Joker – Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω

Ίσως κατά βάθος η ταινία αποτελεί μια κραυγή αγωνίας για τον παλιό καλό αναδιανεμητικό καπιταλισμό που χάθηκε, με μονόδρομο τον όλεθρο.

“Μα γιατί έχει τόσο μικρά παιδιά εδώ μέσα;”, με ρώτησε ένας κάπως ηλικιωμένος κύριος στη διάρκεια διαλείμματος απογευματινής προβολής της πιο πολυσυζητημένης ίσως ταινίας της χρονιάς. “Λογικά θα ήρθαν λόγω Μπάτμαν”, απάντησα, με τον κύριο να βγάζει ένα επιφώνημα συμφωνία “ααα”, προσθέτοντας πως “δεν είναι ταινία για παιδιά”. Σίγουρα δεν είναι, άσχετα από το ότι πιθανότατα θα έχουν δει ήδη πολύ πιο βίαια πράγματα στη ζωή τους, ακόμα πιο σίγουρα όμως έχει ελάχιστη σχέση με το Μπάτμαν (γεγονός που κινηματογράφος στο Τέξας έκρινε σκόπιμο να αναγράψει στην αφίσα), ο οποίος εμφανίζεται βέβαια στην ταινία, αλλά όχι όπως θα τον περιμένατε και ουσιαστικά ως κομπάρσος. Έχει φυσικά τεράστια σχέση, όπως πολλές φορές έχει ήδη επισημανθεί, με τον κόσμο του Σκορτσέζε (συνεργάτης του οποίου συμμετείχε στην παραγωγή), ιδίως τον “Ταξιτζή” και το “Βασιλιά της κωμωδίας”, τόσο στην αισθητική, όσο και στο περιεχόμενο. Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ πως η επιλογή του διασημότερου κακού του “μπατμανικού’ σύμπαντος ήταν οτιδήποτε άλλο παρά ένας κράχτης για το ευρύ κοινό, θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται και “Arthur Fleck”, όπως είναι το όνομα του πρωταγωνιστή στη συγκεκριμένη εκδοχή του Joker.

O Arthur Fleck λοιπόν, είναι ένας κλόουν που ονειρεύεται να γίνει κωμικός stand – up, αλλά πάσχει από μια σπάνια πάθηση που τον κάνει να ξεσπά σε ανεξέλεγκτα γέλια τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Αποτέλεσμα να είναι εύκολος στόχος μπούλινγκ, από το οποίο προσπαθεί να τον “προστατεύσει” συνάδελφός του, δίνοντάς του ένα όπλο. Ο Fleck του απαντά πως ως ψυχασθενής απαγορεύεται να οπλοφορεί, αλλά γρήγορα αρχίζει να πειραματίζεται με το σιδερικό, κατ’αρχάς σπίτι του, όπου ζει με την επίσης ψυχικά ασταθή μητέρα του και στη συνέχεια και σε ανθρώπινους στόχους. Το γεγονός πως ο δήμος αποφασίζει να κόψει τη χρηματοδότηση της ψυχολογικής του στήριξης και φαρμακευτικής αγωγής δε βοηθάει ακριβώς τα πράγματα, ούτε το γεγονός πως το πρώτο χτύπημα του – ακόμα εκκολαπτόμενου – Joker ξεσηκώνει ένα κύμα αλληλεγγύης προς τον άγνωστο δράστη με τη μορφή κλόουν.

Ως σπουδή της ψυχικής ασθένειας, της αλληλεπίδρασης γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων στην εκδήλωσή της, της (μη) αποδοχής της από την κοινωνία (σε μια από τις συγκλονιστικότερες για μένα φράσεις της ταινίας, ο Fleck σημειώνει στο ημερολόγιό του πως “το χειρότερο με τη ψυχασθένεια είναι πως οι άλλοι περιμένουν να παριστάνεις πως δεν την έχεις”) και του τρόπου με τον οποίο βασανίζει το φορέα της, η ταινία είναι απλά καταπληκτική. Κάποιοι στάθηκαν στο γεγονός πως ο χαρακτήρας της Σόφι, της γειτόνισσας που ποθεί ο πρωταγωνιστής, “χαραμίζεται” από την έκβαση της ιστορίας της μες στην ταινία, αντίθετα προσωπικά θεωρώ πως οι συγκεκριμένες σκηνές είναι εκείνες που μας βοηθούν καλύτερα να μπούμε στην ψυχοσύνθεση του βαριά πάσχοντα Arthur.

Εξαιρετικά πετυχημένη είναι και αισθητικά, με μια Γκόθαμ πιο σκοτεινή και νοσηρή από ποτέ, όπως υπογραμμίζουν τα κίτρινα, πράσινα και μπλε χρώματα που κυριαρχούν, μαζί με τη ρετρό απόδοση μιας εποχής που χρονολογικά τοποθετείται στο 1981, φέρνει όμως περισσότερο στο νου τα τέλη της αμέσως προηγούμενης δεκαετίας, ενώ η ακόμα πιο ρετρό μουσική επένδυση υπογραμμίζει και δένει πετυχημένα με το υπόλοιπο σύνολο.

Είναι αδύνατον φυσικά να μιλήσεις για το Joker χωρίς να μιλήσεις για την ερμηνεία του Ιωακείμ Φοίνικος. Προσωπικά, ως huge fan – που λέει κι η γιαγιά μου – του Φοίνιξ, δεν θεωρώ με τίποτε ότι είναι ο καλύτερος ρόλος της καριέρας του, όχι επειδή δεν τα δίνει όλα, αλλά επειδή αντικειμενικά ο Joker δεν είναι η σπουδαιότερη καλλιτεχνικά από τις ταινίες που έχει παίξει. Αν όμως ο φονικός κλόουν γίνει αφορμή για να πάρει επιτέλους το αγαλματάκι που τρεις φορές του αρνήθηκε η Ακαδημία Κινηματογράφου των ΗΠΑ, χαλάλι. Στις τετριμμένες όσο και άτοπες συγκρίσεις με την ερμηνεία του μακαρίτη του Λέτζερ στο Σκοτεινό Ιππότη δε θα μπω γιατί δεν υπάρχει κανένας καλός (ή μη) λόγος.

Μοιραία ίσως, το υπόλοιπο καστ μένει σε δεύτερο πλάνο, ακόμα και ο Ρόμπερτ ντε Νίρο στο ρόλο του Μάρεϊ Φράνκλιν, ενός κυνικού κωμικού η εκπομπή του οποίου αποτελεί όνειρο ζωής για τον Fleck. Όνειρο που πραγματοποιείται υπό “ιδιόρρυθμες” συνθήκες προς το φινάλε της ταινίας. Ένα φινάλε μάλλον υπερβολικό και μελοδραματικό, που δεν αποφεύγει την εύκολη ηθικολογία και τον εντυπωσιασμό. Φτάνουμε λοιπόν στα πιο προβληματικά στοιχεία της δημιουργίας του Τοντ Φίλιπς, που αφορούν στο τι τελικά θέλει να μας πει ο ποιητής. Είναι σαφές ότι υπάρχει πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο, και μια συναισθηματικά ιδιαίτερα αποτελεσματική αποτύπωση μιας κοινωνίας που παράγει μαζικά μαζικούς (sic) δολοφόνους. Υπάρχει όμως κάτι άλλο πέραν της περιγραφής;

Αρκετός κόσμος είδε κάποιου είδους “αντικαπιταλιστική” κριτική, στα συνθήματα των διαδηλωτών, τον τρόπο παρουσίασης της ελίτ της Γκόθαμ, με προεξάρχοντα τον υποψήφιο δήμαρχο πολυεκατομμυριούχο Τομ Γουέιν (ο τρίτος και τελευταίος χαρακτήρας παρμένος από το κόμικ) και την αποτύπωση της κοινωνικής αδικίας και περιθωριοποίησης που υφίσταται ο Fleck. Οι διαδηλωτές όμως που εμπνέονται από το Joker δεν έχουν να προτάξουν τίποτε πέρα από ένα αόριστο αντιπλουτοκρατικό μίσος και τη δίψα για εκδίκηση, ενώ είναι απόλυτα βέβαιο ότι ο ίδιος ο Fleck δε βλέπει τον εαυτό του ως επαναστάτη (“δεν πιστεύω σε αυτά”, λέει κάποια στιγμή, κι ακούγεται ειλικρινής). Δε φαίνεται καν να ενδιαφέρεται για τον κοινωνικό αντίχτυπο της δράσης τους, παρά μόνο στο βαθμό που αυτός τροφοδοτεί το ναρκισσισμό του και την ανάγκη του να κερδίσει την αγάπη και την αναγνώριση που έχει στερηθεί σε όλη του τη ζωή. Η μοναδική νύξη οργανωμένης και συλλογικής δράσης στην ταινία γίνεται μόνο παρεμπιπτόντως κι αυτή με όχι κολακευτικό τρόπο. Αφορά την απεργία διαρκείας των εργαζομένων στην καθαριότητα, η οποία ναι μεν αυτή καθεαυτή δεν αποδοκιμάζεται ακριβώς, αλλά σίγουρα παρουσιάζεται ως ένα ακόμα δείγμα πλήρους διάλυσης και παρακμής της Γκόθαμ, άσε που φέρνει στην πόλη “μεταλλαγμένους αρουραίους”. Όλες οι υπόλοιπες κινητοποιήσεις έχουν απαρχή τους την τρέλα, που μεταβαίνει από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο.

Εντέλει, η προσωπική μου εντύπωση, χωρίς να την αποδίδω ως συνειδητή στόχευση στο σκηνοθέτη, είναι ότι ίσως κατά βάθος η ταινία αποτελεί μια κραυγή αγωνίας για τον παλιό καλό αναδιανεμητικό καπιταλισμό που χάθηκε, με μονόδρομο τον όλεθρο. Μοιάζει σα να λέει “δώστε στην κοινωνία τα φάρμακά της (σ.σ τα ψίχουλα που πέφταν από το τραπέζι της αναδιανομής), ειδάλλως θα τρελαθεί και θα αρχίσει να σας σφάζει”. Κάπου διάβασα ότι η ταινία “δε σε κάνει να μισείς το Joker, αλλά την κοινωνία που τον έφτιαξε”. Αυτό μπορεί να ισχύει, όμως δε μας λέει και πολλά για το πώς φαντάζεται μια κοινωνία που δε θα τον φτιάχνει, αλλά έτσι κι αλλιώς αυτό δεν είναι κάτι που θα είχα την απαίτηση να το κάνει μια χολιγουντιανή παραγωγή.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: