Φωτογραφίζοντας την ελπίδα

Παντού γκρίζο το χρώμα του ξεριζωμού και το ίδιο φωτεινά τα χρώματα της ελπίδας.

Ήταν Αύγουστος του 2015, σε μια παραλία στην Κω, όταν ο φακός του Γιάννη Μπεχράκη κατέγραφε μια μοναδική στιγμή. Μια γυναίκα κάθεται στην αμμουδιά, με το πρόσωπο στραμμένο προς τον ήλιο που μόλις έχει ανατείλει. Είναι από τους ξεριζωμένους που βρέθηκαν στα ελληνικά παράλια αναζητώντας το δικαίωμα στη ζωή, σε μια καλύτερη ζωή. Ο αδύναμος ήλιος φωτίζει το πρόσωπό της. Εκείνη χαμογελά. Δεν μπορεί να δει. Μόνο να αισθανθεί μπορεί και να νοιώσει, την απανθρωπιά που την ξερίζωσε από τον τόπο της και μια  ανθρώπινη άγνωστη αγκαλιά που σε λίγο θ’ ανοίξει, στον ξένο γι’ αυτή τόπο, ζεστή σαν εκείνες τις πρώτες ακτίνες του ήλιου.

«Ήταν μια πολύ ήσυχη στιγμή. Μη θέλοντας να καταστρέψω αυτή την αρμονία και τη γαλήνη, τράβηξα μερικές φωτογραφίες από κάποια απόσταση -στην παραλία πηγαινοερχόταν κόσμος, φωτογράφοι, πρόσφυγες- και κάποια στιγμή την πλησίασα και της έδωσα ένα γλυκό, έτσι σαν καλωσόρισμα ελληνικό. Και τότε κατάλαβα πως ήταν τυφλή! Η ψυχή μου πλημμύρισε από συγκίνηση. Μου έπιασε το χέρι και, συνεχίζοντας να χαμογελά, άρχισε να μου λέει ότι ένιωθε ευγνώμων που είχε μπορέσει να φτάσει έως εδώ, που μπορούσε να νιώθει αυτό το αεράκι και τη μυρωδιά της θάλασσας. Ένιωθε ξανά ότι υπάρχει ελπίδα γι’ αυτήν, για τα παιδιά και τα εγγόνια της. Ήταν Παλαιστίνια και ήταν η δεύτερη φορά που ξεριζωνόταν, την πρώτη ως πρόσφυγας από την Παλαιστίνη στη Συρία και τη δεύτερη από τη Συρία στην Ευρώπη. Και παρ’ όλα αυτά δεν είχε χάσει την πίστη της στην ελπίδα και στην ομορφιά του κόσμου», διηγήθηκε ο Γιάννης Μπεχράκης.

Η φωτογραφία κάνει το «γύρο του κόσμου», όπως έχει συμβεί και με άλλες φωτογραφίες του Γιάννη Μπεχράκη. Τα τελευταία τριάντα χρόνια ο διακεκριμένος φωτογράφος βρέθηκε στο επίκεντρο μερικών από τα πιο σημαντικά πολιτικά, αθλητικά, πολιτιστικά γεγονότα, που κάλυψε με τον φακό του. Βίωσε τη φρίκη του πολέμου σε διάφορα σημεία του κόσμου, που ο πολίτης της  δυτικής «κανονικότητας» αγνοεί την ύπαρξή τους ή του μοιάζουν μακρινά – όπως κι ο πόλεμος – ώσπου οι ξεριζωμένοι να γεμίσουν την οθόνη του ή να φτάσουν στην παραλία του. Νεκροί, σακατεμένοι, ερείπια, δυστυχία. Παντού ο θάνατος έχει την ίδια μυρωδιά, ο ανθρώπινος πόνος το ίδιο πρόσωπο, παντού η ίδια αγωνία για επιβίωση, η ίδια δίψα για ζωή. Παντού γκρίζο το χρώμα του ξεριζωμού και το ίδιο φωτεινά τα χρώματα της ελπίδας.

Το 2016, όταν παρέλαβε το Βραβείο Πούλιτζερ ως επικεφαλής της ομάδας του Ρόιτερς, ο Γιάννης Μπεχράκης είχε πει ότι η αποστολή του ήταν να εξασφαλίσει «ότι κανείς δεν θα μπορεί να πει “δεν γνώριζα”». Πριν φύγει – τόσο νωρίς – από τη ζωή, είχε προλάβει να διασχίσει μια δύσκολη διαδρομή, διατηρώντας αλώβητη την ανθρωπιά του. Ξεχωρίζοντας ακριβώς για αυτή. Αυτό που τον έκανε αξέχαστο δεν ήταν ο άρτιος εξοπλισμός και η κατάρτιση, η τόλμη, η εγρήγορση, η αντοχή και οι θαυμαστές ικανότητες, ίσως ακόμα ούτε η οξυμένη καλλιτεχνική ευαισθησία του. Ήταν τα «ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα μάτια της ψυχής του», όπως έγραψε* κάποτε ο μεγάλος ποιητής.

«Φωτογραφίζω τον πόνο και τη βία αλλά και την ελπίδα. Γιατί πάντα μέσα από αυτές τις φωτογραφίες και από αυτά τα θέματα που κάνω δε πεθαίνει ποτέ η ελπίδα. Πάντα υπάρχει κάποιος άνθρωπος ο οποίος βοηθάει, προσπαθεί, θυσιάζεται και αυτό κρατάει την ελπίδα ζωντανή», είπε κάποτε ο Γιάννης Μπεχράκης. Δεν έλεγε πολλά λόγια. Προτιμούσε να «μιλάει» στέλνοντας μηνύματα με την κάμερα  της ψυχής του.

Και, σήμερα πια, δεν υπάρχει ούτε ένας που μπορεί να πει «δεν γνώριζα».

 

* «Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου» (Διονύσιος Σολωμός)

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: