Γούντι Άλεν – Λερωμένη Ιδιοφυΐα

Όποια γνώμη κι αν έχει κανείς για τον άνθρωπο Γούντι Άλεν, δεν μπορεί παρά να μην αναγνωρίσει το αποτύπωμα των γλυκόπικρων ταινιών του και των ξεχωριστών ερμηνειών του σε κάποιες από αυτές, όχι μόνο στην κινηματογραφική ιστορία, αλλά και γενικότερα στη δυτική ποπ κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών.

«Δεν ξέρω ποια είναι η ερώτηση, αλλά το σεξ είναι σίγουρα η απάντηση», προσπαθούσε να μας πει σε τόμους επί τόμων ο Σίγκμουντ Φρόιντ, μέχρι που βρέθηκε ο Άλεν Σιούαρτ Κόνγκσμπεργκ, κατά κόσμον Γούντι Άλεν, να συνοψίσει την ουσία της θεωρίας του σε μια φράση.Ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο Άλεν έδωσε την απάντησή αυτή ήταν πολύ πιο επιτυχημένος στις ταινίες του, παρά στην προσωπική του ζωή που βρίθει από σκάνδαλα και κατηγορίες μέχρι και για παιδεραστία. Όποια γνώμη κι αν έχει όμως κανείς για τον άνθρωπο Γούντι Άλεν, δεν μπορεί παρά να μην αναγνωρίσει το αποτύπωμα των γλυκόπικρων ταινιών του και των ξεχωριστών ερμηνειών του σε κάποιες από αυτές, όχι μόνο στην κινηματογραφική ιστορία, αλλά και γενικότερα στη δυτική ποπ κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών. Ο τρόπος που φέρθηκε στις γυναίκες της ζωής του κάθε άλλο παρά ιδανικός ήταν, αυτό ωστόσο δε στάθηκε εμπόδιο στην αποτύπωση κάποιων από τους πιο δυνατούς γυναικείες χαρακτήρες που είδαμε ποτέ στη μεγάλη οθόνη. Εκεί που το κωμικό συναντά το τραγικό, το δράμα την παρωδία και ο παραλογισμός την ειρωνεία, πηγάζει το ταλέντο του Εβραιοαμερικανού δημιουργού, που βρίσκεται από πολλές απόψεις πια στη δύση της ζωής και της καριέρας του, αφήνοντας όμως μια παρακαταθήκη που θα μένει επίκαιρη για πολλά χρόνια ακόμα.

“Πάρε τα λεφτά και τρέχα”

Γεννήθηκε στο Μπρούκλιν σε μικροαστική οικογένεια, σε ένα όχι ιδανικό περιβάλλον καθώς οι γονείς του δεν τα πήγαιναν καλά και η μητέρα του ήταν αυστηρή. Πήγε σε εβραϊκό σχολείο, ενώ ο ίδιος αργότερα διακήρυξε πολλές φορές, συχνά με χιουμοριστικό τρόπο, την αθεΐα του, αφού όπως δήλωνε σε συνέντευξή του το 2012 «θεωρεί ανόητες όλες τις θρησκείες». Από μικρός αγαπούσε τον κινηματογράφο αλλά και τη τζαζ. Άρχισε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο που τον καθιέρωσε στο λύκειο και έγραφε σχόλια για λογαριασμό γνωστών αρθογράφων, ενώ σύντομα άρχισε να γράφει αστεία για κωμικούς. Μετά από αποτυχημένες προσπάθειες να σπουδάσει κινηματογράφο στη Νέα Υόρκη, ο Άλεν άρχισε να γράφει για την τηλεόραση από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Παράλληλα, άρχισε να εμφανίζεται ως κωμικός stand – up στην καλλιτεχνική συνοικία Γκρίνγουιτς Βίλατζ της Νέας Υόρκης. Εντυπωσιάζοντας την τότε διάσημη ηθοποιό Σίρλεϋ Μακλέιν σε κάποια από τις εμφανίσεις του, του δόθηκε η ευκαιρία να γράψει το σενάριο για την ταινία «Χαρέμι για δύο», στην οποία και εμφανίστηκε ως ηθοποιός το 1965.

Ένας από τους λιγότερο γνωστούς σήμερα ρόλους του ήταν κι εκείνος του ανηψιού του Τζέιμς Μποντ στην ταινία «Casino Royale».Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο ήρθε με το ψευδοντοκιμαντέρ «Πάρε τα λεφτά και τρέχα» (1969), όπου παίζει το ρόλο ενός διαβόητα ανίκανου κλέφτη που έμαθε τα κόλπα της δουλειάς από κινηματογραφικές ταινίες.

Η δεκαετία του ’70 έμελλε να είναι η χρυσή εποχή του Άλεν, αρχής γενομένης από την συχνά σουρεαλιστική κωμωδία «Μπανάνες», όπου λανσάρει και τον γνώριμο και σε άλλες ταινίες τύπο του νευρικού κατοίκου Μανχάταν του, που εν προκειμένω καταλήγει για τα μάτια μιας ακτιβίστριας μπλεγμένος σε αντιδικτατορική εξέγερση σε φανταστική χώρα της Κεντρικής Αμερικής, με αποτέλεσμα η CIA να τον καταδιώκει ως κομμουνιστή. Πολύ γνωστή είναι και η ταινία του «Τα πάντα γύρω από το σεξ», που αποτελεί παρωδία ενός πολύ δημοφιλούς τότε εγχειριδίου συμβουλών του David Reuben. Ακολούθησε ο «Υπναράς», όπως ένας επιχειρηματίας υγιεινής διατροφής βρίσκεται μετά από επέμβαση ρουτίνας στην κατάψυξη για να ξυπνήσει 200 χρόνια μετά σε μια χώρα όπου μεταξύ άλλων απαγορεύεται το σεξ. Τότε ξεκινάει αντάρτικο στο πλευρό της Ντάιαν Κίτον, με την οποία είχε μακροχρόνια σχέση στην πραγματική ζωή και συμπρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες του.

“Μπανάνες”

Η ταινία που τον καθιέρωσε ωστόσο ήταν «Ο Νευρικός Εραστής» (1977) και πάλι με την Κίτον ως πρωταγωνίστρια, που σκιαγραφεί την ακμή και την παρακμή του ειδυλλίου μεταξύ της Άνι Χολ (όπως είναι και ο πρωτότυπος αγγλικός τίτλος) και ενός θεατρικού συγγραφέα που υποδύεται ο ίδιος. Παρά τα φανερά αυτοβιογραφικά στοιχεία της ταινίας, ο δημιουργός αρνούνταν ότι υπήρχαν συνειδητά τέτοιες αναφορές. Ο νευρωτικός, φοβικός πεσιμιστής που προσπαθεί να ξεφύγει από τα υπαρξιακά του αδιέξοδα μέσα από τον έρωτα και την τέχνη, χαρακτήρας που ταυτίστηκε με τον Άλεν, βρίσκει εδώ την αρτιότερη έκφρασή του, αποσπώντας μεταξύ άλλων Όσκαρ καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου. Ο ίδιος δεν εμφανίστηκε στην τελετή απονομής, στάση που τήρησε και στην επόμενη βράβευσή του, το 2012, για την ταινία «»Μεσάνυχτα στο Παρίσι». Η δημιουργικότερή του δεκαετία έκλεισε με το σκόπιμα ασπρόμαυρο «Μανχάταν», μια ωδή στην αγαπημένη γενέτειρα του Άλεν, με λυρισμό, αλλά χωρίς υπερβολές, που από πολλούς θεωρείται η καλύτερη ταινία του σκηνοθέτη.

“Νευρικός Εραστής”

Ενδιαφέρουσα, αν και πιο άνιση καλλιτεχνικά ήταν η δεκαετία του ’80, από την οποία ξεχωρίζει η ταινία «Η Χάνα και η αδερφές της» (1986), που περιγράφει τη ζωή μιας οικογένειας για δυο χρόνια, με επίκεντρο τρεις αδερφές και τους συντρόφους τους, ανοίγοντας και κλείνοντας γύρω από το τραπέζι της Ημέρας των Ευχαριστιών. Εξαιρετική είναι και η ντοστογιεφσκικής έμπνευσης ταινία «Απιστίες και Αμαρτίες» (1989) γύρω από έναν οφθαλμίατρο που παλεύει με τις τύψεις του μετά το φόνο της ερωμένης του, που σκόπευε να αποκαλύψει το δεσμό τους στη σύζυγό του. Παράλληλα, ένας σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ ποθεί μια παραγωγό.  Στην ταινία αυτή, όπως και σε πολλές άλλες της περιόδου, πρωταγωνιστούσε η Μία Φάροου, με την οποία είχαν δεσμό κι είχαν αποκτήσει ένα γιο, ενώ μοιράζονταν την κηδεμονία δυο από τα πολλά υιοθετημένα παιδιά της Φάροου. Το 1992 ξέσπασε τεράστιο σκάνδαλο όταν έγινε γνωστό πως ο Άλεν διατηρούσε δεσμό με την 20χρονη υιοθετημένη κόρη της Φάροου Σουν – Γι, την οποία αργότερα παντρεύτηκε, μετά από μακροχρόνιες δικαστικές διαμάχες με τη Φάροου. Στα πλαίσια αυτής της διαμάχης η Φάροου τον κατηγόρησε τον Άλεν πως είχε παρενοχλήσει την 7χρονη τότε υιοθετημένη κόρη της Ντίλαν. Δυο έρευνες το 1992 και 1993 απάλλαξαν τον Άλεν από την κατηγορία, το 2014 όμως η ενήλικη πια Ντίλαν κατηγόρησε ξανά τον Άλεν για παρενόχληση, χωρίς ως τώρα να υπάρχει κάποια δικαστική εξέλιξη.

Παρά την αρνητική δημοσιότητα, ο Άλεν συνέχισε σταθερά να γυρίζει ταινίες, εκ των οποίων οι «Σφαίρες πάνω απ’το Μπρόντγουει» του έφεραν και μια ακόμα υποψηφιότητα για Όσκαρ σκηνοθεσίας. Οι ταινίες της δεκαετίας του ’90 δεν είχαν πάντα επιτυχία στα ταμεία, οδηγώντας το σε αναζήτηση επιπλέον χρηματοδότησης για τα κινηματογραφικά του σχέδια. Η νέα δεκαετία ξεκίνησε επίσης με μεικτά αποτελέσματα σε καλλιτεχνικό κι εμπορικό επίπεδο, ώσπου ήρθε το διάσημο ψυχολογικό θρίλερ «Matchpoint», με τους Jonathan Rhys – Meyers και τη Scarlett Johansson, με θέμα έναν Βρετανό πρώην τενίστα, αρραβωνιασμένο με αριστοκράτισα, που εμπλέκεται ερωτικά με μια νεαρή Αμερικανίδα ηθοποιό. Η ταινία, που ο Άλεν θεωρεί ίσως την καλύτερή του, είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία και απέσπασε θετικές κριτικές, κυρίως στις ΗΠΑ και λιγότερο στη Μεγάλη Βρετανία, που ήταν και η χώρα των δύο επόμενων ταινιών του.

Τα ταμεία έσπασε όμως και το «Vicky –Christina – Barcelona», με τους Χαβιέ Μπαρδέμ, Πενέλοπε Κρουζ και Σκάρλετ Γιόχανσον. O Μπαρδέμ υποδύεται έναν καλλιτέχνη που συνδέεται ερωτικά με δυο τουρίστριες, μην έχοντας όμως ξεπεράσει ακόμα την ασταθή πνευματικά και συναισθηματικά πρώην σύζυγό του.

Vicky – Christina – Barcelona

Κοινό και κριτικούς εντυπωσίασε επίσης και η ταινία «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» (2011), τοποθετημένο στη δεκαετία του 1920, με πρωταγωνιστή έναν σεναριογράφο που συνδιαλέγεται με την καλλιτεχνική πρωτοπορία της γαλλικής πρωτεύουσας και μαγεύεται από μια ερωμένη του Πικάσο, την οποία υποδύεται η Μαριόν Κοτιγιάρ.

Ακολουθούν στη σειρά της άτυπης τριλογίας αφιερωμένης σε μεγάλες πόλεις του κόσμου το «Στη Ρώμη με αγάπη» (2012) με τον Ρομπέρτο Μπενίνι και το «Μπλου Τζάσμιν» με την Κέιτ Μπλάνσετ.

Η τελευταία ταινία του που έχει προβληθεί ως τώρα είναι το «Wonder Wheel» με πρωταγωνίστρια την Κέιτ Ουίνσλετ και τον ποπ σταρ Τζάστιν Τίμπερλεηκ, που υποδύεται το νεαρό εραστή της. Η νέα ανάδυση των κατηγοριών για παρενόχληση της Ντίλαν Φάροου προκαλεί προβλήματα στην κυκλοφορία της πιο πρόσφατης ταινίας του «Μια βροχερή μέρα στη Νέα Υόρκη», για την οποία ακόμα δεν έχει ανακοινωθεί ημερομηνία προβολής. Ενδεικτική για το βαρύ κλίμα γύρω από το σκηνοθέτη είναι και η στάση της πρωταγωνίστριας Ρεμπέκα Χολ, που δήλωσε μετανιωμένη για τη συνεργασία της και δώρισε το μισθό της σε ΜΚΟ.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: