Καινούριος ουρανός – Για τις γυναίκες του ΔΣΕ που έκαναν πράξη την έφοδο

Δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκλονιστικό σε αυτή την άθλια εποχή από μια ταινία για το μεγαλείο ψυχής των γυναικών που ήταν στο ΔΣΕ

Αν ο στόχος μας μοιάζει με έφοδο στον ουρανό και οι γυναίκες είναι το άλλο μισό του ουρανού, τότε το άλμα της επανάστασης δεν μπορεί να γίνει χωρίς αυτές, χωρίς τον δικό τους αγώνα για χειραφέτηση, χωρίς ορκισμένες μαχήτριες, σαν και αυτές που έβγαλε το καμίνι της ταξικής πάλης στη χώρα μας, και πήραν μέρος στην εποποιία του Δημοκρατικού Στρατού. Αυτές που μπορεί να έχαναν κάποιες στιγμές τον ουρανό από τα μάτια τους, όταν τις σημάδευαν οι βόμβες ξενόφερτων αεροπλάνων του Εθνικού Στρατού (εθνικού για το έθνος των εκμεταλλευτών), αλλά κατάφερναν να διακρίνουν, πίσω από τη σκόνη και το κουρνιαχτό, τον ήλιο, την προοπτική και το βάθος του ουρανού που είναι πάντα κόκκινο.

Και δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκλονιστικό, πιο επιβλητικό και πιο μεγάλο, στην εποχή μας -μια εποχή που κάνει τη γυναίκα σκεύος ηδονής, γλάστρα, αντικείμενο, εμπόρευμα, λευκή σάρκα προς έκδοση, καθρέφτη επιβεβαίωσης, υποπόδιο για τους “μεγάλους άνδρες”, που χλευάζει τα θύματα βιασμού, γυναικοκτονίας, έμφυλης βίας, που ψάχνει να βρει τα “λαθη” τους, τι είπαν, τι έκαναν, τι φορούσαν, πώς θα γλιτώσουν τη φυλακή οι δράστες, που τις αντιμετωπίζει λες και κουβαλάνε ως φύλο το προπατορικό αμάρτημα, σαν συλλογική ευθύνη…

…δεν υπάρχει, λοιπόν, τίποτα πιο συγκλονιστικό σε αυτή την άθλια εποχή από μια ταινία για το μεγαλείο ψυχής των γυναικών που ήταν στο ΔΣΕ. Πώς πολέμησαν, πώς έζησαν αυτόν τον αγώνα, πώς έμαθαν ακόμα και γράμματα στο βουνό, τι σχέσεις αμοιβαίου σεβασμού είχαν με τους συμπολεμιστές τους, πώς γιγαντωνόταν ο μύθος τους, έφτανε στους φασίστες και τους έκανε να λουφάζουν.

Και πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να μη δακρύσεις από συγκίνηση, όταν ακούς την ιστορία της αντάρτισσας, που τη μετέφεραν οι άλλες μαχήτριες, να τραγουδά χαρούμενα και αισιόδοξα πάνω στο φορείο, με σχεδόν χυμένα μυαλά, ως την τελευταία στιγμή.

Ας έρθει ο χάρος για να δει με τι κορμιά θα μπλέξει
Ας έρθει κι ας διαλέξει πριν μπει στην μαύρη γη

Κι ύστερα έσβησε πάνω στο φορείο.

Ή όταν βλέπεις μια άλλη μαχήτρια, με την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά της, να σου μιλά με ζέση για τα ιδανικά της: Πίστη! Ξέρεις τι θα πει πίστη; Πίστη ότι θα νικήσουμε! Κι ακόμα και τώρα, την ίδια έχω

Κι αυτή η τελευταία φράση κάνει όλη τη διαφορά. Γιατί δεν είδε το “φως το αληθινό” στα γεράματα, δεν είπε “ευτυχώς χάσαμε σύντροφοι”, δεν άλλαξε ζωή και ιδανικά, δεν τα υποβίβασε αναδρομικά στο επίπεδο της “θρησκόληπτης ιδεοληψίας”, όπως τα αντιμετωπίζουν εσχάτως οι “έγκυροι ιστορικοί”.

Στην κριτική της ταινίας στο “Αθηνόραμα” διαβάζουμε:

Χωρίς το ντοκιμαντέρ να ξεπερνά τους αισθητικούς περιορισμούς που επιβάλλει η αφήγηση μέσω συνεντεύξεων ή να καταφέρνει να πλαισιώσει ουσιαστικότερα το πολιτικό συγκείμενο της περιόδου ασκώντας παράλληλα κάποια κριτική, συνιστά ένα πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο που ανά στιγμές συγκινεί και προκαλεί δέος απέναντι στις πρωταγωνίστριές του.

Δεν ξέρω ποιους “αισθητικούς περιορισμούς” βλέπει ο κριτικός, αλλά μικρή σημασία έχει όταν χάνει από την οπτική του τους οικονομικούς περιορισμούς των συντελεστών, που είχαν μηδενικά κεφάλαια και τα κάλυψαν με άπειρο μεράκι, εργατοώρες και τη βοήθεια του κοινού, ως μοναδικού “χορηγού” τους. Κι ακόμα λιγότερη σημασία έχει πως του έλειψε η “κριτική στο πολιτικό συγκείμενο της περιόδου”. Αν κάποιος αγνοήσει τις ασυμβίβαστες αντιθέσεις και την “κριτική των όπλων” που είχε τον πρώτο λόγο στο… συγκείμενο της περιόδου, τότε είτε θέλει να φέρει τις (πρωτ)αγωνίστριες στα μέτρα του, είτε δεν κατάλαβε τίποτα από τις μαρτυρίες τους.

Και αυτές δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στους λυγμούς και τη λαθολογία. Λένε καθαρά πως η ηγεσία τους φρόντιζε όλους σαν παιδιά της. Αφήνουν αιχμές σε εκείνους τους αριστερούς που “δεν πίστευαν ότι δεν είχαμε όπλα, αλλά τα παίρναμε από τον εχθρό. Τα πήραμε από τους Γερμανούς, αλλά ήρθαν οι Εγγλέζοι. Τα παίρναμε από τους Άγγλους και ήρθαν οι Αμερικάνοι“. Με αυτούς πολέμησαν, από αυτούς έχασαν. “Οι φασίστες, μόλις μας έβλεπαν, το έβαζαν στα πόδια. Χαζοί ήταν…;“.

Περνάνε από την οθόνη 90χρονες γυναίκες -η Τρικαλινού πάτησε τα 100, πριν φύγει πλήρης ημερών- που λάμπουν τα πρόσωπά τους, σαν μικρά κοριτσόπουλα, όσο διηγούνται τι έκαναν στο βουνό, τι πέτυχαν στις μάχες, πώς ταπείνωσαν τον θάνατο, πώς εξύμνησαν τη ζωή, πώς τους έτρεμαν οι φασίστες. Αλλά αυτές είχαν αυστηρή εντολή να μην κακομεταχειρίζονται τους αιχμαλώτους και έφταναν να τους φροντίζουν καλύτερα και απ’ τους δικούς μας…

Ο “Καινούριος Ουρανός” φέρνει αυτές τις μυθικές μορφές στη γη, μας τις παρουσιάζει στο σήμερα, στην “εξόχως αντι-ηρωική εποχή μας”, για να δούμε πως οι ήρωες και οι ηρωίδες είναι καθημερινοί άνθρωποι σαν κι εμάς, που έπιασαν το νήμα και τις προκλήσεις της εποχής τους κι έκαναν άθλους υπεράνθρωπους, πατώντας στη δύναμη του συλλογικού αγώνα. Με υψηλά ιδανικά, αλύγιστη, ακατάβλητη πίστη, με “ψυχή βαθιά” και αστείρευτα αποθέματα. Χωρίς γκρίνια, μεμψιμοιρία, ατομικές φιλοδοξίες, χωρίς να συμβιβαστούν με ένα μίζερο βόλεμα και μια γωνία στο περιθώριο της ιστορίας.

Και μόνο για αυτό, θα άξιζε να δει κανείς την ταινία. Αλλά δεν είναι αυτό το μόνο της προτέρημα. Έχει κανείς χιλιάδες λόγους να την δει και να την συζητήσει, να την ξαναδεί, να τραφεί πνευματικά από την ψυχική δύναμη που είχαν οι αντάρτισσες και να μην την χορταίνει.

Μπορεί πχ να την δει, γιατί κάθε προβολή στο Τριανόν έμοιαζε με προσυγκέντρωση για πορεία. Και έτσι θα είναι και οι επόμενες, σε όποια αίθουσα πάει η ταινία, στα γραφεία, τα στέκια και τους κοινωνικούς χώρους που θα την φιλοξενήσουν, στις συζητήσεις που θα προκαλέσει, τις σκέψεις που θα εμπνεύσει μόλις τελειώσει η προβολή -γιατί τα 75 λεπτά του ντοκιμαντέρ δίνουν απλά το έναυσμα και τροφή για σκέψη και περαιτέρω ψάξιμο.

Γιατί οι συντελεστές αρνήθηκαν να βάλουν εμπορικά κριτήρια στη δουλειά τους και στο θέμα που έπιασαν, κάνοντας την ταινία συλλογική υπόθεση όλων μας, από το στάδιο της χρηματοδότησης ως την υλοποίηση. Και τώρα που η ταινία βγαίνει στις αίθουσες, επιστρέφοντας στο κοινό, για να κερδίσει αυθόρμητο και ζεστό χειροκρότημα, είναι η καλύτερη ανταμοιβή που θα μπορούσαν να σκεφτούν και να ζητήσουν.

Ακόμα και το υλικό που δινόταν στις προβολές “αντί προγράμματος”, είναι στην ουσία μια μικρή ιστορική μελέτη, κανονική μπροσούρα με βιβλιογραφικές πηγές, και ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε το “Όλοι στ’ άρματα, όλοι για τη νίκη” του Άρη Σειρηνίδη, που κυκλοφόρησε σχεδόν μαζί με την ταινία και ήδη έχουν φύγει δεκάδες αντίτυπα, μόνο από όσα αγόρασε το κοινό του”Τριανόν”.

Θα άξιζε να δει κανείς το ντοκιμαντέρ και μόνο για το “κύκνειο άσμα” του Θ. Μικρούτσικου ή τη συγκινητική απαγγελία του, ακόμα και αν δεν είχε τίποτα άλλο ουσιαστικό να μας προσφέρει. Αλλά η βασική του προσφορά είναι άλλη: Αφήνει αφιλτράριστη στην οθόνη την ψυχική δύναμη των γυναικών που πέρασαν από το αντάρτικο, τη δύναμη της αλήθειας τους και των ιδανικών τους, του “καινούριου ουρανού” που θέλησαν να χτίσουν.

Αυτό είναι το θέμα του ντοκιμαντέρ και το υπηρέτησε με τον καλύτερο τρόπο. Κι αν ξενίζει κάποιους, δε φταίνε οι “περιορισμοί” της αφήγησης -λες και υπάρχουν πολλές κινηματογραφικές σκηνές να συναγωνίζονται σε δύναμη την τέχνη της ζωής που μας διηγούνται οι μαχήτριες του ΔΣΕ- ούτε η “σκηνοθετική προσέγγιση”. Μπορεί απλά να μην τους άρεσε το θέμα ή να μπερδεύουν τις μεγάλες ιδέες με τις πομπώδεις.

Κι αυτός είναι ένας ακόμα – ο βασικότερος ίσως- λόγος για να δει κανείς τον Καινούριο Ουρανό!

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: