Η “Πόρνη-καλόγρια” Άννα Αχμάτοβα: Λυρισμός κι αντεπανάσταση

Τα έργα της συμβόλιζαν έναν κόσμου που είχε πεθάνει, χωρίς ποτέ η ίδια να αποδεχτεί την απώλειά του.

H Άννα Αχμάτοβα (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Άννας Γκορένκο) γεννήθηκε στις 23 Ιούνη 1889 στο χωριό Μπαλσόι Φαντάν της Οδησσού, ως τρίτο παιδί μιας οικογένειας με αριστοκρατικές ρίζες. Η οικογένειά της τον επόμενο χρόνο μετοίκησε κοντά στην Αγία Πετρούπολη, όπου η Άννα πέρασε τα παιδικά της χρόνια σε ένα περιβάλλον ευμάρειας. Ξεκίνησε να γράφει ποίηση χρησιμοποιώντας το επίθετο του Βούλγαρου προπάππου της Αχμάτ ως ψευδώνυμο, καθώς ο πατέρας της δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει το οικογενειακό επίθετο για τα ποιήματά της. Αποφοίτησε από το αριστοκρατικό λύκειο Ζάρσκογιε Σέλο, από το οποίο είχε αποφοιτήσει ο μεγάλος Ρώσος ποιητής του 19ου αιώνα Αλεξάντρ Πούσκιν. Μετά το χωρισμό των γονιών της πήγε με τη μητέρα και τα αδέρφια της στην Κριμαία κι έπειτα στο Κίεβο, όπου τελείωσε το σχολείο και παρακολούθησε μετέπειτα μαθήματα νομικής στην ίδια πόλη.

Το 1910 παντρεύτηκε τον ποιητή Νικολάι Γκουμίλιωφ, που την πολιορκούσε απ’ όταν ήταν μαθήτρια. Μαζί ταξίδεψαν στην Ιταλία και το Παρίσι, όπου συνάντησε μεταξύ άλλων το διάσημο ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνο, ο οποίος σχεδίασε και σκίτσα της, ενώ το 1912 γεννήθηκε το μοναχοπαίδι τους, ο Λεβ. Με το σύζυγό της και τον ποιητή Οσίπ Μάντελσταμ ανήκε στον κύκλο των λεγόμενων ακμεϊστών, μιας ποιητικής ομάδας που αντιλαμβανόταν τον εαυτό της ως ποιητικό αντίποδα του ρωσικού συμβολισμού. Θεωρώντας τον τελευταίο υπερβολικά ασαφή κι αφηρημένο, επιζητούσαν τη συγκεκριμένη αναπαράσταση της μορφής και των νοημάτων, σε συνδυασμό με αναφορές στην κλασική αρχαιότητα, την ευρωπαϊκή ιστορία, την τέχνη και τη θρησκεία. Η Αχμάτοβα χρησιμοποιούσε λιτή γλώσσα, εκφράζοντας τις αισθηματικές ανησυχίες μιας κοσμοπολίτικης κοπέλας της τάξης της, που ταλανίζεται από τραγικούς ή ανεκπλήρωτους έρωτες. Οι πρώτες της συλλογές “Βράδυ” (1912) και Ροζάριο (1914) την κατέστησαν αμέσως αναγνωρίσιμη στους καλλιτεχνικούς κύκλους.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση η Αχμάτοβα εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος στο Ινστιτούτο Γεωργίας. Από το 1922 ως το 1940 τα ποιήματά της δεν εκτυπώνονταν, λόγω του περιεχομένου τους που δε συμβάδιζε με τα προτάγματα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, καθώς περιστρέφονταν σχεδόν αποκλειστικά γύρω από μοτίβα αισθηματικά αλλά και θρησκευτικού μυστικισμού. Επιβαρυντικά λειτούργησε και η εκτέλεση του πρώην συζύγου της Γκουμίλωφ το 1921 για αντεπαναστατική δράση.

Τα επόμενα χρόνια τα πέρασε ζώντας πολύ φτωχικά, αλλάζοντας οικίες και συντρόφους, ενώ προσπαθούσε να διατηρήσει αναμνήσεις του προεπαναστατικού παρελθόντος, φορώντας για παράδειγμα τα παλιά της μεταξωτά φορέματα. Ο γιος της, που αργότερα θα γινόταν υπερεθνικιστής ιστορικός κι εθνολόγος, και μια σειρά ανθρώπων του προσωπικού και καλλιτεχνικού της κύκλου φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν για την αντικαθεστωτική τους στάση τη δεκαετία του ’30. Ωστόσο δεν σκέφτηκε να εγκαταλείψει την ΕΣΣΔ, παρά τις προτάσεις που κατά καιρούς της γίνονταν σε αυτή την κατεύθυνση.

Το 1940 εμφανίστηκε η ποιητική συλλογή “Από έξι βιβλία”, με προσωπική άδεια του Στάλιν, κατόπιν παρεμβάσεων συναδέλφων της Αχμάτοβα και ενδεχομένως της κόρη του, Σβετλάνας Αλιλούγιεβα. Το έργο περιείχε έργα από την περίοδο 1924 -1940 καθώς και νέα που είχαν γραφτεί ειδικά για τη συλλογή. Στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου ζούσε στο Λένινγκραντ, ωστόσο με την αρχή της γερμανικής πολιορκίας οι σοβιετικές αρχές μερίμνησαν ώστε μαζί με άλλους συναδέλφους της να μεταφερθεί αεροπορικά μέσω Μόσχας στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, όπου εμψύχωνε τραυματίες πολέμου απαγγέλοντάς τους ποιήματα. Εκείνα τα χρόνια της το έργο αποκτά πατριωτικούς τόνους και δημοσιεύεται χωρίς περιορισμούς, μάλιστα το 1942 το ποίημά της “Γενναιότητα” εμφανίστηκε και στην Πράβντα. Το 1944 επέστρεψε στο Λένινγκραντ, με τα ποιήματά της να συνεχίζουν να δημοσιεύονται σε περιοδικά κι εφημερίδες της πόλης.

Το ξέσπασμα του Ψυχρού Πολέμου έστρεψε εκ νέου τα πυρά της κριτικής εναντίον της. Το 1946 αποκλείστηκε από το Σύνδεσμο Σοβιετικών Συγγραφέων και ματαιώθηκαν τα σχέδια έκδοσης δυο ποιητικών της συλλογών. Ο υπεύθυνος για την πολιτιστική πολιτική της περιόδου, Αντρέι Ζντάνωφ, χαρακτήρισε την Αχμάτοβα “Πόρνη-καλόγρια, βουτηγμένη στις προσευχές”, ενώ το έργο της καταδικάστηκε ως “ένας αντιδραστικός βάλτος δίχως ιδέες”. Στη μεταστροφή αυτή ίσως έπαιξε ρόλο η σχέση της με το γνωστό αντικομμουνιστή φιλόσοφο Αϊζάια Μπερλίν, που στα μέσα της δεκαετίας του ’40 ζούσε στη Μόσχα ως συνεργάτης της βρετανικής πρεσβείας.

Η Αχμάτοβα εκείνη την περίοδο δουλεύει κυρίως πάνω σε λογοτεχνικές μεταφράσεις και διασκευές, ενώ το 1950 επετράπη η επαναδημοσίευση ποιημάτων της, καθώς και η κυκλοφορία της νέας της συλλογής “Ζήτω η Ειρήνη”. Δύο από τα ποιήματα της περιόδου εξυμνούν το Στάλιν, ενδεχομένως σε μια προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης του γιου της που είχε εκ νέου συλληφθεί το 1949 (θα απελευθερωνόταν τελικά το 1956.) Δεν προκαλεί έκπληξη ότι η Αχμάτοβα ανήκε στους ωφελημένους της λεγόμενης αποσταλινοποίησης, καθώς το 1958 ξανάγινε μέλος του Συνδέσμου Σοβιετικών Συγγραφέων ενώ το 1964 και το 1965 της επετράπη να ταξιδέψει στην Ιταλία και την Οξφόρδη, για παραλαβή λογοτεχνικού βραβείου και του τίτλου της επίτημης διδάκτορα. Την ίδια χρονιά έλαβε υποψηφιότητα για το βραβείο νόμπελ λογοτεχνίας και δυο χρόνια πριν πεθάνει έγινε πρόεδρος του Συνδέσμου Συγγραφέων. Το 1963 κυκλοφόρησε στο Μόναχο ενάντια στη θέλησή της η ποιητική συλλογή “Ρέκβιεμ” που αποτελεί μια λογοτεχνική αποτύπωση της σταλινικής περιόδου μέσα από τα μάτια της ίδιας και των αντικαθεστωτικών του κύκλου της.

Έφυγε κατά μία ειρωνεία της τύχης ανήμερα της 13ης επετείου από το θάνατο του Στάλιν σε οίκο ευγηρίας έξω από τη Μόσχα, σαν σήμερα το 1966, με το σοβιετικό τύπο να δημοσιεύει διθυραμβικά κείμενα στη μνήμη της. Το 1987, επί Περεστρόικα, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά επίσημα το “Ρέκβιεμ” στην ΕΣΣΔ, ως χαρακτηριστικό δείγμα των καιρών.

Δύσκολες Νύχτες

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

2 Σχόλια

  • Με τι πάλευε ο Ζντάνεφ!
    Χαρά στα κουράγια αυτών των επαναστατών.

  • Father Montaneli Ο/Η Father Montaneli λέει:

    “με αδερφική φροντίδα διατύπωναν το παράπονο οι σύντροφοι/
    οτι τα νέα ποιήματα μου διανθίζονται απο κάποιες τάσεις μεταφυσικής/
    κ’ εγώ απαντούσα με πολύ μεταφυσικότερα ποιήματα ενός πολύ/
    βαθύτερου ρεαλισμού/
    περίπου σαν εκείνου του Ζντάνωφ αλλά μαζι και με τις καταδικα-
    σμένες γάτες της Αχμάτοβα/
    θαρρώ είταν μαύρες καθόταν πεινασμένες πίσω απ’ τα τζάμια/
    και κοιτούσαν τα παγωμένα νερά του Νιέβα ή του Μόσκβα δεν
    καλοθυμάμαι/
    με δυο μάτια πλατιά σαν δυο παγωμένους αιώνες/”

    Γιάννης Ρίτσος, Το τερατώδες αριστούργημα, “Γίγνεσθαι”, σελ.372-373, Κέδρος, 2004

    και μια εκτίμηση για την τέχνη απο το “Δοκίμιο ιστορίας του ΚΚΕ 1949-1968”:

    “Η χρησιμότητα, άρα και το εκδόσιμο, ενός καλλιτεχνικού έργου δεν κρίθηκαν πάντα απο το ΚΚΕ με συνδυασμένα ιδεολογικά και αισθητικά κριτήρια. Αυτή η αδυναμία, όσο κι αν εξηγείται απο τις συνθήκες μέσα στις οποίες δρούσε το ΚΚΕ, δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Αντανακλούσε το αδύνατο ιδεολογικό μέτωπο στο χώρο των τεχνών,με αποτέλεσμα την εξάπλωση βαθιά λαθεμένων αντιλήψεων και ερμηνειών. Λειτούργησε ανασταλτικά στη στρατευμένη λογοτεχνική και γενικότερα καλλιτεχνική έμπνευση και δημιουργία.”

    Λεπτά ζητήματα, λοιπόν, θέλουν και λεπτούς χειρισμούς. Φυσικά μιλάμε για επαναστατικές συνθήκες οικοδόμισης του σοσιαλισμού. Δεν δικαιολογείται, ωστόσο, να υποτιμάς την αισθητική, όπως νοείται μαρξιστικά ως συνδυασμός μορφής-περιεχομένου, υπερ ενός νατουραλιστικού και ψεύτικου ρεαλισμού. Δεν νοείται επίσης πνευματικούς φορείς του παλιού κόσμου να τους αντιμετωπίζεις με τρόπο εχθρικό και λεκτικά βίαιο, δίνοντας τροφή στους εχθρούς του σοσιαλισμού να παίξουν με την αδυναμία ενσωμάτωσης ανθρώπων που ειναι η ψυχή του έθνους, θέλουμε δεν θέλουμε, αλλά και με την δική σου αδυναμία σε ο,τι αφορά την καλλιτεχνική δημιουργία.

Κάντε ένα σχόλιο: