“Η Αγία Οικογένεια”: Μερικά σημεία για την κατανόηση του έργου

Το έργο αυτό συνιστά ένα από τα κλασικά φιλοσοφικά κείμενα, προϊόν της πρώτης συνεργασίας των Μαρξ-Ένγκελς, με βασικό στόχο την αποδόμηση της ιδεαλιστικής σκέψης και -ειδικότερα- του νεοεγελιανού συστήματος των αδερφών Μπρούνο και Έντγκαρ Μπάουερ.

Η Αγία Οικογένεια ανήκει σε αυτά που θα χαρακτηρίζαμε νεανικά έργα των θεμελιωτών του επιστημονικού σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Γραμμένο στα 1844 και δημοσιευμένο στα 1845, το έργο αυτό συνιστά ένα από τα κλασικά φιλοσοφικά κείμενα που αποτελεί μάλιστα προϊόν της για πρώτη φορά συνεργασίας των Μαρξ-Ένγκελς, με βασικό στόχο την αποδόμηση της ιδεαλιστικής σκέψης και -ειδικότερα- του νεοεγελιανού συστήματος των αδερφών Μπρούνο και Έντγκαρ Μπάουερ, που αναπτυσσόταν εκείνη την περίοδο. Σκοπός των νεοεγελιανών και πιο συγκεκριμένα της αριστερής πτέρυγάς τους, ήταν η προσπάθεια διατήρησης του πυρήνα της εγελιανής Λογικής, ταυτόχρονα με την ριζοσπαστικοποίησή της, από μια βέβαια εξίσου ιδεαλιστική, άρα κι αντιδραστική τελικά προοπτική. Οι προσπάθειες αυτές των νεοεγελιανών, στους οποίους εντάσσονταν και οι Στίρνερ, Φόυερμπαχ, Μος, Ρούνγκε κ.α., αντανακλούσαν στο ιδεολογικό πεδίο τις προσπάθειες της ανερχόμενης γερμανικής αστικής τάξης να πάρει την σκυτάλη στο ιστορικό προτσές, σπάζοντας τα δεσμά του προηγούμενου, φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής. Η Αγία Οικογένεια, συνιστά έτσι μια κριτική συνολικά, μια κριτική της κριτικής κριτικής, δηλαδή μια κριτική του φιλοσοφικού συστήματος που αποστασιοποιείται από την υλική πραγματικότητα για να παρουσιάσει την δραστηριότητα της νόησης σαν την πραγματική αιτία της ιστορικής κίνησης. Η κριτική κριτική, είναι ο όρος που περιγράφει το σύστημα των νεοεγελιανών, οπότε η κριτική αυτής, είναι η διαλεκτικο-ιστορικοϋλιστική αντίληψη των Μαρξ-‘Ενγκελς που της επιτίθεται.

Το έργο, σε όλα τα κεφάλαιά του, κινείται στον συγκριτικό άξονα κριτικού και μαζικού, όπου ως κριτικό εννοείται το πνευματικό κι ως μαζικό εννοείται το υλικό, το αντικειμενικό, αυτό δηλαδή που υπάρχει πέρα κι έξω από τη συνείδησή μας, και που αυτοκινείται, αυτοαναπτύσσεται με βάση τις εσωτερικές του αντιθέσεις. Οι αντικειμενικοί ιδεαλιστές όπως οι αδερφοί Μπάουερ αρνούνται την ύπαρξη εσωτερικών αντιθέσεων στον υλικό κόσμο, ανάγοντας τις αντιθέσεις στον κόσμο του Πνεύματος, ακολουθώντας το γενικό σχήμα θέση-αντίθεση-σύνθεση. Η ιδεαλιστική κριτική κριτική επομένως, φροντίζει να αναποδογυρίζει την κίνηση του Ιστορικού, μετατρέποντας το Ιστορικό σε Λογικό, και το Λογικό σε Ιστορικό. Ακυρώνει με τον τρόπο αυτό την πραγματική κίνηση του κόσμου, ταυτίζοντάς την με κάθε τι μαζικό, κάτι που έπεται του κριτικού, δηλαδή του πνευματικού. Συνάγεται άρα, ότι αν με το κριτικό δηλώνεται το πνευματικό που τίθεται σαν το πρωτεύον έναντι του υλικού, τότε η απάντηση στο οντολογικό φιλοσοφικό ερώτημα γύρω από τη σχέση Είναι και Νόησης που δίνεται από την κριτική κριτική -όπως κι από κάθε ιδεαλιστική θεωρία- είναι ότι η Νόηση προηγείται της ύλης, η ύλη είναι απλώς ένα παράγωγο. Η διαμάχη για τους νεοεγελιανούς, αφορά τελικά στη διαφορά της πνευματικότητας με την αντιπνευματικότητα. Αυτό θα φανεί περισσότερο στην πορεία.

Ήδη στον πρόλογο, μας γίνεται γνωστή η ιδεαλιστική αντικατάσταση του πραγματικού από τη «συνείδηση», δηλαδή παρουσιάζεται η ίδια η ουσία της ανειρήνευτης αντίθεσης ανάμεσα στα δύο φιλοσοφικά συστήματα, τον ιδεαλισμό και τον υλισμό: «Ο πραγματικός ουμανισμός δεν έχει στη Γερμανία πιο επικίνδυνο εχθρό απ’ τον σπιριτουαλισμό ή θεωρητικό ιδεαλισμό, που βάζει στη θέση του πραγματικού ανθρώπου την «αυτοσυνείδηση» ή το «πνεύμα».

Αυτός ο θεωρητικός ιδεαλισμός πάει χέρι-χέρι με την θρησκευτική ανανέωση και την απόπειρα ανασκευής της θεολογικής ερμηνείας του κόσμου, σε μια μεταβατική για την κατακερματισμένη Γερμανία περίοδο, που περνούσε πιο καθυστερημένα σε σχέση με άλλες καπιταλιστικές χώρες (πχ. Αγγλία, Γαλλία) στις νέες, αστικές παραγωγικές σχέσεις. Γι’ αυτό άλλωστε, όπως και στην περίπτωση του Χέγκελ, έτσι και στους θεωρητικούς του επιγόνους του, πίσω από την κατηγορία «Πνεύμα» και «Ιδέα» πρέπει να βλέπουμε τον Θεό και την βούλησή του.

Έτσι, η κριτική κριτική γνωρίζει την Ιστορία όχι όπως αυτή συνέβη πραγματικά, δηλαδή μαζικά σύμφωνα μ’ αυτήν, αλλά όπως της αυτοπαρουσιάστηκε πνευματικά. Η Ιστορία με αυτό τον τρόπο, γίνεται ένα εσωτερικό προτσές, που απλά εξωτερικεύεται, δεν είναι μια εσωτερική διαδικασία που υπόκειται σε αντικειμενικούς νόμους και αντανακλάται στην ανθρώπινη συνείδηση κι έτσι εσωτερικεύεται ως Λογική από το γνωστικό υποκείμενο. Με βάση αυτή την αντιστροφή-διαστρέβλωση, για τους κριτικούς κριτικούς, οι εργοστασιοπόλεις προϋπήρχαν των εργοστασίων ως τέτοιες, σε αντίθεση προς την μαζική ιστορία, που προϋποθέτει την ανάδυση των εργοστασίων για τον χαρακτηρισμό της πόλης ως εργοστασιούπολης. Ανάλογα αντιστρέφονται και άλλα φαινόμενα και όψεις του αντικειμενικού Είναι.

Γενικότερα, οι Μαρξ-‘Ενγκελς, ασκούν κριτική στην κριτική κριτική πως αυτή αρνείται να αναγνωρίσει το αντικείμενο ως καθοριστικό, ανάγοντας σε υποκείμενο τις νοητικές αφαιρέσεις, δίνοντας δηλαδή υπόσταση σε πλάσματα του πνεύματος. Για παράδειγμα στο κεφάλαιο ΙV, γράφει ο Μαρξ σχετικά με την αγάπη πως «ο κύριος Έντγκαρ (ενν. τον Μπάουερ) μεταβάλλει την αγάπη σε θεά […] αφού κάνει από τον άνθρωπο που αγαπάει, την αγάπη του ανθρώπου, τον άνθρωπο της αγάπης, χωρίζει την αγάπη από τον άνθρωπο -σαν ένα πλάσμα ιδιόρρυθμο- και το υποκειμενοποιεί σαν τέτοιο». Και συνεχίζει με επαγωγικό συλλογισμό, σημειώνοντας πως «Μ’ αυτήν την απλή διεργασία, μ’ αυτήν την μετατροπή του κατηγορουμένου σε υποκείμενο, μπορεί να μετασχηματίσει κανείς κριτικά όλους τους ορισμούς, όλες τις εξωτερικεύσεις της φύσης του ανθρώπου, σε σύγχυση και αλλοτριώσεις της φύσης».

Έξω όμως από το πεδίο της κριτικής τους, οι Μαρξ-Ένγκελς δεν αφήνουν ούτε τις απόψεις των κριτικών κριτικών για την πολιτική οικονομία. Ειδικά στα κεφάλαια που είναι αφιερωμένα στις οικονομικές αντιλήψεις του Προυντόν, οι κλασικοί μας δίνουν μια πολύ συνεκτική εικόνα για τη διαλεκτική αστικής κι εργατικής τάξης, τη σχέση δηλαδή όπου ο ένας όρος προϋποθέτει και την ίδια στιγμή αποκλείει τον άλλον. Παρατηρούμε συνεπώς, πως ήδη από το 1844, διαμορφώνεται η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, η οποία και φτάνει λίγο αργότερα, με την συγγραφή της Γερμανικής Ιδεολογίας (1845-1846), στην πλήρη της έκφραση. Ενδεικτικά, παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα που επιβεβαιώνουν το ξεκάθαρο περιεχόμενο της μαρξιστικής σκέψης σε εκείνη τη φάση: «Αντίθετα το προλεταριάτο σαν προλεταριάτο είναι αναγκασμένο ν’ αναιρέσει τον εαυτό του και μαζί την αντίθεση που το προσδιορίζει και που το κάνει να είναι προλεταριάτο, την ατομική ιδιοκτησία. Είναι η αρνητική πλευρά της αντίθεσης. […] Μέσα λοιπόν στην αντίθεση ο ιδιοκτήτης είναι η συντηρητική, ο προλετάριος η καταστροφική πλευρά. Από τον πρώτο εκπορεύεται η πράξη της διατήρησης της αντίθεσης, από τον δεύτερο η πράξη της καταστροφής της. […] Η ατομική ιδιοκτησία σύρεται εννοείται μόνη της από την πολιτικοοικονομική της κίνηση στην ίδια την κατάργησή της».

Στα αποσπάσματα αυτά, διακρίνουμε όχι μόνο την ανάπτυξη της διαλεκτικής λογικής που αντανακλά σωστά τον υλικό κόσμο -φυσικό και κοινωνικό- ως ενιαία ολότητα που μεταβάλλεται διαρκώς, αλλά και τον ειδικό νόμο που προσιδιάζει στους κοινωνικοοικονομικούς σχηματισμούς και πιο συγκεκριμένα στον καπιταλιστικό, όπου αυτός ο ίδιος ετοιμάζει τις συνθήκες για την ανατροπή του. Ο καπιταλισμός παράγει τον νεκροθάφτη του.

Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι όπως στα περισσότερα νεανικά έργα του, έτσι και στην Αγία Οικογένεια, ο Μαρξ χρησιμοποιεί εκτενώς την φιλοσοφική κατηγορία της αλλοτρίωσης, προκειμένου να προσδιορίσει την ουσία της ζωής τόσο των εκμεταλλευτικών όσο και των εκμεταλλευομένων τάξεων, στην τελευταία ιστορική εκμεταλλευτική κοινωνία. Γράφει συγκεκριμένα ο Μαρξ πως «Η τάξη των εχόντων και η τάξη του προλεταριάτου παρουσιάζουν την ίδια ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση. Η πρώτη όμως τάξη νιώθει άνετα και επαληθευόμενη μέσα σ’ αυτήν την αυτοαλλοτρίωση. […] Η δεύτερη τάξη νιώθει αφανισμένη μέσα στην αλλοτρίωση, σ’ αυτήν βλέπει την αδυναμία της και την πραγματικότητα μιας απάνθρωπης ύπαρξης».

Η κατηγορία της αλλοτρίωσης εισάγεται δυναμικά στο κείμενο για να εμπεδωθεί η τραγικότητα που βιώνεται κι απ’ τους δύο πόλους της κοινωνικής αντίθεσης, απ’ τη μια ως υποταγή στον Θεό-Κεφάλαιο, κι απ’ την άλλη ως υποταγή στις αναγκαστικές υλικές σχέσεις που στερούν απ’ τον εργάτη όλη τη ζωτικότητά του, επιβάλλοντάς του να να παράγει το κοινωνικό προϊόν που δεν ιδιοποιείται καν ο ίδιος. Με την επαναστατική μεταβολή του κόσμου στην κατεύθυνση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, ο άνθρωπος βρίσκει την αυτοπραγμάτωσή του.

Για την κριτική κριτική βέβαια, η υπόθεση της ταξικής πάλης αντιμετωπίζεται κριτικά, σαν μια μαζική σχέση, υποδεέστερη κατά πολύ της ανώτερης πνευματικής δραστηριότητας. Άλλωστε, σύμφωνα με τον ιδεαλισμό γενικά και με τους νεοεγελιανούς ειδικά, αυτή η πνευματική δραστηριότητα είναι σε θέση να μετασχηματίσει την πραγματικότητα, εφόσον τοποθετείται στην βάση της κίνησης του κόσμου. Αν επομένως καταργήσεις νοητικά μια κατάσταση, τότε απελευθερώνεσαι απ’ αυτήν. Σε αυτό έγκειται η δύναμη της «καθαρής σκέψης» την οποία στηλιτεύει ο Μαρξ στο ακόλουθο σημείο: «Αυτοί όμως οι μαζικοί, οι κομμουνιστές εργάτες που δουλεύουν στα εργαστήρια […] δεν πιστεύουν πως μπορεί μόνο με την καθαρή σκέψη να ξεφορτωθούν τους βιομηχάνους αφέντες τους […] Αντίθετα, η κριτική κριτική τους διδάσκει πως θα πάψουν να είναι μισθωτοί εργάτες, στην πραγματικότητα αν αναιρέσουν στη σκέψη τη σκέψη της μισθωτής εργασίας […]».

Με την αστείρευτη δηκτική ειρωνεία του, ο Μαρξ ξεγυμνώνει και χτυπάει την μέθοδο της ιδεαλιστικής αντιστροφής του πραγματικού. Εξηγεί, πως οι ιδεαλιστές εξάγουν απ’ τα πραγματικά αντικείμενα την γενική τους, δηλαδή την αφηρημένη ιδέα τους, κι έπειτα ξεκινώντας απ’ αυτήν ακριβώς την γενική ιδέα, ορίζουν τα πραγματικά αντικείμενα σαν μορφές αυτής της ιδέας. Με λίγα λόγια μετατρέπουν τις νοητικές αφαιρέσεις σε υπαρκτά όντα, θεωρώντας πως αυτό που είναι το πρωτεύον, άρα και το καθοριστικό, είναι οι λογικές κατηγορίες. Αυτό εννοεί ο Μαρξ όταν μας αναλύει τη μέθοδο του ιδεαλιστικού συστήματος: «Μα ο φιλόσοφος εκφράζοντας με θεωρητικό τρόπο αυτές τις υπάρξεις, κάνει κάτι σοβαρό […] Παράγει τα πραγματικά, φυσικά πλάσματα, το μήλο, το αχλάδι κλπ, απ’ το μη πραγματικό· απ’ το πλάσμα της λογικής «φρούτο», δηλαδή δημιουργεί απ’ το δικό του αφηρημένο λογικό πλάσμα, που το φαντάζεται σαν απόλυτο υποκείμενο έξω απ’ αυτόν, […] αυτά τα φρούτα». Λίγο μετά, μας λέει πως η υποστασιοποίηση της ουσίας, η αναγωγή της σε υποκείμενο αυθύπαρκτο που εξωτερικεύεται σε τρόπους ύπαρξής του, αποτελεί την τυπική εγελιανή μέθοδο.

Προαναφέρθηκε, πως σύνολη η Αγία Οικογένεια, είναι μια κριτική της θεωρητικής αντιπαράθεσης κριτικού-μαζικού που μπάζουν στο ιδεολογικό πεδίο οι νεοεγελιανοί, ακολουθώντας την παράδοση που έφτασε ο Μεγάλος Δάσκαλος (Χέγκελ) στην τελειότερη έκφρασή της, δηλαδή τον ύψιστο ιδεαλισμό. Ως κριτικό εννοείται το πνευματικό, ως μαζικό το υλικό. Τα δύο στοιχεία που συγκρούονται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, βρίσκονται σε αλληλοσύνδεση, θα λέγαμε σε διαλεκτική σχέση ενότητας και πάλης. Το κριτικό, είναι για τους κριτικούς κριτικούς, το θετικό που συμπληρώνεται από το μαζικό, που είναι το αρνητικό, κατ’ αντιστοιχία προς το πνεύμα που προσδιορίζεται από το μη πνεύμα. Το κριτικό επομένως ταιριάζει στην κοινωνική ελίτ, στην αριστοκρατία του πνεύματος, εντός της οποίας ενσαρκώνεται το «Απόλυτο Πνεύμα». Κι αφού πίσω από το απόλυτο πνεύμα κρύβεται η ουσία του θεϊκού λόγου, δεν θα ‘ταν άτοπο να ισχυριστούμε πως ο θεός ως βούληση που κινεί τα πάντα, αποκαλύπτεται στην ελίτ της κοινωνίας, σε αντίθεση προς την μάζα που παραμένει αμόρφωτη, ουραγός των γεγονότων. Την ξεκάθαρη αλληλοσύνδεση του Μπάουερ με τον Χέγκελ, κι από ‘κει της Ιστορίας του Πνεύματος με τον Θεό, την αναδεικνύει ο Μαρξ στο παρακάτω απόσπασμα: «[…] εκείνη η σχέση που αποκαλύφτηκε από τον κύριο Μπρούνο δεν είναι άλλη από την κριτικά γελοιογραφική ολοκλήρωση της Χεγκελιανής αντίληψης της Ιστορίας, που κι αυτή δεν είναι άλλη από τη θεωρητική έκφραση του Χριστιανογερμανικού δόγματος για την αντίθεση πνεύματος και ύλης, θεού και κόσμου. Αυτή η αντίθεση εκφράζεται έτσι μέσα στην ιστορία, στον ίδιο τον κόσμο των ανθρώπων: ότι λίγα εκλεκτά άτομα, στα οποία είναι προσωποποιημένο το δραστήριο πνεύμα, αντιτάσσεται στην υπόλοιπη ανθρωπότητα, τη δίχως πνεύμα μάζα».

Συνοψίζοντας, η κριτική κριτική προτάσσει το ισχυρό πνεύμα των ελίτ ως το απόλυτο πνεύμα που στέκεται πάνω κι έξω από τη μάζα, η οποία απλώς υποφέρει παθητικά την εκδίπλωση του Λόγου. Όπως και στις Θέσεις για τον Φόϋερμπαχ, έτσι κι εδώ, ο Μαρξ ψέγει την άποψη ότι η ουσιώδης πρακτική δράση του ανθρώπου είναι η νοητική. Για παράδειγμα, στην 5η θέση του για τον Φόϋερμπαχ, σημειώνει πως ο τελευταίος «δεν συλλαμβάνει τον αισθητό κόσμο σαν πρακτική, ανθρώπινη-αισθητηριακή δραστηριότητα», ενώ στην Αγία Οικογένεια αποφαίνεται πως «Η πράξη του μετασχηματισμού της κοινωνίας υποβιβάζεται σε δραστηριότητα του μυαλού της κριτικής κριτικής».

Ένα τελευταίο -νομίζω κομβικό- σημείο για την ευρύτερη κατανόηση του έργου, προκύπτει από την ανάγνωση του κεφαλαίου με τίτλο «Το Ζήτημα των Εβραίων Νο ΙΙΙ». Εκεί, ο Μαρξ μας γνωρίζει ότι οι λόγοι για τους οποίους η εβραϊκή πρακτική και ιδεολογία, δηλαδή ο κοσμικός και θρησκευτικός εβραϊσμός, (ένα ζήτημα που απασχολούσε πολύ την τοτινή γερμανική κοινωνία) θα εξακολουθήσουν να παράγονται όσο θα αναπαράγονται οι αστικές υλικές συνθήκες. Καμία θρησκεία, όπως και οποιαδήποτε άλλη μορφή κοινωνικής συνείδησης δεν μπορεί να ερμηνευτεί αφεαυτού της, αλλά μόνο ως στοιχείο του εποικοδομήματος που υψώνεται πάνω στην βάση του εκάστοτε τρόπου παραγωγής. Είναι η ίδια θέση που ανέπτυξε ο Μαρξ ένα χρόνο πριν, στο Εβραϊκό Ζήτημα (1843), στο επίκεντρο του οποίου βρισκόταν πάλι η σκέψη του Μπρούνο Μπάουερ. Χωρίς την υλιστική ερμηνεία των κοινωνικών σχέσεων, η ερμηνεία της θρησκευτικής αλλοτρίωσης μένει ένα μυστήριο. Γράφει ο Μαρξ: «Η επίμονη ύπαρξη της εβραϊκής θρησκείας εξηγήθηκε από τα πρακτικά στοιχεία της αστικής κοινωνίας που βρίσκουν σ’ αυτή τη θρησκεία μια φανταστική αντανάκλαση».

Γι’ αυτόν τον λόγο, για να απελευθερωθεί η αστική κοινωνία από την αυτοαλλοτρίωσή της, απαιτείται η πραγματική δράση που θα την μετατρέψει στο αντίθετό της, φέρνοντας την κοινωνική κι όχι απλά την πολιτική χειραφέτηση. Με την κατάργηση της αστικής κοινωνίας, καταργείται και η ταξική κοινωνία γενικά. Όλες οι αντιθέσεις που παράγονται από την βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, θα βρουν νομοτελειακά την οριστική λύση τους σε εκείνον τον ανώτερο κοινωνικοοικονομικό σχηματισμό που θέτει στο προσκήνιο την κοινωνική ανθρωπότητα κι όχι την κοινωνία των ιδιωτών.

Λευτέρης Στάικος

Ενδεικτική Βιβλιογραφία:

Η Αγία Οικογένεια, Μαρξ-Ένγκελς, εκδ. Αναγνωστίδης.

Θέσεις για τον Φόϋερμπαχ, Καρλ Μαρξ- Ο Λούντβιχ Φόϋερμπαχ και το Τέλος της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 2004.

Η Γερμανική Ιδεολογία, πρώτος τόμος, Καρλ Μαρξ-Φρίντριχ Ένγκελς, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1997.

Φιλοσοφικό Λεξικό, Ρόζενταλ-Γιουντίν, εκδ. Νέα Εποχή,

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 σχόλιο

Κάντε ένα σχόλιο: