Τα αδιέξοδα του Χρόνη Μίσσιου

Όταν πέθανε ο Χρόνης Μίσσιος, πολλοί είχαν αντιδράσει με τη σχετική αναφορά του Ριζοσπάστη, όπου μεταξύ άλλων σημειωνόταν πως “με το έργο του στην πορεία δε στάθηκε στο πλευρό των λαϊκών αγώνων και της δράσης των κομμουνιστών, αφού δεν πίστευε στη διέξοδο της ταξικής πάλης”. Κάποιοι αντέδρασαν με το περιεχόμενο, άλλοι θεώρησαν άστοχη τη χρονική συγκυρία, λίγοι όμως έμειναν στην ουσία.

Τα αδιέξοδα του Χρόνη Μίσσιου

Όταν πέθανε ο Χρόνης Μίσσιος, πολλοί είχαν αντιδράσει με τη σχετική αναφορά του Ριζοσπάστη, όπου μεταξύ άλλων σημειωνόταν πως “με το έργο του στην πορεία δε στάθηκε στο πλευρό των λαϊκών αγώνων και της δράσης των κομμουνιστών, αφού δεν πίστευε στη διέξοδο της ταξικής πάλης”. Κάποιοι αντέδρασαν με το περιεχόμενο, άλλοι θεώρησαν άστοχη τη χρονική συγκυρία, αμέσως μετά το θάνατό του, λίγοι όμως έμειναν στην ουσία, που ήταν πως η αναφορά του Ριζοσπάστη είχε απόλυτο δίκιο. Κι αν μπορούσε να γυρίσει στη ζωή ο Χρόνης Μίσσιος, θα τους το επιβεβαίωνε κι ο ίδιος…

Το συγγραφικό έργο του Χρόνη Μίσσιου θα μπορούσε να είναι κάτι σαν την παιδική ηλικία κατά την εξέλιξη και την ωρίμανση μιας πολιτικής συνείδησης υπό διαμόρφωση. Είναι λογικό και εν μέρει ωφέλιμο να περάσεις από αυτό το στάδιο, αρκεί να το ξεπεράσεις στην πορεία και να μη σταματήσει η εξέλιξή σου σε αυτό, σα να ‘χεις ανακαλύψει την τελευταία λέξη για τον αγώνα και το νόημά του -ή μάλλον την έλλειψη νοήματος, όπως θα έλεγε ο συγγραφέας.

Τι θα μπορούσε να κρατήσει λοιπόν κανείς από το Μίσσιο και τα βιβλία του; Αρκετά πράγματα, εφόσον βέβαια δεν τα έχει συναντήσει κάπου αλλού, ώστε να του φαίνονται αυτονόητα.
Το μίσος του για την εξουσία, που αλλοτριώνει τους ανθρώπους. Την αγάπη του για τον άνθρωπο, την ευαισθησία του, την εξύμνηση του έρωτα και της επαναστατικής του δύναμης, ακόμα και την πολιτική του πικρία που στάζει στο χαρτί και δίνει κάποιες δυνατές λογοτεχνικές στιγμές. Την αγωνία για τις ώρες που σκοτώνουμε, τεμαχίζουμε και μένουν άδειες, την εξιδανικευμένη εικόνα μιας κοινοτικής, σχεδόν προκαπιταλιστικής Ελλάδας, και των ισχυρών κατάλοιπων που άφησαν τη σφραγίδα τους στον εικοστό  αιώνα και τα ιστορικά γεγονότα που τον σημάδεψαν.

Κι επίσης, μια σκηνή για τον ανθρωποφύλακα που βαράει έναν κομμουνιστή με λύσσα, λέγοντάς του “που την θέλατε και πανανθρώπινη” -ποιος ξέρει γιατί του είχε κολλήσει αυτός ο στίχος- η συνύπαρξη με τους ποινικούς κρατούμενους, που σέβονταν απεριόριστα τους πολιτικούς, το σύντροφο που κλέβει στη φυλακή ένα δυσνόητο εγχειρίδιο για τα ιδεολογικά μαθήματα, γιατί τον βοηθούσε τις νύχτες με τις αυπνίες του, και πολλές άλλες κωμικές και τραγικές σκηνές από τις φυλακές.
Κάποια από τα παραπάνω βέβαια είναι αυτά ακριβώς που οφείλει να ξεπεράσει και να υπερβεί διαλεκτικά κανείς στην πορεία…

Οι περισσότεροι συμφωνούν πως τα βιβλία του Μίσσιου έχουν φθίνουσα πορεία, επαναλαμβάνουν βασικά τις ίδιες ιδέες και πως αρκεί να έχεις διαβάσει το πρώτο (Καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς) για να πάρεις μια γεύση και μαζί όλα τα “θρεπτικά υλικά” (πνευματική τροφή) που θα μπορούσε να προσφέρει ο συγγραφέας. Δεν έχουν άδικο. Μόνο αν διαβάσει κανείς όμως και τα επόμενα βιβλία, μπορεί να καταλάβει την πορεία της σκέψης του Μίσσιου, τα αδιέξοδα -αν όχι τη χρεοκοπία- των ιδεών του.

Μετά από τη σύντομη πορεία του στο λεγόμενο “ΚΚΕ εσ.” ο Μίσσιος μάς παρουσιάζεται ως ένα είδος αναρχικού-οικολόγου, από αυτούς που τόσο εύκολα ενσωματώθηκαν τελικά στο σύστημα και το δυτικό καπιταλιστικό κόσμο. Αναζητά μαντζούνια για τα νιάτα και τον αιώνιο έρωτα, που “νικάει” την εξουσία με παιδιάστικους τρόπους. Περιφέρει την ουτοπία του στον ιστορικό χωροχρόνο και της βρίσκει καταφύγιο στο κοινοτικό παρελθόν της Καβάλας των παιδικών του χρόνων (δεκαετία 1930), όπου όλα ήταν “γκάβλα κι επανάσταση” (Μακεδόνας ήταν, έτσι θα το γράψουμε -άσε που σε κάποιο σημείο συναντάμε και τον έξοχα Μακεδονικό τύπο σμπρώχνω), αλλά το ΕΑΜ πρόδωσε την επανάσταση, όταν γύρισε την πλάτη του στη σεξουαλική χειραφέτηση ως το βασικό και κύριο αίτημα των καιρών (!;)… Το δεύτερο καταφύγιο που της βρίσκει (Το Κλειδί είναι κάτω απ’ το γεράνι) είναι σε ένα νησάκι -πραγματική αταξική νησίδα- όπου νικάει με μαντζούνια τα μονοπώλια, το κράτος και τους αστυνομικούς, που επιχειρούν να εισβάλουν στο νησί. Κι όλοι συμμετέχουν σε ένα αναρχικό πανηγύρι έρωτα, εκτός από ένα μαοϊκό που είναι ξενέρωτος, γιατί τον δεσμεύουν οι παλιές, πολιτικές του ιδέες.

Και ζήσανε αυτοί καλά, κι αυτός καλύτερα, κάπου στο Καπανδρίτι, χωρίς πολυγαμικά πανηγύρια και μαντζούνια, χωρίς να τρέχει με ξέπλεκες κοτσίδες στα λιβάδια, κι άλλα τέτοια “αναρχικά” (πολύ τα χρησιμοποιήσαμε αυτά τα εισαγωγικά, αυτές τις μέρες) που περιέγραφε. Ζούσε μάλιστα με κινητό -κι ας είναι αφοριστικός στα έργα του, στα όρια της τεχνοφοβίας, για την επιστήμη και την τεχνολογία, που αλλοιώνουν την ανθρώπινη φύση- για να τον ελέγχει η αγαπημένη του σύζυγος, στην οποία παρέμεινε πιστός ως το τέλος της ζωής του.

Στο τελευταίο του βιβλίο (ντομάτα με γεύση μπανάνας) δηλώνει απλώς τη φρίκη του για την επιστήμη που πανηγυρίζει τόσο ηλίθια επιτεύγματα, αλλά δεν έχει πολλά πράγματα να μας πει. Ο καπιταλισμός έχει ικανοποιήσει εκφυλίζοντας το αίτημα της σεξουαλικής επανάστασης, και μπορεί να του δώσει μπλε χαπάκια, για να ενσαρκώσει το όραμά του με τα μαντζούνια, τον έρωτα και την “αιώνια νιότη”.

Παρόλα αυτά, εγώ ξέρω ακόμα και μια συντρόφισσα που οργανώθηκε παίρνοντας τα πρώτα ερεθίσματα από τα πρώτα βιβλία του Μίσσιου -που στάζουν πίκρα για τον αγώνα που χάθηκε. Σε κάθε περίπτωση, παρά τα “αναρχικά” του αδιέξοδα, το έργο του Μίσσιου μπορεί -ενδεχομένως και αξίζει- να διαβαστεί, αρκεί να μην το πάρει κανείς στα σοβαρά και τοις μετρητοίς ως ενήλικας, πιστεύοντας πως αυτή είνα η τελευταία λέξη για το επαναστατικό κίνημα και την κριτική αποτίμηση της πορείας του. Κι αν τελικά ο αναγνώστης αναπτύξει τα κατάλληλα φίλτρα, μπορεί να βγει κερδισμένος από τις ευαισθησίες του συγγραφέα -ανεξάρτητα από την πολιτική τους έκφραση…

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: