Άπληστοι Αλβανοί, τεμπέληδες Έλληνες και η αγωνία των αφεντικών στο Μακεδονικό κάμπο

Ένα δράμα ζουν οι επιχειρηματίες του ροδάκινου στη Βόρεια Ελλάδα, που αναζητούν φτηνούς εργάτες για τα δέντρα και τα εργοστάσια κομπόστας μεταξύ προσφύγων για να γλιτώσουν από ράθυμους προνομιούχους ανέργους και αχόρταγους Αλβανούς εποχικούς.

H Καθημερινή, όπως όλοι γνωρίζουμε, δεν είναι μια τυχαία εφημερίδα, αλλά ό,τι πιο κοντινό σε think tank – γέλια κοινού – διαθέτει η – καθόλου γελοία ωστόσο, όταν αφορά τη διαφύλαξη των συμφερόντων της – ελληνική αστική τάξη. Αυτή τη φορά, αναλαμβάνει να μας τα κάνει ταληράκια για το πώς θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πρόσφυγες, μετανάστες και ντόπιοι άνεργοι. Το άρθρο του Σταύρου Τζίμα «Ασθένεια» για τα ροδάκινα τα κοινωνικά επιδόματα»  μεταφέρει την «κραυγή αγωνίας» ροδακινοπαραγωγών, αγορτοσυνεταιριστών και κονσερβοποιών της Μακεδονίας, δηλαδή των μικρών και των μεγάλων αφεντικών του κάμπου, μπροστά στην έλλειψη εργατών ενόψει της συγκομιδής ροδάκινων που πλησιάζει. Και ποιος φταίει γι’ αυτή την έλλειψη, σύμφωνα με τους επιχειρηματίες αγρότες και το συντάκτη; Αφενός οι τεμπέληδες άνεργοι της περιοχής, που προτιμούν τα – παχυλά όπως αφήνεται να εννοηθεί – επιδόματα, κι αφετέρου οι εποχικοί Αλβανοί εργάτες που έχουν παράλογες απαιτήσεις, όπως πχ να πληρώνονται πάνω από το όριο επιβίωσης. Μπορεί η ιστορία για τους ρέμπελους Έλληνες που ανακατεύουν νωχελικά το φραπόγαλο στις καφετέριες αντί να οργώνουν με την τσάπα να χρονολογείται τουλάχιστον από τις αρχές του ΄90 και το πρώτο κύμα μετανάστευσης από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη τότε, εκείνο όμως για τους άπληστους Αλβανούς είναι σχετικά πρόσφατο, κυρίως μέσα στα χρόνια της κρίσης, ίσως επειδή κάποτε δέχονταν τις λίγες χιλιάδες δράχμες ανασφάλιστου μεροκάματου αγόγγυστα.

Στον καπιταλισμό όμως δεν υπάρχουν αδιέξοδα, γι’ αυτό τα αφεντικά του κάμπου οργανώνουν «τουρ» με πρόσφυγες από τα χοτ σποτ της περιοχής, όπως το «Κέντρο Φιλοξενίας» (τι υπέροχος ευφημισμός) της Αλεξάνδρειας Ημαθίας στα χωράφια και τα εργοστάσια διαλογής. Στόχος της εκδρομής είναι προφανώς να προσελκυστούν οι δυστυχείς εγκλωβισμένοι στις θέσεις εργασίας που σνομπάρουν οι «βολεμένοι επιδοματίες» ντόπιοι, αλλά και, όπως ομολογεί με αφοπλιστικό κυνισμό, αλλά ανώνυμα, αγροτοσυνδικαλιστής (ποιας παράταξης άραγε, δεν πάει το μυαλό μας) να «σπάσουμε τον τσαμπουκά των Αλβανών που ζητάνε τρελά λεφτά σε μαύρα μεροκάματα για να έρθουν».

Σε «απόγνωση» και ο πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Βεροίας Venus. Μεταφέρουμε αυτούσια τα λόγια του γιατί είναι διαμαντάκια με την παραστατικότητά τους: «Ενώ στην περιοχή μας «Μέχρι πρόσφατα δεν έρχονταν στα χωράφια και στα εργοστάσια γιατί θα έχαναν τα προνόμια του μακροχρόνια ανέργου. Οταν πετύχαμε, κατόπιν πιέσεων, να μην προσμετριώνται στο καθεστώς αυτό τα εβδομήντα εποχικά μεροκάματα ήρθαν τα επιδόματα κοινωνικής αλληλεγγύης και μας σκότωσαν. Ο άλλος σκέφτεται και λέει: “Ασε τώρα, παίρνω από το κοινωνικό επίδομα κάποια σίγουρα λεφτά, αν πάω να δουλέψω και πάρω και δύο χιλιάρικα θα χάσω αυτό το επίδομα”. Ετσι δεν έρχεται. Προτιμάει την καφετέρια…». Μα είναι δυνατόν προνομιούχοι μακροχρόνια άνεργοι να προτιμούν τα ψίχουλα σε σταθερή βάση από την πλουσιοπάροχη αμοιβή των 2 χιλιάδων τη σαιζόν χωρίς να ξέρουν τι μέλει γενέσθαι μετά; Είναι να μη βγαίνουν και τα αφεντικά από τα ρούχα τους;

Η χρονική συγκυρία του άρθρου μέσα στην προεκλογική περίοδο ασφαλώς δεν είναι τυχαία. Πέρα από την αναπαραγωγή του γνωστού νεοφιλελεύθερου αφηγήματος για τα επιδόματα που τροφοδοτούν την οκνηρία, προφανώς πρόκειται και για μια πολεμική της προσκείμενης στην αξιωματική αντιπολίτευση εφημερίδας στο ΣΥΡΙΖΑ για την τάχα «πλουσιοπάροχη» επιδοματική πολιτική της, τα ψίχουλα δηλαδή που μοίρασε για ψηφοθηρικούς λόγους στην πιο ακραία φτώχεια. Ψίχουλα που όμως δε φαίνεται διατεθειμένη η αστική τάξη να κρατήσει για πολύ ακόμα, ευελπιστώντας σε κυβερνητική αλλαγή που θα της επιτρέψει να πατήσει σε ό,τι ελάχιστο είχε μείνει όρθιο στα χρόνια της «Πρώτης Φοράς Αριστεράς».

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: