Αμερικάνικο όνειρο – Κουβανός φυγάς πέθανε εγκαταλελειμμένος από κορονοϊό σε ιδιωτική φυλακή των ΗΠΑ

H διεύθυνση των φυλακών προσπάθησε να συσκοτίσει τα αίτια του θανάτου του και την ολιγωρία των υπευθύνων, αποδίδοντας ψευδώς την απώλεια του 67χρονου άντρα σε “ανακοπή καρδιάς”.

Το Μάη του 1980, ο Φέλιξ Ρεπιλάδ Μαρτίνες, άφηνε μαζί με άλλους συμπατριώτες του πίσω την Κούβα φτάνοντας με μια βάρκα στις ακτές της Φλόριντα. Σαράντα χρόνια αργότερα, τα όνειρά του για τη “μεγάλη ζωή” κατέληξαν σε έναν οδυνηρό και άδοξο θάνατο από κορονοϊό, έγκλειστος σε ιδιωτική φυλακή του Μίσιγκαν, χωρίς κανείς να ενδιαφερθεί για την περίθαλψή του.

Ο 67χρονος κρατούνταν αρχικά στην ιδιωτική φυλακή Ταφτ στην Καλιφόρνια, ώσπου μεταφέρθηκε στο Νορθ Λέικ του Μίσιγκαν όταν η δυτικότερη πολιτεία των ΗΠΑ αποφάσισε να καταργήσει τις ιδιωτικές φυλακές στο έδαφός της. Η νέα ιδιωτική φυλακή ήταν απροετοίμαστη για τη μαζική εισροή κρατουμένων, οι οποίοι ως τότε ήταν υγιέστατοι.

Ο Μαρτίνες βρέθηκε πολλές στη φυλακή, ακολουθώντας μια δραστηριότητα συνήθη στους κύκλους των Κουβανών φυγάδων, εκείνη του εμπορίου ναρκωτικών. Η τελευταία του σύλληψη ήταν από τη DEA για εμπόριο κρακ το 2018, έχοντας ήδη εκτίσει ποινές σε πολιτειακό επίπεδο νωρίτερα.

Μετά το ξέσπασμα της πανδημίας, η σύζυγος του Ελέιν και η ενήλικη κόρη του από παλιότερη σχέση του Φελίς, προσπάθησαν να τον βγάλουν από τη φυλακή για ανθρωπιστικούς λόγους, με δεδομένο ότι ο Μαρτίνες ήταν 67 ετών και με υποκείμενο καρδιακό νόσημα. Η σύζυγός του, με συμβουλή του δικηγόρου, ετοιμαζόταν να γράψει γράμμα στο δικαστή, πριν προλάβει ωστόσο να το κάνει, ο Μαρτίνες ήταν ήδη νεκρός.

Όπως αναφέρει συγκρατούμενός του, μια βδομάδα ή δύο μετά τη μεταφορά κρατουμένων από την Καλιφόρνια στο Μίσιγκαν, οι νεοφερμένοι αρρώστησαν σχεδόν όλοι.

Ο Φέλιξ Ρεπιλάδο Μαρτίνες

Ο Μαρτίνες κι όσοι εκδήλωσαν ύποπτα συμπτώματα μεταφέρθηκαν σε ξεχωριστή πτέρυγα της φυλακής, όπου απλά τους παρακολουθούσαν και έλεγχαν τη θερμοκρασία τους, χωρίς να τους δίνουν καμία θεραπεία ή άλλη βοήθεια. Κάποια στιγμή η κατάσταση του Μαρτίνες επιδεινώθηκε ραγδαία και ο ίδιος μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, ωστόσο μετά από δέκα μέρες επέστρεψε στη φυλακή, χωρίς να μάθει τα αποτελέσματα του τεστ στο οποίο είχε υποβληθεί. Το μόνο που του είπαν είναι να παίρνει αντιπυρετικά και να πίνει νερό.

Στις 22 Απρίλη, ένα μήνα πριν πεθάνει, ο Μαρτίνες έγραψε στη διεύθυνση της ιδιωτικής φυλακής ότι ήταν ακόμα άρρωστος, ζητώντας να τον δει γιατρός. Οι εκκλήσεις του αγνοήθηκαν και στις 18 Μάη, την ώρα που βρισκόταν στην τουαλέτα, άρχισε να έχει δύσπνοια. Ο συγκρατούμενός του κάλεσε βοήθεια και κατέφτασαν ένα φύλακας και μια νοσοκόμα. Η νοσοκόμα προσπαθούσε μέσω του συγκρατουμένου να μεταφράσει τις ερωτήσεις της στα ισπανικά, καθώς ο Μαρτίνες φώναζε ότι δεν μπορεί να αναπνεύσει. Στη συνέχεια, φύλακας και νοσοκόμα προσπάθησαν να κουβαλήσουν το Μαρτίνες πάνω από τα ίδια του τα περιττώματα, ρίχνοντάς τον όμως κάτω, όπου έχασε τις αισθήσεις του.

Τελικά πέρασαν συνολικά 45 λεπτά μέχρι ο Μαρτίνες να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, επίσης 45 λεπτά μακριά από το σημείο. Το προσωπικό των φυλακών προσπάθησε να αποσείσει κάθε ευθύνη, ισχυριζόμενο ότι ο άντρας πέθανε καθοδόν προς το νοσοκομείο από καρδιακή ανακοπή, κι ότι δεν είχε κορονοϊό.

Ωστόσο, από την ιατροδικαστική έκθεση, προκύπτει ότι ο Μαρτίνες πέθανε από πνευμονική εμβολή σχετιζόμενη με τον κορονοϊό. Ο διευθυντής των φυλακών Ντόναλντ Έμερσον απολύθηκε πριν λίγο καιρό, αλλά και η αντικαταστάτριά του Άντζελ Ντάνμπαρ έχει κατηγορηθεί αρκετές φορές για παραμέληση άρρωστων ασθενών σε άλλες φυλακές υπό την εποπτεία της.

Ο Μαρτίνες δεν είναι φυσικά το πρώτο θύμα της αδιαφορίας για την υγεία των κρατουμένων στη συγκεκριμένη φυλακή. Τουλάχιστον άλλος ένας κρατούμενος φέρεται να πέθανε από την πανδημία, ενώ πολλοί κρατούμενοι καταγγέλλουν ότι και άλλα θέματα υγείας μεταξύ τους περνούν απαρατήρητα από τη διοίκηση. Μάλιστα, πριν από δυο εβδομάδες μια ομάδα κρατουμένων οργάνωσε απεργία πείνας ενάντια στην έλλειψη ιατρικής περίθαλψης, τα λιγοστά και κακοφτιαγμένα γεύματα και την έλλειψη ιδιωτικότητας. Παρά τις επιμέρους παραχωρήσεις που πέτυχαν, δεν είναι πολλοί αυτοί που περιμένουν θεαματικές αλλαγές. “Επειδή δεν είσαι Αμερικανός πολίτης, δε δίνουν δεκάρα για μας”, λέει ένας από τους κρατούμενους, “Απλά πρέπει να πάρουν τα λεφτά κι αυτό ήταν. Στο μεταξύ ό,τι είναι να γίνει με μας, ας γίνει”.

Με πληροφορίες από theintercept.com

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

1 Trackback

Κάντε ένα σχόλιο: