“Από μικρός φαινόμουνα, τι σόι μαλαπέρδας θα γινόμουνα” – Ο αυτοσαρκαστικός στίχος του Μπουλά που διαψεύστηκε…

Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης με ατόφιο, πολύπλευρο ταλέντο κωμικού, στιχουργού και τραγουδιστή, το οποίο επέλεξε δυστυχώς να… “σπαταλήσει” ως ένα βαθμό και να μας αφήσει με το ερώτημα πόσα ακόμα θα μπορούσε να είχε προσφέρει, αν είχε κάνει διαφορετικές επιλογές στην πορεία του.

Σαν σήμερα, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, έφευγε από τη ζωή, χτυοημένος από την επάρατη νόσο ο Σάκης Μπουλάς. Ένας σπουδαίος καλλιτέχνης με ατόφιο, πολύπλευρο ταλέντο κωμικού, στιχουργού και τραγουδιστή, το οποίο επέλεξε δυστυχώς να… “σπαταλήσει” ως ένα βαθμό και να μας αφήσει με το ερώτημα πόσα ακόμα θα μπορούσε να είχε προσφέρει, αν είχε κάνει διαφορετικές επιλογές στην πορεία του.

Σε ένα δικό του στίχο τη δεκαετία του 80′, ο Μπουλάς έλεγε αυτοσαρκαστικά: “από μικρός φαινόμουνα, τι μαλαπέρδας θα γινόμουνα”. Δεν είχε δίκιο όμως. Τα πρώτα δείγματα που έδωσε ήταν παραπάνω από ελπιδοφόρα. Συνεργάστηκε για πολλά χρόνια με το Θάνο Μικρούτσικο, συνδέοντας τη μοναδική φωνή του με σπουδαίες δουλειές (όπως η Καντάτα για τη Μακρόνησο) και ακολουθώντας το συνθέτη σε συναυλίες και περιοδείες στο εξωτερικό.

Μαζί με το Ζουγανέλη, το Νικόλα Άσιμο και άλλους, δημιούργησε το “Σούσουρο”, το πρώτο καφωδείο στην Ελλάδα, που συνδύαζε τη μουσική με τα θεατρικά δρώμενα, στα πρότυπα των πολιτικών καμπαρέ της Γερμανίας -όπως σημειώνει ο 902. Άλλος μεγάλος σταθμός ήταν το στέκι “Αχ Μαρία” στα Εξάρχεια, όπου έγραψε ιστορία στην αθηναϊκή νύχτα μαζί με το Ζουγανέλη, το Λάκη Παπαδόπουλο, το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και πολλούς άλλους καλλιτέχνες, με τους οποίους συνεργάστηκε σε διάφορα σχήματα.

Τα επόμενα χρόνια, φάνηκε να ακολουθεί κατά μία έννοια το κλίμα της εποχής και τον εκφυλισμό του ριζοσπαστισμού της Μεταπολίτευσης, με την έντονη πολιτικοποίηση. Μια στροφή που συντελέστηκε εν μέρει και μέσα από αυτά τα σχήματα, για να την σφραγίσουν στη συνέχεια οι προσωπικοί του δίσκοι, η συνεργασία με το Ρακιντζή ή εύθυμα τραγούδια, με απλό χαβαλέ, χωρίς προσχήματα.

Ακόμα και έτσι βέβαια, πρόσφερε πολλές εύθυμες νότες, τραγούδια που ακούγονταν ευχάριστα και χιουμοριστικές στιγμές με μια ποιότητα που τον καθιστούσε συμπαθή κι όταν δεν εμφανιζόταν σε αξιόλογες δουλειές. Ή ακόμα και με μια αίσθηση καλτ, σαν την κλασική σκηνή με το κίνημα της Βόλβης και τη Νέα Δημοκρατία που δεν έγινε ποτέ κόμμα αρχών, από την ταινία του Τσιώλη “Ας περιμένουν οι γυναίκες”.

Στο ευρύτερο τηλεοπτικό κοινό ο Μπουλάς έγινε γνωστός κυρίως ως δίδυμο με το Ζουγανέλη κι αργότερα με τους ρόλους του σε σειρές, όπως το “Δέκα λεπτά κήρυγμα”, τις “Σαββατογεννημένες” και το “Πενήντα-Πενήντα”, παραμένοντας ενεργός σχεδόν ως το τέλος της ζωής του.

Η “σχέση” του με το ΚΚΕ

Το χιούμορ του ήταν κάπως “αναρχικό”, και πιθανότατα δεν έκανε ποτέ δήλωση στήριξης για κάποιο κόμμα ή κάποια πολιτική δήλωση.

Σε έναν παλιό του στίχο γράφει:

“Άγιος Βασίλης έρχεται από τη Σιβηρία,
Γριούλα επανάσταση, αρχόντισσα κυρία”

Στο “Δράκουλα των Εξαρχείων”, όπου κάνει το κινηματογραφικό του ντεμπούτο, εμφανίζεται σε ένα σύντομο ρόλο, σε μια σκηνή που ξεκινά με ένα περίπτερο και το Ρίζο να προβάλει τις εργασίες του 11ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Εκεί ο Μπουλάς υποδύεται ένα μέλος του κόμματος που τα έχει πάρει με τις Μουσικές Ταξιαρχίες και τις αντικομματικές αιχμές τους, είναι έτοιμος να πλακώσει τον Πανούση, αλλάζει όμως στάση, όταν καταλαβαίνει πως τον τραβάει η κάμερα…

Παρόλα αυτά, είχε έρθει το 08′ στο 40ό Φεστιβάλ ΚΝΕ-ΚΚΕ, σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα (η δεύτερη εμφάνιση τελικά ματαιώθηκε λόγω κακοκαιρίας).

Έφυγε σε ηλικία 60 ετών, παλεύοντας με αξιοπρέπεια ενάντια στον καρκίνο, αλλά και κάποια ΜΜΕ που τον πέθαναν πριν την ώρα του, με μια ψευδή αναγγελία θανάτου. Στην ανακοίνωσή του, το Γραφείο Τύπου του ΚΚΕ σημείωνε πως “ήταν ένας πολυτάλαντος άνθρωπος, με πλούσιο καλλιτεχνικό έργο και ιδιαίτερα αγαπητός”.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: