Can you ever forgive me?: Μια ιστορία απάτης και συγχώρεσης

Η ζωή της Lee Israel φαινόταν πως θα εξελισσόταν ρόδινη. Καλή πένα, εύστροφο μυαλό, βιογράφος διασημοτήτων και όμως στα 51 της χρόνια κατηγορήθηκε για λογοτεχνική απάτη.. Τι συνέβη και πήγαν όλα λάθος

 

Η ζωή της πραγματικής Lee Israel.

Η Lee Israel υπήρξε freelance συγγραφέας την δεκαετία του 1960 σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Το 1967 κατάφερε να γίνει γνωστή εξασφαλίζοντας για το περιοδικό Esquire μια αποκλειστική συνέντευξη της Katharine Hepburn, λίγες μέρες  μετά το θάνατο του Spencer Tracy, του για πολλά χρόνια συμπρωταγωνιστή της και επί 26 χρόνια εραστή της Hepburn (ο ίδιος ήταν παντρεμένος όλα αυτά τα χρόνια και ο δεσμός τους, αν και γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους, παρέμενε ”κρυφός” για να μην πληγωθεί η σύζυγος του). Για 20 χρόνια έγραφε βιογραφίες διασήμων. Μια  αποτυχημένη βιογραφία της Estee Lauder της στοίχισε σε φήμη. Η καριέρα της είχε πάρει την κατιούσα.

Στις αρχές του 1990, σε ηλικία 51 ετών έχει καταστραφεί  οικονομικά. Κανένας δεν ενδιαφέρεται να αγοράσει κείμενά της. Χρωστά παντού και έχει χρόνιο πρόβλημα με το ποτό. Ζει μόνη της ,χωρίς φίλους και χωρίς την συμβία της.

Η Lee Israel δεν ήταν μόνο μια freelance συγγραφέας στο σκληρό κόσμο των ΜΜΕ την δεκαετία του 1960, αλλά και μια γυναίκα ομοφυλόφιλη με δύσκολο χαρακτήρα που δεν ανεχόταν τις συμβατικότητες. Ασυμβίβαστη, πιστεύοντας πως μόνο με το ταλέντο πάει κάποιος μπροστά στο τέλος έμεινε μόνη της σε ένα διαμέρισμα που δεν μπορούσε να πληρώσει το ενοίκιο, γεμάτο σκουπίδια και με μοναδική συντροφιά την γάτα της πρώην αγαπημένης της.

Για να επιβιώσει, πουλά ό,τι έχει και δεν έχει. Σύντομα μέσα στην απελπισία της σκαρφίζεται να πλαστογραφήσει γράμματα διάσημων προσώπων των περασμένων δεκαετιών στην Αμερική. Η Μάρλεν Ντήτριχ, η Ντόροθυ Πάρκερ, ο Νοέλ Κονράντ και μερικοί ακόμη έπεσαν ”θύματά” της μετά θάνατον. Η ίδια συμπλήρωνε αυθεντικά τους γράμματα με πιο αστείο ή πικάντικο περιεχόμενο, ώστε να τα πουλά σε καλύτερη τιμή σε βιβλιοπωλεία και συλλέκτες. Σύντομα γράφει ολόκληρα γράμματα με περιεχόμενο καθαρά από το μυαλό της. Στο κόλπο μπαίνει και ο μοναδικός φίλος που απέκτησε ποτέ . Ένας Άγγλος ,ομοφυλόφιλος, άστεγος, γερασμένος αλητάκος που και εκείνος κάποτε φαινόταν πως θα γινόταν άλλος από ένα απλό βαποράκι ναρκωτικών.. Μαζί σπρώχνουν τα γράμματα, όταν εκείνη άρχισαν να την υποπτεύονται. Έπειτα το παιχνίδι χοντραίνει. Χρησιμοποιώντας την φήμη της, καταφέρνει να μπαίνει σε βιβλιοθήκες με αυθεντικά γράμματα και τα αντικαθιστά με αντίγραφα, πουλώντας τα αυθεντικά στην αγορά (και πολλές πολλές κόπιες τους φυσικά).

Γρήγορα οι αρχές τους τσιμπάνε και τρώνε μερικά χρόνια φυλακής, κοινωνικής εργασίας και παρακολούθησης συναντήσεων των Ανώνυμων Αλκοολικών για εκείνη και εκείνος 3 χρόνια δικαστική επιτήρηση. Αυτός πεθαίνει απο AIDS λίγα χρόνια αργότερα.. Εκείνη το 2014 απο μυέλωμα.. έχοντας προηγουμένως γράψει σε βιβλίο την περιπέτεια της.

Η ταινία ”Can you ever forgive me?”

Με πρωταγωνιστές σε εξαιρετικούς ρόλους τους Melissa McCarthy ως Lee Israel και Richard E. Grant ως Jack, το φιλμ σε καθηλώνει  απο τα πρώτα λεπτά. Οι δύο του είναι ένα απίστευτο ερμηνευτικό δίδυμο. Η McCarthy κατάφέρνει να γίνει ένα με τον ρόλο. Σχεδόν αγνώριστη στην όψη. Δωρική και απλή στο παίξιμο της δεν θυμίζει σε τίποτα τον ρόλο της πληθωρικής περσόνας που ερμηνεύει στις κωμωδίες και στις περιπέτειες .

 Σε αυτή την ταινία είναι μια άλλη. Καταφέρνει να στρέψει το βλέμμα του θεατή σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει στην ζώη των γυναικών μέση ηλικίας που δεν τα έχουν καταφέρει καλά στην ζωή τους ,δηλαδή ό,τι θεωρεί η κοινωνία με το ρήμα ”καταφέρνω”: Δεν κατάφεραν να κάνουν καριέρα και παιδιά.

Ποιο ρόλο ερμηνεύει με τόση επιμέλεια;

Τον ρόλο μιας γυναίκας, η οποία γεννήθηκε με ταλέντο στην συγγραφή, με καυστικό χιούμορ, αλλά δεν θέλησε να κολλήσει στο ψεύτικο σταρ σύστεμ της εποχής. Δεν ήθελε τις χαιρετούρες και τις δημόσιες σχέσεις.. ”Ξέρω να γράφω καλά ” ουρλιάζει στην εξίσου γερασμένη μάνατζερ της, όταν μπαίνοντας σαν μαινόμενος ταύρος στο γραφείο της, αρχίζει και βρίζει ένα δεξιό συγγραφέα πολιτικών βιβλίων που θα έβγαζε σκουπίδια στην αγορά, αξίας όμως 3 εκατομμυρίων δολλαρίων..

Η Lee Israel πιστεύε πως το ταλέντο της αρκoύσε και δεν χρειάζόταν τους άλλους γύρω της.. Ανούσιες συνεντεύξεις και πάρτυ… Της αρέσε η μοναξιά, το γράψιμο, η γκρίνια και η γερασμένη γάτα της (και όχι απαραίτητα με την σειρά που τα γράφω). Προσωπική ζωή δεν υπήρχε.. Η αγαπημένη της σύντροφος, η οποία για χρόνια προσπαθούσε να την απομακρύνει απο το ποτό και να ανοίξει το κλειστό της καβούκι, να επικοινωνήσει μαζί της…στο τέλος την εγκαταλείπει και όχι μόνο… δεν θέλει καν να την βλέπει πια.

Ο μοναδικός της φίλος ο Jack ήταν εξίσου ένας τελειωμένος της ζωής. Μένει στους δρόμους σπρώχνοντας ναρκωτικά. Ο Richard E. Grant είναι αφοπλιστικός σε αυτό το ρόλο. Ψηλός, ξερακιανός.. Η μορφή του θυμίζει Άγγλο δάνδη που από τα μεγαλεία ξέπεσε στα πεζοδρόμια. Απο χαβιάρι δαγκώνει με ευχαρίστηση μια φραντζόλα ψωμί.

Ο Jack από τα νεανικά ξέφρενα πάρτυ όπου σαν νόστιμος νεαρός ομοφυλόφιλος αποτελούσε το μήλο της έριδος, τώρα είναι ένας γερασμένος τύπος που ”ζητιανεύει” φτωχούς Λατινοαμερικάνους σερβιτόρους… Ο ηθοποιός υπηρετεί με φινέτσα τον ρόλο. Σέβεται το χαρακτήρα του. Δεν ξεπέφτει στην εύκολη μανιέρα της καρικατούρας.

Μαζί είναι ένα ιδιότυπο δίδυμο που δεν βρίσκουμε εύκολα σε ζευγάρια στο κινηματογραφικό πανί. Ομοφυλόφιλοι ετών 50 δεν είναι ότι πιο mainstream εκει έξω για ταινία..Στην πραγματική ζωή όμως ;

Αν έφτασαν στο πάτο ήταν γιατί δεν θέλησαν  να συμβιβαστούν.. να μεγαλώσουν και να ωριμάσουν.. Ο συμβιβασμός με την ωριμότητα φαίνεται να πηγαίνουν χέρι με χέρι. Εκείνοι επιδεικτικά αγνοούν την πικρή αυτή αλήθεια. Η ζωή τους προσπερνά. Η εποχή τους προσπερνά και εκείνοι μένουν κολλημένοι σε εποχές που “φαινόταν” πως θα μπορούσαν να εκπληρώσουν τα όνειρα τους.. Όταν ακόμα ήταν νέοι και ανώριμοι.Ο Jack είχε την δυνατότητα να ελίσσεται εξαιτίας της ομορφίας του.Όταν η νεότητα του χάθηκε ήταν ανέτοιμος να παρατήσει την παιδαριώδη και ανέμελη στάση του στην ζωή και να πάρει σοβαρά την κατάσταση του.Εξακολουθούσε τις μικροκλοπές και τις απάτες.Η Lee δεν ήθελε με τίποτα να καταπιεί τον εγωϊσμό της.

Η χημεία των δύο πρωταγωνιστών δημιουργούσε μια ευχάριστη νότα μέσα σε μια ταινία της οποίας το θέμα δεν είναι εύκολο. Στις περισσότερες αμερικάνικες ταινίες, οι πρωταγωνιστές είναι λαμπεροί, νεοι και όσες ατυχίες και αν τους συμβούν θα βγουν νικητές, γιατί ακριβώς είναι νέοι και λαμπέροι.. Εδώ βλέπουμε την πραγματική ζωή. Ξέρουμε πως η απάτη αυτών των δύο μεσήλικων κοινωνικά και επαγγελματικά αποτυχημένων ανθρώπων δεν πρόκειται να πάρει μια καλύτερη τροπή, παρότι, στο τέλος, η ταινία μας αφήνει με ένα πικρό χαμόγελο στα χείλη..

Η απάτη τους, πέρα απο τα απαραίτητα χρήματα, τους έδωσε ξανά πίσω την όρεξη για ζωή. Οι τηλεφωνικές τους φάρσες σε ανθρώπους που τους είχαν απορρίψει και πληγώσει πέρα απο την επιφανειακή ανάγνωση σαν μια ανώριμη στάση, δείχνει την ανάγκη αυτών των ανθρώπων να αποδείξουν πως ”δεν έχουν τελειώσει”, όπως όλοι πιστεύουν. Μπορούν ακόμα να χρησιμοποιούν τα ταλέντα τους για να τους πιάνουν κορόιδα…

Στην ταινία, η φράση του τίτλου ακούγεται απο τα χείλη της εξαπατημένης ρομαντικής βιβλιοπώλισσας που προσπαθεί να φλερτάρει την συγγραφέα.. ”Can you ever forgive me? ” της λέει καθώς βγαίνουν απο το εστιατόριο, επαναλαμβάνοντας της χωρίς να το ξέρει την πρόταση της Ντόροθυ Πάρκερ που είχε γράψει η Israel σε ένα ψεύτικο γράμμα ως ”Ντόροθυ Πάρκερ”.. Εκείνη αρχίζει να την αποφεύγει σκεπτόμενη πως κάποια στιγμή, αν ανακάλυπταν την αλήθεια θα έπρεπε να το εκστομίσει η ίδια.. και εκείνη δεν ζητούσε ποτέ συγγνώμη… έστω και με μορφή ερώτησης..Δεν ζήτησε καν συγγνώμη μπροστά στο δικαστήριο..Αντίθετα το καταδιασκέδασε όπως είπε και ήταν έτοιμη να δεχτεί τις όποιες συνέπειες..”Ήταν οι καλύτερες μέρες της ζωής μουλέει ευθαρσώς στην δικαστή και το εννοεί.

Για λίγο ξέφυγε απο το ρόλο της αποτυχημένης συγγραφέα που τόσο δεν άντεχε να ΄ναι …ούτε να το παραδεχτεί σε κανέναν πως ξέρει πως ήταν .. ”Μπορεί να είσαι καθίκι αν γίνεις διάσημη ..”Δεν μπορείς να είσαι άσημη και τόσο σκύλα ” της λέει η μάνατζερ της όταν πλέον ξεσπά εναντίον της.

Αυτή την απλή πρόταση που αποφεύγει να προφέρει, ” Can you ever forgive me?‘ φαίνεται να την απευθύνει σχεδόν σε όλα τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ταινία. Όχι μόνο σε εκείνους που εξαπάτησε  αλλά  και στην αγαπημένη της που χάλασε την σχέση τους, στον μοναδικό φίλο της, στον απόντα αδερφό της, στον ενοικιαστή της, στη γερασμένη της γάτα που την αφήνει στα ανεύθυνα χέρια του Jack.... Ότι η ίδια δεν θέλει να πει ποτέ, ειρωνικά υπογραμμίζεται σε όλη την ταινία σε κάθε της αποτυχημένη προσπάθεια να ξαναπροσεγγίσει όσους έχασε απο δίπλα της ..Δεν μπορεί πλέον να κάμψουν τους εαυτους της γιατί θα πρέπει να παραδεχτούν πως έπραξαν λάθος και έτσι σαν πεισματάρικα παιδιά και οι δύο πρωταγωνιστές αρνούνται την πραγματικότητα που ζουν για να μην αναγκαστούν να παραδεχτούν τα λάθη τους ούτε στους ίδιους τους, τους εαυτούς.

Οι ερμηνείες των δύο ηθοποιών μας κάνουν τους ανώριμους και δύστροπους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών συμπαθητικούς και, παρά την απάτη τους, είμαστε έτοιμοι να τους συγχωρέσουμε και να κατανοήσουμε τους λόγους που οδηγήθηκαν σε αυτήν και να καταλάβουμε την απέραντη μοναξιά που βρίσκονται εγκλωβισμένοι οι ίδιοι…

Ωστόσο αν ο τίτλος δεν αναφέρεται μόνο στην ταινία, αλλά ουσιαστικά και σε εμάς τους ίδιους ;

Τι θα ανακαλύπταμε άραγε για την συμπεριφορά μας απέναντι στους αλλούς αν θέταμε τον εαυτό μας στην διαδικασία να αναρωτηθεί για ποιο πράγμα θα έπρεπε να ζητήσουμε συγχώρεση από τους άλλους ή και απο τον εαυτό μας. Τι απάτες και αυταπάτες μπορεί να κρύβει και ένα δικό μας ανείπωτο ”Can you ever forgive me?”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: