλμό. Τα τραγούδια του Μάνου ήταν εξαιρετικά, η Φαραντούρη τραγουδούσε εκπληκτικά, εμείς παίζαμε με όλο το πάθος μας και μάλιστα ήταν τόση η καλλιτεχνική επιτυχία της συναυλίας, που οι οργανωτές είπαν ότι θα την επαναλάμβαναν “μεθαύριο”. Το “μεθαύριο” ήταν η 21η Απριλίου 1967». Τα «Νέγρικα» θα κυκλοφορήσουν σε δίσκο το 1975, καθώς είναι στις μαύρες λίστες της δικτατορίας κι έχουν απαγορευτεί, όπως εξάλλου και πολλά άλλα τραγούδια του συνθέτη.

Με την επιβολή της δικτατορίας ο Μ. Λοΐζος έφυγε στην Αγγλία, αλλά επέστρεψε στις αρχές του 1968. Μέσα στη χούντα γράφει τραγούδια που γίνονται επιτυχίες, με ερμηνευτές κυρίως τους Γιώργο Νταλάρα και Γιάννη Καλατζή. Κυκλοφόρησε τους δίσκους «Ο Σταθμός», «Θαλασσογραφίες» και «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε» σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με το τραγούδι «Σεβάχ ο θαλασσινός» έκανε και την πρώτη του εμφάνιση ως ερμηνευτής των τραγουδιών του. Παράλληλα, συνέθεσε και πολλά κομμάτια που δεν ηχογραφήθηκαν λόγω της λογοκρισίας.

Μετά τη μεταπολίτευση κυκλοφόρησαν οι δίσκοι «Καλημέρα ήλιε» σε στίχους Δημήτρη Χριστοδούλου, «Τα τραγούδια του δρόμου» και «Τα τραγούδια μας» σε στίχους Φώντα Λάδη. Το 1979 κυκλοφόρησαν τα «Τραγούδια της Χαρούλας», με ερμηνεύτρια την Χαρούλα Αλεξίου, σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα. Μετά το θάνατο του Λοΐζου κυκλοφόρησαν τα «Γράμματα στην αγαπημένη», σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ και απόδοση Γιάννη Ρίτσου.

Το τραγούδι ως μορφή έκφρασης, ως πολιτική πράξη

Για τον Μ. Λοΐζο το τραγούδι ήταν μορφή έκφρασης και επικοινωνίας, ήταν πολιτική πράξη. «Το θέμα είναι να μπορείς να είσαι στρατευμένος και συγχρόνως γνήσιος καλλιτέχνης, λέγοντας αυτά που πιστεύεις», έλεγε. Το ανεξάντλητο ταλέντο του το έκανε «όπλο» στην πάλη για έναν καλύτερο κόσμο. «Πρέπει να υπάρχει στρατευμένη τέχνη, γιατί μέσα στο δρόμο αυτής της σχολής μπορούν να βγουν αριστουργηματικά έργα. Αλλά το πιο σπουδαίο είναι ότι η στρατευμένη τέχνη είναι ένας ελάχιστος φόρος τιμής στις χιλιάδες των φτωχών παιδιών που πεινάνε, αγωνίζονται και σκοτώνονται καθημερινά».

Ο συνθέτης ανέπτυξε και πρωτοπόρα συνδικαλιστική δράση στο χώρο των δημιουργών παλεύοντας για τα πνευματικά τους δικαιώματα. Ηταν ο πρώτος πρόεδρος της Ενωσης Μουσικοσυνθετών – Στιχουργών Ελλάδας. Πορεύτηκε σταθερά, πάντα στο πλευρό του ΚΚΕ. Τίμησε με την παρουσία του τα πρώτα Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Στο 2ο Φεστιβάλ της Οργάνωσης με την κιθάρα του πρωτοτραγούδησε το «Δέντρο», το οποίο τραγουδιόταν ξανά και ξανά και μεταφερόταν από στόμα σε στόμα, για να το μάθουν οι νεολαίοι.

«Εφυγε» από τη ζωή το Σεπτέμβρη του 1982 στη Μόσχα.

Ριζοσπάστης

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: