Ροβέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ: Επανάστασή μας, αγάπη μας

Πέντε αντιπροσωπευτικά ποιήματα μιας από τις σημαντικότερες φωνές της εποχής μας, με αφορμή τα 63 χρόνια της Μεγάλης Κουβανικής Επανάστασης, 1 Γενάρη 1959.

Με αφορμή τα 63 χρόνια της Μεγάλης Κουβανικής Επανάστασης, 1 Γενάρη 1959, μεταφράζονται 5 αντιπροσωπευτικά ποιήματα μιας από τις σημαντικότερες φωνές της εποχής μας:

Ροβέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ (Roberto Fernández Retamar, Αβάνα. 9 Ιουν. 1930 – 20 Ιουλ. 2019). Ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, με περί τις τριάντα ποιητικές συλλογές και πλήθος δοκιμίων. Από τους πρώτους στενούς συνεργάτες του Τσε και του Φιντέλ, κεντρική φιγούρα στην Κούβα από την Επανάσταση του 1959 μέχρι το θάνατό του. Υπογράφει, μεταξύ άλλων, και την Εισαγωγή στο βιβλίο του Τσε, Ανταρτοπόλεμος.

 

 

Ροβέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ

 

CUBA. La Havana. 1959. New Year Days, a crowd begins to gather in Govt Plaza. (Burt Glinn-Magnum Photos)

 

5 ποιήματα για την Ανακτημένη Νήσο

Από την ποιητική συλλογή

Ναι στην Επανάσταση

 

Μετάφραση – Σημειώσεις – Επιμέλεια

Μπάμπης Ζαφειράτος / Μποτίλια Στον Άνεμο

 

 

Ο Ρεταμάρ με τον Φιντέλ και δεξιά ο Γαβριέλ Γαρσία Μάρκες. (Foto: La Ventana / Casa de las Américas)

 

Έζησα, δίδαξα και έμαθα σε πολλές χώρες, δημοσίευσα περισσότερα από είκοσι βιβλία, μίλησα με εκατοντάδες ανθρώπους, αλλά τίποτα δεν ήταν τόσο σημαντικό όσο το ότι γνώρισα τον Φιντέλ.

Μου λείπει κάθε μέρα της ζωής μου. Πιστεύω ότι στην ιστορία της ανθρωπότητας δεν υπάρχουν πολλοί σαν τον Φιντέλ, ούτε στην Κούβα, ούτε στην Αμερική, στον κόσμο ολόκληρο. Πρέπει να ανατρέξουμε σε εξαιρετικές μορφές όπως ήταν αυτός πραγματικά. Σκέφτομαι τον Φιντέλ, όπως τον Τσε, όπως και τον Μαρτί, διαρκώς. Τέτοιοι άνθρωποι δεν θα ’πρεπε να πεθαίνουν, αν και κατά μία έννοια δεν πεθαίνουν ποτέ.

Ο Φιντέλ είναι ένα απολύτως εξαιρετικό πλάσμα που, για μένα, συγκρίνεται μόνο με τον Σιμόν Μπολίβαρ και τον Χοσέ Μαρτί· αυτή είναι η γιγάντια τριάδα της ηπείρου μας.

Roberto Fernández Retamar
(Δυο μήνες περίπου πριν πεθάνει, στην τελευταία του συνέντευξη)

 

Ο Ρεταμάρ είναι ένας από τους συγγραφείς που ήξερε να μιλάει καλύτερα για λογαριασμό μιας γενιάς.

Graziella Pogolotti Jacobson

 

Ο Ρεταμάρ ξεπερνά τα στιλιστικά όρια για να ενώσει το πάθος και τη μνήμη με βαθιά υποβλητικούς τρόπους.

Margaret Randall

Ο Ρεταμάρ είναι ένας από τους πιο διακεκριμένους διανοούμενους της Λατινικής Αμερικής στον εικοστό αιώνα.

Joao Cezar Castro Rocha

 

 

Η ΑΝΑΚΤΗΜΕΝΗ ΝΗΣOΣ

 

Το άλογο, η πεταλούδα, ο ναύτης, ο γάτος,
Το μεγάλο ψάρι και το μικρό ψάρι
Τη βάλανε να ξεφωνίζει στης λοταρίας το γλέντι απ’ όπου δε θα βγει
Παρά μόνο με τα στήθια κομμένα.
                                                               Ο γαλόγυπας
Και το σκουλήκι χαίρονται. Το σαλιγκάρι διασκεδάζει.

Μα τα χιλιάδες καθημερνά μάτια θα σηκωθούνε ξανά,
Ντόμπρα, αγέρωχα, σχεδόν θεϊκά,
Με κάτι το αρχαγγελικό χωρίς προηγούμενο,
Και η καταρρακωμένη σύναξη των μαγισσών θα πετάξει μακριά
Αφήνοντας πληγωμένη αλλά αναγεννημένη
Τη σάρκα της Ωραίας Κοιμωμένης που ξυπνά.

 

 

Ο ΑΛΛΟΣ
(1 Γενάρη 1959)

 

Εμείς, οι επιζήσαντες,
Σε ποιους χρωστάμε τη ζωή μας;
Ποιος πέθανε αντί για μένα στο μπουντρούμι,
Ποιος έφαγε τη σφαίρα τη δική μου ―
Αυτή που ήτανε για μένα― στην καρδιά του;
Χάρη σε ποιον σκοτωμένο βρίσκομαι στη ζωή,
Να κουβαλάω τα κόκκαλά του μέσα μου;
Τα μάτια που του ξεριζώσανε να βλέπουνε
Μ’ αυτά που έχω για δικά μου;
Με χέρι που δεν είναι χέρι του ―
Και που δεν είναι πια ούτε και το δικό μου―
Λέξεις σακατεμένες γράφοντας
Εκεί όπου  α υ τ ό ς  δεν είναι τώρα ζωντανός;

 

 

 

CUBA. Santa Clara. 1959. Listening the speech of Fidel CASTRO at the city hall. (Burt Glinn-Magnum Photos)

 

Η ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΠΟΛΙΤΟΦΥΛΑΚΑΣ

 

Με το πουκάμισό μου το μπλε του πολιτοφύλακα
Είμαι πιο ευτυχισμένος.
                                          Κι εσύ γυναίκα, με το μπλε σου πουκάμισο
της πολιτοφυλακής, βρίσκεσαι κάπου αλλού,
Όπως κι εγώ ―το όπλο επ’ ώμου― παρακολουθώντας ίσως,
Τώρα, τα ίδια αστέρια μ’ εμένα.
Σκέφτομαι πως βρίσκεσαι δίπλα σ’ εκείνο το απόμακρο φως.
Πως αυτό το νυχτερινό αεράκι σού χαϊδεύει
Το άγρυπνο πρόσωπο. Πως κάποιος θόρυβος
Μπορεί να προέρχεται κι απ’ τους δύο μας. Πως στεκόμαστε
Όρθιοι την ίδια στιγμή, πως περπατάμε τριγύρω, μακριά.
Σαν να μην υπάρχει ετούτη η απόσταση,
Κι αντί να βρίσκεσαι στο σκοτάδι ολομόναχη,
Με το όπλο στο χέρι, ν’ ακούς το ευαίσθητο
Λαχανιασμένο στήθος της νύχτας,
                                                              βρισκόμαστε
Μαζί, ενωμένα τα χέρια μας, ενωμένα τα μπλε μας
Πουκάμισα, και δεν είμαστε εμείς
Αυτοί που αφουγκράζονται, παρά μόνο ο θόρυβος· όχι
Αυτοί που με το βλέμμα σαρώνουνε προσεκτικά το σκοτάδι, παρά
Αυτοί που μες στο σκοτάδι ξεχνάνε το φως,
Και μ’ ένα αιφνίδιο θρόισμα βυθίζονται
Στην πάμφωτη νύχτα του έρωτα.

 

 

ΠΑΤΡΙΔΑ

 

Τώρα ξέρω· δεν είσαι η νύχτα· είσαι
Μια άκαμπτη και καθημερνή βεβαιότητα
Είσαι η αγανάχτηση, είσαι ο θυμός
Που μας ορθώνουν απέναντι στον εχθρό.
Είσαι η γλώσσα για να καταλάβουμε
Πολλούς ανθρώπους που μεγαλώσανε μέσα στο φως σου.
Είσαι η γη η αληθινή, ο αέρας
Που τον ζητάει πάντα το στήθος για ν’ αναπνεύσει.
Είσαι η ζωή που ήτανε χτες η υπόσχεση
Των βυθισμένων στα σπλάχνα σου νεκρών.
Είσαι ο τόπος της μύχιας αγάπης,
Της χαράς και του θάρρους και
Της επιτακτικής προσμονής για το θάνατο.
Είσαι ο λόγος της ύπαρξής μας,
Είσαι η πέτρα που πάνω της ξέρουμε πως είμαστε εμείς,
Είσαι η όμορφη, είσαι η τεράστια κάσα
Που μέσα της θα διαλυθούνε τα κόκκαλά μας
Για να συνεχίσει να πλάθεται η μορφή σου.

 

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΑΣ, ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ

 

Τον πρώτο χρόνο μετά το θάμπος και τη σιγουριά της πατρίδας,
Ξέραμε κιόλας πως οι σβησμένες φωτιές πάνω στη Σιέρα
Θα ανάβανε πάλι για να κρατήσουνε το νησί ζεστό
Όπως το είχαμε ονειρευτεί, όπως το είχαμε κατακτήσει.
Ο δεύτερος χρόνος μάς βρήκε με το όπλο στο χέρι, ευτυχισμένους
Γιατί μπορούσαμε να μοιραστούμε τον κίνδυνο και τη δόξα
Που μόλις χτες είχανε μοιραστεί άλλοι καλύτεροι από μας,
Αυτοί με τη γενειάδα και την ελπίδα, στη μέση της θεοσκότεινης νύχτας.
Τον τρίτο χρόνο είχαμε γίνει πλουσιότεροι με μια μεγάλη νίκη
Γεμάτοι με περισσότερα γράμματα, περισσότερα όπλα και
πιο αποφασιστικοί.

Τον τέταρτο χρόνο, Επανάστασή μας, αγάπη μας,
Έχουμε κιόλας πεθάνει κι έχουμε ξαναγεννηθεί χιλιάδες φορές,
Και τώρα πια με βεβαιότητα το ξέρουμε πως είσαι αθάνατη, πως είσαι όμορφη και δυνατή
Σαν τ’ αστέρια. Κι ακόμα καλύτερα: σαν τον λαό
Που σε γέννησε και τον γέννησες,
Επανάστασή μας, αγάπη μας.

 

Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, Δεκ. 2021

(Ισπανικό κείμενο κάτω)

 

 

Σημειώσεις

 

Ο Φιντέλ με τον Ρεταμάρ. Αριστερά (μάλλον) ο Χούλιο Κορτάσαρ. (Foto: La Ventana / Casa de las Américas)

 

_____________________

Η συνέντευξη του Ρεταμάρ δόθηκε στην Granma, στις 12 Αυγούστου 2019, μετά το θάνατο του ποιητή. Αναδημοσιεύτηκε στο Cubadebate και στο fidelcastro.cu στις 13 Αυγούστου, από όπου και οι δύο έγχρωμες φωτό.

*

Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή Ναι στην Επανάσταση –Sí a la Revolución (1958-1962) και περιλαμβάνονται στο βιβλίο Προς Κάθε Ενδιαφερόμενο –A quien pueda interesar, Μεξικό 1970.

*
Το άλογο, η πεταλούδα, ο ναύτης, ο γάτος, το μεγάλο ψάρι, το μικρό ψάρι, ο γαλόγυπας, το σκουλήκι, το σαλιγκάρι: Φιγούρες της Κινέζικης ή Κουβανικής Λοταρίας (Charada china ή Charada cubana). Αναφορά, βέβαια, στην προεπαναστατική περίοδο της Κούβας που την είχαν καταντήσει ένα απέραντο καζίνο.

*

Ο Άλλος: Από τα πιο γνωστά ποιήματα του Ρεταμάρ, το πιο αγαπημένο, ίσως, και πολυμεταφρασμένο (ακόμη και στα βιετναμέζικα). Είναι ένας φόρος τιμής στη γενιά του Φιντέλ, σε αυτούς που έπεσαν στον αγώνα. Το έγραψε την 1 Γενάρη 1959 (όπως φαίνεται άλλωστε) στο λεωφορείο και «καλώς ή κακώς, αυτό είναι το πρώτο ποίημα που γράφτηκε μετά τον θρίαμβο της Επανάστασης […] πηγαίνοντας να δω τους γονείς μου», όπως έχει πει ο ίδιος ο ποιητής στην προαναφερόμενη συνέντευξη.

Τα μάτια που του ξεριζώσανε: Πιθανή αναφορά στον Αβέλ Σανταμαρία. Βλέπε στο σύνδεσμο που ακολουθεί, στη φωτό 13.12.1952:

Μια ακροστιχίδα για τον Φιντέλ

Και την καταπληκτική παρατήρηση του Αρτούρο Κορκουέρα στο:

Αρτούρο Κορκουέρα: Το προφίλ του Φιντέλ – Ένα κείμενο και ένα ποίημα για τον Ποιητή της Ιστορίας

Ετικέτα: .

*

Περισσότερα για τον ποιητή δες από Μποτίλια Στον Άνεμο: Χουάν Χέλμαν: Αφού έλεγε ότι πρέπει ν’ αγωνιστούμε μέχρι την τελική νίκη τότε δεν πέθανε (Σημειώσεις – Ρεταμάρ) και μια μαρτυρία του Ρεταμάρ για τον ποιητή Γκεβάρα, στο Η κριτική του Τσε για το Canto General και ο Πάμπλο Νερούδα για τη συνάντησή του με τον Τσε.

*

Κεντρική Φωτό: Αβάνα, 24 Μαρτίου 2010. ¡Cuba está viva! Μεγάλη αντιιμπεριαλιστική συναυλία, από το πορτορικάνικο μουσικό συγκρότημα Calle 13, με περισσότερους από 300.000 νέους, κατά το Radio Rebelde, που διαδήλωσαν: «Θα δείξουμε στον πλανήτη ότι η Κούβα είναι ζωντανή και αναπνέει». Foto: Marianela Dufflar, / Cubadebate (Πηγή: cubadebate.cu).

*

Γρασιέγια Πογολότι Χακόβσον (Graziella Pogolotti Jacobson, 24 Ιαν. 1932). Κουβανή κριτικός τέχνης, δοκιμιογράφος. Σπούδασε Φιλοσοφία και Γράμματα στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας, στο οποίο είναι καθηγήτρια, και στη Σορβόννη Σύγχρονη Γαλλική Λογοτεχνία. Είναι Αντιπρόεδρος της UNEAC και μέλος της Κουβανικής Ακαδημίας για τη Γλώσσα. Πρόεδρος του Ιδρύματος Αλέχο Καρπεντιέρ. Χρημάτισε Σύμβουλος στην Εθνική Βιβλιοθήκη Χοσέ Μαρτί. Έχει εργαστεί σε διάφορες εφημερίδες και επιθεωρήσεις τέχνης. Αρθρογραφεί με μόνιμη στήλη στην εφημερίδα της Νεολαίας Juventud Rebelde.

Μάργκαρετ Ράνταλ (Margaret Randall, 6 Δεκ. 1936). Αμερικανίδα ποιήτρια, συγγραφέας, ιστορικός, μεταφράστρια, φωτογράφος, φεμινίστρια και κοινωνική ακτιβίστρια. Έχει ζήσει 23 χρόνια στο Μεξικό στην Αβάνα και στη Νικαράγουα, όπου μετά από πρόσκληση του Ερνέστο Καρδενάλ δούλεψε με τους Σαντινίστας. Το 1970 μαζί με τον Ρόκε Δάλτον και τον Ερνέστο Καρδενάλ ήταν μέλος της Κριτικής Επιτροπής για το Βραβειο Casa de las Américas (CDLA). Βλέπε στον Ρόκε Δάλτον (φωτό) και στον Χουάν Χέλμαν (Casa de las Americas) .

Joao Cezar Castro Rocha (1965, Ρίο ντε Τζανέιρο). Από τους εξέχοντες διανοούμενους της χώρας του. Συγγραφέας, ιστορικός, σκακιστής και καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ.

______________________

 

 

Ισπανικό κείμενο

 

Ροβέρτο Φερνάντες Ρεταμάρ – Roberto Fernández Retamar, Αβάνα. 9 Ιουν. 1930 – 20 Ιουλ. 2019. (Φωτό: babelio.com)

 

LA ISLA RECUPERADA

El caballo, la mariposa, el marinero, el gato,
El pescado grande y el pescado chico
La meten aullando en el festival del que no se sale
Sino con los pechos cortados.
                                                   El aura tiñosa
Y la lombriz se regocijan. El caracol se distrae.

Pero el número de ojos diurnos se levantará de nuevo,
Recto, altivo, casi divino,
Con algo de arcángel sin réplica,
Y echará a volar el aquelarre despedazado
Dejando herida pero renaciente
La carne de la doncella despierta.

 

EL OTRO
(Enero 1, 1959)

Nosotros, los sobrevivientes,
¿A quiénes debemos la sobrevida?
¡Quién se murió por mí en la ergástula,
Quién recibió la bala mía,
La para mí, en su corazón?
¿Sobre qué muerto estoy yo vivo,
Sus huesos quedando en los míos,
Los ojos que le arrancaron, viendo
Por la mirada de mi cara,
Y la mano que no es su mano,
Que no es ya tampoco la mía,
Escribiendo palabras rotas
Donde él no está, en la sobrevida?

 

MI MILICIANA

Con mi camisa azul de miliciano
Soy más feliz.
                         Con tu camisa azul
De miliciana, estás en algún sitio,
Como yo, rifle al hombro, quizá viendo
Esas mismas estrellas que ahora veo.
Pienso que estás junto a esa luz lejana.
Que este aire de la noche te recorre
La cara vigilante. Que algún ruido
Puede ser de los dos. Que nos ponemos,
De pie a la vez, andando lejos, cerca,
Como si no existiera esta distancia,
Y en vez de estar a solas en la sombra,
Rifle en la mano, oyendo el minucioso
Pecho jadeante de la noche,
                                                  estamos
juntos, juntas las manos, las camisas
Azules juntas, y nosotros somos
No los que escuchan, sino el ruido; no
Los que escudriñan a la sombra, sino
Los que en la sombra olvidan a la luz,
Y rumorosamente se sumergen
En la noche alumbrada del amor.

 

PATRIA

Ahora lo sé: no eres la noche: eres
Una severa y diurna certidumbre.
Eres la indignación, eres la cólera
Que nos levantan frente al enemigo.
Eres la lengua para comprendernos
Muchos hombres crecidos a tu luz.
Eres la tierra verdadera, el aire
Que siempre quiere el pecho respirar.
Eres la vida que ayer fue la promesa
De los muertos hundidos en tu entraña.
Eres el sitio del amor profundo,
De la alegría y del coraje y de
La espera necesaria de la muerte.
Eres la forma de nuestra existencia,
Eres la piedra en que nos afirmamos,
Eres la hermosa, eres la inmensa caja
Donde irán a romperse nuestros huesos
Para que siga haciéndose tu rostro.

 

REVOLUCIÓN NUESTRA, AMOR NUESTRO

El primer año, después del deslumbramiento y la certidumbre de la patria,
Ya sabíamos que los fuegos apagados en la Sierra
Volverían a encenderse, para que la isla se conservara
Como la habíamos soñado, como la habíamos conquistado.
El segundo año nos encontró con las armas en la mano, felices
De poder compartir el riesgo y la gloria
Que conocieran apenas ayer los hombres mejores,
Los de la barba y la esperanza en medio de la noche oscura.
Al tercer año estábamos enriquecidos con una gran victoria
Y llenos de más letras, más armas y más decisiones.

En el cuarto año, Revolución nuestra, amor nuestro,
Ya hemos muerto y renacido muchas veces,
Y ya sabemos del todo que eres inmortal, que eres hermosa y dura
Como los astros. Mejor aún: como el pueblo
Que te ha ido haciendo y que tú has ido haciendo,
Revolución nuestra, amor nuestro.

Facebook Twitter Google+ Εκτύπωση Στείλτε σε φίλο

Κάντε ένα σχόλιο: