Marriage Story – Οι χωρισμένοι δε γιορτάζουνε ποτέ 

Η μεγαλύτερη δύναμη του Marriage Story είναι ακριβώς το πόσο βαθιά κοινωνική ταινία είναι, παρότι η πλοκή και η δηλωμένη πρόθεση του σκηνοθέτη Noah Baumbach ήταν να γυρίσει ένα προσωπικό έργο

“Αυτό το σύστημα επιβραβεύει την κακή συμπεριφορά” λέει σε κάποια στιγμή η δικηγόρος της Νικόλ (Σκάρλετ Γιόχανσον), κι αν τα εξαρτημένα ιδεολογικά σας αντανακλαστικά σας φέρνουν συνειρμικά κατευθείαν τον καπιταλισμό στο νου, πολύ καλά κάνουν και σας το φέρνουν. Γιατί προφανώς η Νόρα αναφέρεται στο οικογενειακό δίκαιο των ΗΠΑ, αλλά προφανώς το δεύτερο δε γεννήθηκε σε κοινωνικό κενό. Κι η μεγαλύτερη δύναμη του Marriage Story είναι ακριβώς το πόσο βαθιά κοινωνική ταινία είναι, παρότι η πλοκή και η δηλωμένη πρόθεση του σκηνοθέτη Noah Baumbach ήταν να γυρίσει ένα προσωπικό έργο, είδος στο οποίο έχει διακριθεί και παλιότερα. Πιο προσωπική δε γίνεται εν προκειμένω, αφού βασίζεται σε πολύ γενικές γραμμές, στο δικό του διαζύγιο το 2013. Όπως και στην πραγματική ζωή, η πρώην σύζυγος είναι ηθοποιός που μεγάλωσε στο Λος Άντζελες και ξεκίνησε την καριέρα της με teen movies, για να βρεθεί στη Νέα Υόρκη για χάρη του “ψαγμένου” σκηνοθέτη συζύγου της. Υπάρχει και παιδί, το οποίο στην κανονική ζωή ήταν βρέφος κι όχι 8χρονο όπως ο – αξιολάτρευτος – Χένρι στην ταινία, που μοιάζει πάντως αρκετά με το γιο του σκηνοθέτη Ρόμερ, όπως και το πρωταγωνιστικό ζεύγος μοιάζει ως ένα βαθμό με τους Noah Baumbach και Jennifer Jason Leigh αντίστοιχα. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις λοιπόν είναι απολύτως ηθελημένη.  

Ο τίτλος είναι ελαφρά παραπλανητικός, όπως και η εισαγωγική σκηνή, όπου το ζευγάρι περιγράφει – σε ένα κομμάτι χαρτί όπως αποκαλύπτεται – τι ήταν αυτό που ερωτεύτηκαν ο ένας στον άλλον. Γρήγορα διαπιστώνουμε ότι βρίσκονται σε γραφείο συμβουλευτικής, έχοντας αποφασίσει να χωρίσουν κατά το δυνατόν φιλικότερα. Για την ακρίβεια, η Νικόλ έχει αποφασίσει, αιφνιδιάζοντας τον Τσάρλι, που γνωρίζει βέβαια εξίσου καλά ότι ο γάμος τους έχει τελειώσει, αλλά εμφανώς ήταν πιο βολεμένος στη δεδομένη για εκείνον καθημερινότητα. Η πρόθεση για ένα “αναίμακτο” διαζύγιο σκοντάφτει, όταν η Νικόλ πείθεται από μια φίλη να προσλάβει δικηγόρο, η οποία προφανώς την κατεβάζει από το ροζ συννεφάκι, γιατί αυτή είναι η δουλειά της, να κερδίσει την υπόθεση και να  αποσπάσει όσο περισσότερο χρήματα από την πελάτισσά της, αλλά κυρίως από τον αντίδικο. Όπως και σε κάθε επιχείρηση, ο  λιγότερο ανταγωνιστικός της υπόθεσης, εν προκειμένω ο δικηγόρος που αρχικά ο προσλαμβάνει ο Τσάρλι, βλέπει γρήγορα την πόρτα της εξόδου προς όφελος ενός αρπακτικού συναδέλφου του. Οι δικηγόροι δεν έχουν μόνο μεγάλη σε διάρκεια παρουσία, αλλά και τις πιο αβανταδόρικες ατάκες, τόσο στους τετ α τετ διαλόγους με τους πελάτες τους, όσο και στις σκηνές “διαπραγμάτευσης” με την άλλη πλευρά, που προσφέρουν αγαλλίαση σε φαν των δικαστικών δραμάτων, χωρίς να είναι τέτοιo, προς τέρψιν των ορκισμένων εχθρών του είδους ή έστω όσων θεωρούν – δικαίως – ότι όλα όσα ακολούθησαν το “Ζήτημα τιμής” είναι απλές οδοντόκρεμες. Αποκορύφωμα ο μονόλογος της Νόρας για τη θέση της μητέρας στο εβραιοχριστιανικό αξιακό σύστημα, αλλά και οι αναφορές του Άλντα στο νόμο που ζητάει πολλά οικονομικά από τους συζύγους, για να προστατεύσει τις οικονομικά εξαρτημένες μητέρες (θεωρείται αυτονόητο ότι σχεδόν πάντα οι γυναίκες είναι αυτές που βρίσκονται σε μειονεκτική οικονομικά θέση) που κινδυνεύουν να βρεθούν ξαφνικά στο δρόμο χωρίς δεκάρα. Όπου ακούς πολλά κοκόρια για female empowerment, αργεί να ξημερώσει.  

Ο σκηνοθέτης προσπαθεί – ίσως υπερβολικά σκληρά που λένε και οι αγγλοσάξονες – να παρουσιάσει όσο πιο ουδέτερα γίνεται τις δυο πλευρές. Από τη μια η εξωστρεφής αλλά και ανασφαλής Νικόλ, που είχε πείσει τον εαυτό της ότι της αρκεί να είναι η μούσα του καλλιτεχνικά χαρισματικού συζύγου της, αλλά ενάντια στις καλές της προθέσεις, παραβιάζει διαρκώς τα υπεσχημένα στον εαυτό της και τον πατέρα του παιδιού της για να βγει το διαζύγιο υπέρ της. Από την άλλη ο πολιτισμένος πλην εξαιρετικά νάρκισσος Τσάρλι, που είχε “άψογα” καλυμμένες τις οικογενειακές, επαγγελματικές και σεξουαλικές του ανάγκες – τις δυο τελευταίες σε βάρος των πρώτων – και εμφανώς μισεί όλες τις αλλαγές που γίνονται χωρίς να έχει ο ίδιος τον πρώτο λόγο. Αμφότεροι έχουν ακόμα συναισθήματα ο ένας για τον άλλον, κάτι που δε βοηθάει απαραίτητα στην εξομάλυνση της σχέσης τους. Κυρίως όμως αγαπούν το παιδί τους, χωρίς αυτό να αποτρέπει την άλλοτε συνειδητή από πλευράς τους , συχνότερα όμως ακούσια λόγω των αντικειμενικών συνθηκών μετατροπή του σε μπαλάκι πινγκ πονγκ και διαπραγματευτικό όπλο. Όλα όσα τους έκαναν να θεωρούν αρχικά έτερο ήμισυ τον ένα για τον άλλο αποκαλύπτεται ότι δεν ήταν παρά ένα αντεστραμμένο είδωλο του εαυτού τους που δεν άντεξε την τριβή με την πραγματική εικόνα της καθημερινής συμβίωσης.  

Η απογείωση της ταινίας έρχεται φυσικά, όπως πάντα, χάρη στις ερμηνείες πρακτικά όλου του καστ. Γιόχανσον και Άνταμ Ντράιβερ έχουν την απαραίτητη “αντι-χημεία” που αποδίδει σε όλες της τις αποχρώσεις την περίπλοκη σχέση τους, ο μικρός Άζι Ρόμπερτσον είναι απλά υπέροχος ως υπό διεκδίκηση γιος, ενώ όπως προείπα οι δικηγόροι, εν προκειμένω η Λόρα Ντερν, Άλαν Άλντα και Ρέι Λιότα σε αρκετά σημεία απλά κλέβουν την παράσταση. Ως αρνητικά θα σημείωνα κάποιες μελοδραματικές υπερβολές, αλλά και το κάπως βεβιασμένο και ηθικοπλαστικό φινάλε της ταινίες, που παραπέμπει – σαν αίσθηση, όχι ως υπόθεση – σε εκείνο του υπερεκτιμημένου κατ’εμέ Κράμερ εναντίον Κράμερ. Παρά τις εξόφθαλμες εξωτερικές ομοιότητες με την 40χρονη πια κλασική ταινία του Ρόμπερτ Μπέντον ωστόσο, το Marriage Story προσιδιάζει περισσότερο στη μητέρα όλων των δραμάτων διαζυγίου, τις “Σκηνές από ένα γάμο” (μίνι σειρά και σε συντομότερη εκδοχή ταινία) του Μπέργκμαν και μάλλον είναι και ό,τι καλύτερο έχει προβληθεί για τον έγγαμο βίο έκτοτε.  

Το μόνο σίγουρο είναι πως στο σοσιαλισμό τα διαζύγια (για όσο άγνωστο να προβλεφθεί διάστημα επιβιώσει ο γάμος ως θεσμός) δε θα είναι ούτε λιγότερα (οι στατιστικές επί υπαρκτού μάλλον στην αντίθετη κατεύθυνση δείχνουν), ούτε λιγότερο επώδυνα συναισθηματικά, αλλά τουλάχιστον δε θα χρειάζεται οι αντίδικοι γονείς να φάνε τα λεφτά για τις σπουδές του παιδιού τους στους δικηγόρους, πρώτα και κύρια γιατί αυτές θα είναι απόλυτα δημόσιες και δωρεάν.  

Τέλος πάντων, επειδή πολύ μακρηγόρησα, βγάλτε χαρτομάντηλα, ακόμα κι αν δεν τα έχετε χρειαστεί ποτέ ως τώρα στη σινεφίλ ζωή σας κι ετοιμαστείτε για την καλύτερη ταινία του 2019. Και προκαλώ οποιονδήποτε, πριν αρχίσει τα “ε καλά τώρα, ως γυναίκα τα λες αυτά” – παρεμπιπτόντως 9 στις 10 απεχθάνομαι τις “γυναικείες” ταινίες – να μου αποδείξει με επιχειρήματα το αντίθετο.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: